- Advertisement -

Τo «ΑΝΝΕΧ Μ» της Άννας Καφέτση

Τo «ΑΝΝΕΧ Μ» της Άννας Καφέτση
1

- Advertisement -

Βρέθηκα πρόσφατα στα εγκαίνια της ενδιαφέρουσας έκθεσης της Δανάης Στράτου στην Υπηρεσιακή Αυλή του Μεγάρου Μουσικής, νιώθοντας μια παράξενη πικρία, καθώς πρόκειται για την τελευταία έκθεση που οργάνωσε αλλά δεν πρόλαβε να δει η Αννα Καφέτση.

Προηγήθηκε μια σειρά σημαντικών εκθέσεων και εγκαταστάσεων που πραγματοποίησε μέσα σε μία δεκαετία στο πλαίσιο του «ΑΝΝΕΧ Μ», του Κέντρου Εικαστικών Τεχνών που ίδρυσε με πολλές δυσκολίες, με επιμονή και υπομονή, επιδιώκοντας να φέρει τη σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία σε διάλογο με τη μουσική, τον δημόσιο χώρο και το ευρύτερο κοινό, αξιοποιώντας ακόμη και ανενεργούς χώρους του Μεγάρου.

Παράλληλα συνειδητοποίησα ότι ο χώρος της Υπηρεσιακής Αυλής, μετά και τις τελευταίες επεμβάσεις της Στράτου, είχε πλέον ολοκληρωθεί σύμφωνα με την αρχιτεκτονική μελέτη που εκπόνησα πριν από δέκα χρόνια σε συνεργασία με την Αννα Καφέτση. Είχαμε ήδη μια στενή σχέση, που εδραιώθηκε την εποχή της άδικης απομάκρυνσής της από το ΕΜΣΤ το 2014.

Ήμουν ανάμεσα στους φίλους που τη στηρίξαμε τότε με άρθρα και δημοσιεύσεις, χωρίς αποτέλεσμα. Παρακολούθησα όλη τη διαδρομή της, από την Εθνική Πινακοθήκη ως επιμελήτρια της Συλλογής Κωστάκη και στη συνέχεια ως διευθύντρια του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, το οποίο οραματίστηκε και αγωνίστηκε μέχρι την υλοποίησή του. Απόλαυσα σημαντικές εκθέσεις διεθνούς χαρακτήρα στο παλιό κτίριο του ΦΙΞ, στο Μέγαρο Μουσικής, στην ΑΣΚΤ, στο Ωδείο Αθηνών καθώς και στην οδό Ερμού (Μεγάλος Περίπατος), έχοντας παράλληλα καταφέρει να συγκροτήσει η Α. Καφέτση τη συλλογή του ΕΜΣΤ με αγορές και παραγγελίες έργων τέχνης.

Οταν το 2016 εντάχθηκε στο Μέγαρο Μουσικής, η ίδια πρότεινε τη δημιουργία του Κέντρου Εικαστικών Τεχνών με τον συμβολικό τίτλο «ΑΝΝΕΧ Μ», δανεισμένο από το «Secret Annex» του «Ημερολογίου της Αννας Φρανκ», ένα κρυφό τμήμα του κτιρίου στο Αμστερνταμ που ως καταφύγιο έκρυβε τρεις εβραϊκές οικογένειες. Στόχος της Καφέτση ήταν η δημιουργία ενός νέου εναλλακτικού χώρου κριτικού στοχασμού και πειραματικής καλλιτεχνικής έκφρασης.

Μου ζήτησε τότε να συνεργαστούμε για την επιλογή των εκθεσιακών χώρων γνωρίζοντας ότι συμμετείχα ενεργά επί τρία ολόκληρα χρόνια στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό του νέου Μεγάρου, έπειτα από προσωπική πρόσκληση από τον αείμνηστο Αλέξανδρο Τομπάζη. Με τις κατόψεις στο χέρι περιπλανηθήκαμε με την Αννα στα έγκατα του τεράστιου αυτού δαιδαλώδους συγκροτήματος, αλλά και στον κήπο, αναζητώντας απρόσμενους και άγνωστους χώρους, που να μην έχουν σχέση με τη γνωστή ατμόσφαιρα πολυτέλειας που εκπέμπεται.

Πραγματοποιήθηκε μια ολοκληρωμένη μελέτη, με τους χώρους που επιλέχθηκαν στα διάφορα επίπεδα του Μεγάρου και τις διαδρομές που τους συνδέουν μεταξύ τους για την κίνηση των επισκεπτών, και παρά την υποστήριξη του τότε προέδρου Νίκου Θεοχαράκη η υλοποίηση αντιμετώπισε μεγάλες δυσκολίες. Κεντρικός πυρήνας της πρότασης υπήρξε η λεγόμενη Υπηρεσιακή Αυλή, ένας χώρος βιομηχανικού χαρακτήρα στην είσοδο του γκαράζ από την οδό Κόκκαλη, που προοριζόταν για τη συλλογή απορριμμάτων και τη στάθμευση τροχοφόρων (εικ. 1). Ο χώρος οριοθετήθηκε με νέες εκθεσιακές επιφάνειες και βελτιώθηκε σταδιακά. Απομακρύνθηκαν εμφανείς ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις και εντάχθηκε κατάλληλος εκθεσιακός εξοπλισμός.

Εκτοτε, φιλοξένησε μια σειρά ξεχωριστών εκθέσεων στο πλαίσιο ενός συνεκτικού και θεωρητικά επεξεργασμένου προγράμματος σύγχρονης τέχνης, αναδεικνύοντας σχέσεις τέχνης, μνήμης με έμφαση στη διακαλλιτεχνικότητα και στον διάλογο διαφορετικών πολιτισμικών αφηγήσεων.

Πέρα από τις μονογραφικές παραγωγές καλλιτεχνών όπως του Γιώργου Ξένου (εικ. 4), της Μαρίας Παπανικολάου (εικ. 3), του Νίκου Καναρέλη, της Κατερίνας Κατσιφαράκη, του Νίκου Παπαδόπουλου, του Γιώργου Δρίβα, της Νίνας Παπακωνσταντίνου, του Κωνσταντίνου Δρέγου (εικ. 5) κ.ά., πραγματοποιήθηκαν και ευρύτερες θεματικές εκθέσεις, όπως οι «Αγραφη Βιβλιοθήκη» και «Μετά τη Βαβέλ», που εκτός από την Υπηρεσιακή Αυλή επεκτάθηκαν και σε άλλους εσωτερικούς χώρους του Μεγάρου και έως την ολοκληρωμένη σύνδεσή του με το μετρό.

Αντίστοιχα, οι δράσεις επεκτάθηκαν στον κήπο του Μεγάρου, ο οποίος σταδιακά απέκτησε τον χαρακτήρα γλυπτοθήκης με εγκαταστάσεις, γλυπτά, βιντεο-έργα και ηχητικές παρεμβάσεις. Το τεχνητό αυτό τοπίο μετατράπηκε σε χώρο παρατήρησης, συνάντησης και περιπλάνησης, διευρύνοντας ουσιαστικά το κοινό της σύγχρονης τέχνης. Εμβληματική υπήρξε η έκθεση «Ο κήπος βλέπει».

Μετά την πρόσφατη απώλεια της Αννας Καφέτση τίθεται πλέον το ζήτημα της συνέχισης ή μη αυτής της διαδρομής, η οποία, κατά την άποψή μου, έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά θεσμού, φορτίζοντας με μια ξεχωριστή εικαστική αύρα χώρους του Μεγάρου και τον κήπο του, χώρους που έχει ανάγκη η πόλη. Διερευνώντας τις προθέσεις της διοίκησης του Μεγάρου, πληροφορήθηκα ότι «το θέμα δεν έχει ακόμα διερευνηθεί». Παράλληλα η Κατερίνα Γρέγου μάς διατυπώνει τις δικές της προϋποθέσεις για τη συνέχιση του «ΑΝΝΕΧ Μ»​, που ήδη έχει καθιερώσει στο ΕΜΣΤ ως καλλιτεχνική διευθύντρια:

«Σε αυτή την πόλη διοργανώνονται πια πολλές εκθέσεις, πράγμα θετικό. Συχνά, όμως, υπό συνθήκες που δεν ευνοούν τους καλλιτέχνες ή ακόμα τους ζημιώνουν οικονομικά καθώς σπανίως λαμβάνουν αμοιβή καλλιτέχνη, πολλές φορές πληρώνουν μόνοι τους την παραγωγή ενός έργου ή βάζουν από την τσέπη τους χρήματα για κάποιο κομμάτι της παραγωγής της έκθεσης.

Τέτοιες πρωτοβουλίες έχουν ουσιαστικό νόημα μόνο εφόσον συνοδεύονται από μια σαφή και ολοκληρωμένη δέσμευση του φορέα: την επιλογή ενός επιμελητή με συγκεκριμένο όραμα, την κάλυψη του κόστους παραγωγής των έργων, την εξασφάλιση δίκαιης και ανάλογης αμοιβής για τους καλλιτέχνες, καθώς και την ανάληψη όλων των εξόδων για τη σωστή διοργάνωση της έκθεσης.

Η ουσιαστική στήριξη της σύγχρονης καλλιτεχνικής δημιουργίας προϋποθέτει όχι μόνο την παροχή ενός εκθεσιακού χώρου, αλλά και την έμπρακτη αναγνώριση της καλλιτεχνικής εργασίας και των απαιτήσεων μιας επαγγελματικά οργανωμένης έκθεσης.

Οι ενδιάμεσες καταστάσεις –και δυστυχώς υπάρχουν πολλές στη χώρα μας – χωρίς σωστές προϋποθέσεις και ουσιαστική οικονομική υποστήριξη δεν είναι βιώσιμες. Και αυτό ισχύει για όλους τους φορείς, ιδιωτικούς και δημόσιους, που έχουν βλέψεις να εντάξουν τα εικαστικά στο πρόγραμμά τους».

Πιστεύω ότι, προς τιμήν της εμβληματικής προσωπικότητας της Αννας Καφέτση, που αφιέρωσε τη ζωή της στην ανάδειξη της σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα, η διαδρομή αυτή πρέπει να συνεχιστεί. Η πολιτεία οφείλει να σεβαστεί το όραμα και το έργο της, διατηρώντας το τελευταίο της δημιούργημα στο Μέγαρο Μουσικής, επιλέγοντας έναν κατάλληλο διάδοχο και εξασφαλίζοντας τους αναγκαίους πόρους, με τις προδιαγραφές που θέτει η Κατερίνα Γρέγου, προσθέτοντας παράλληλα στον τίτλο το όνομά της: «ΑΝΝΕΧ Μ | ΑΝΝΑ ΚΑΦΕΤΣΗ».

Θα τολμούσα μάλιστα να προτείνω τον Χριστόφορο Μαρίνο, έναν ακούραστο επιμελητή και ιστορικό τέχνης που έχει δώσει σημαντικά δείγματα γραφής τόσο ως ανεξάρτητος επιμελητής σημαντικών εκθέσεων, όσο και ως καλλιτεχνικός διευθυντής του ΟΠΑΝΔΑ. Μέσα από ένα ιδιαίτερα πυκνό εκθεσιακό πρόγραμμα στους εκθεσιακούς χώρους του Δήμου Αθηναίων ανέδειξε νέους καλλιτέχνες, υποστηρίζοντάς τους με συνέπεια και με εύστοχα και κατανοητά επιμελητικά κείμενα, που συνδυάζουν γνώση, σαφήνεια και επικοινωνιακή αποτελεσματικότητα, προσελκύοντας μεγάλο αριθμό επισκεπτών.

- Post Down -

Comments are closed.