- Advertisement -

Στο μεγάλο διαδικτυακό σφαιροειδές “χωριό” μας, όπου η έννοια της γεωγραφικής τοποθεσίας έχει μετατραπεί σε κάτι πολύ ρευστό (τα ξαδέρφια μου στον Χολαργό πανηγυρίζουν με τους Νικς πιο λάιβ από εμάς που ζούμε στην έδρα των πρωταθλητών του ΝΒΑ), στρέφομαι σε ό,τι πιο άμεσο και χειροπιαστό μού παρέχεται ακριβώς χάρη στο γεωγραφικό μου στίγμα, όσον αφορά την επέτειο των 250 χρόνων της Αμερικής: τη γειτονιά μου. Θα αναζητήσω το πνεύμα της Ανεξαρτησίας στη “γη των ελευθέρων” (land of the free, όπως λέει η “Αστερόεσσα”), με έμφαση στη γη – το “μόνο πράγμα που διαρκεί”, όπως θα τόνιζε ο Mr. O’Hara.
Όχι απλά δεν χρειάζεται να πάω μακριά – δεν χρειάζεται καν να σκεφτώ: μένουμε στα όρια του Χάρλεμ με τα Hamilton Heights, τα Υψίπεδα του Χάμιλτον – ναι, αυτού του Χάμιλτον, που, σε περίπτωση που κάποιος δεν τον ήξερε ως έναν από τους Ιδρυτές Πατέρες των ΗΠΑ ή ως πρώτο Υπουργό Οικονομικών της χώρας, σίγουρα θα τον έμαθε από το ομώνυμο πολυβραβευμένο μιούζικαλ του Μπρόντγουεϊ (το όνομα· το πρόσωπο το αναγνωρίζουν όλοι από το χαρτονόμισμα των 10 δολαρίων.) Η έπαυλη του Αλεξάντερ Χάμιλτον (1755?-1804), από τον οποίο πήρε το όνομά της η συνοικία, απέχει πέντε λεπτά με τα πόδια από την προπολεμική μας πολυκατοικία.
Πριν του εμπιστευθεί το υπουργείο το 1789, ο Στρατηγός Ουάσινγκτον είχε ήδη δοκιμάσει στο πεδίο της μάχης τον αεικίνητο φιλόδοξο νεαρό δικηγόρο (γεννημένο εκτός γάμου, μετανάστη από τις Βρετανικές Δυτικές Ινδίες της Καραϊβικής), αφού ήταν υπασπιστής του στην καρδιά του Πολέμου της Ανεξαρτησίας. (Άλλωστε τα Υψίπεδα του πρώτου προέδρου συνορεύουν με εκείνα του υπουργού του: πάνω από τα Hamilton Heights, βρίσκονται τα Washington Heights.)
Οι ιστορικοί και οι πολιτικοί αναλυτές θα συνεχίσουν να μελετούν και να αποτιμούν τον βίο και την πολιτεία του Χάμιλτον, όμως το κίνημα της ιστορικής διατήρησης της Νέας Υόρκης έχει πετύχει κάτι που καμία ανάλυση δεν μπορεί να πετύχει: από τους Ιδρυτές Πατέρες είναι αυτός με τον οποίο… διατηρώ την πιο ζωντανή σχέση, γιατί κάθε βράδυ που περνάω από την κουρνιασμένη μέσα σ’ένα πάρκο έπαυλή του, το λιτό αλλά κομψό διώροφο ξύλινο κρεμ οίκημα με τους λεπτούς κίονες δίνει την ευκαιρία στο βλέμμα μου να ακουμπήσει και στον νου μου να πλανηθεί, έστω και στιγμιαία, με το πνεύμα του Αλεξάντερ στο ιδεώδες (;) παρελθόν.
Πόλη και ιστορική μνήμη
Πώς διατηρείται στο αστικό περιβάλλον η ιστορική μνήμη, ακόμα και σε μια πόλη τόσο ταυτόσημη με το μέλλον και την ανεξέλεγκτη κίνηση προς τα μπρος, όπως η Νέα Υόρκη; Πώς οικοδομείται (κυριολεκτικά) η Ιστορία;
Το έξοχο αυτό δείγμα Ομοσπονδιακού ρυθμού έχει ήδη μετακινηθεί δύο φορές από την αρχική του θέση – άρα οι μηχανισμοί υποδομών μνήμης ήταν πολύ αποφασισμένοι να το κάνουν μουσείο και να βρίσκεται σε περίοπτη θέση. Η βίλα του πρώτου Υπουργού Οικονομικών δεν “ξέμεινε” απλά εκεί, κάποιοι πάλεψαν για να τη διατηρήσουν. (Δυστυχώς οι 13 ευκάλυπτοι της αρχικής τοποθεσίας, δώρο του Ουάσινγκτον, που συμβόλιζαν τις 13 αρχικές αποικίες, έπεσαν θύμα της ανάπτυξης του Μανχάτταν.)
Μήπως η πίστη ότι, διατηρώντας κτίσματα, διατηρούμε τη συλλογική μνήμη, ή ακόμη και τη διαμορφώνουμε, είναι μια συλλεκτική πράξη, μια υπό εξαφάνιση προσέγγιση της Ιστορίας, στον βάιραλ κόσμο μας;
Οι μηχανισμοί διατήρησης παρέχουν την ενοποιητική καθησύχαση του παρελθόντος – με το βλέμμα όμως απολύτως στραμμένο στο μέλλον. Οι φορείς υποδομών μνήμης που επέλεξαν να διατηρήσουν το οίκημα οραματίστηκαν ότι οι μελλοντικοί Νεοϋορκέζοι (και εν γένει Αμερικανοί, αλλά και ξένοι επισκέπτες) θα είχαν την περιέργεια να δουν πού έχτισε το εξοχικό του ο υπουργός, και πώς ήταν αυτό το σπίτι – τα αρχιτεκτονικά του χαρακτηριστικά.
Τι έχει να διδαχθεί από το σπίτι-μουσείο τού Χάμιλτον μια μετανάστρια από τους Αμπελόκηπους σήμερα; Μαθαίνουμε ότι όλο το Χάρλεμ τότε ήταν δάση και αγροί. Ο Χάμιλτον διάλεξε να αγοράσει κτήμα εκεί το 1802 για να δροσίζεται η οικογένειά του το καλοκαίρι, και για να δραπετεύει από τη φασαρία, την κίνηση αλλά και τις επιδημίες τού downtown. Ήθελε μιάμιση ώρα με άμαξα για να πάει στο γραφείο του στη Γουώλ Στρητ. Ζωντανεύει μπροστά μας η Ιστορία της πόλης.
Από τη Διακήρυξη στην Πολιτική ανυπακοή
Όμως αν και έχω έρθει στον κήπο του Χάμιλτον για να αποτίσω φόρο τιμής στο πνεύμα της Ανεξαρτησίας, ο νους μου κάνει ένα άλμα δεκαετιών και πηγαίνει στα λόγια του Θορώ: “Πήγα στο δάσος επειδή λαχταρούσα να ζήσω συνειδητά, να αντιμετωπίζω μόνο τα απαραίτητα της ζωής, και για να δω αν θα μπορούσα να μάθω όσα είχε να με διδάξει, και όχι, όταν θα ερχόταν η ώρα να πεθάνω, να ανακαλύψω ότι δεν είχα ζήσει.” Ίσως να φταίει το ειδυλλιακό τοπίο που με επισκέπτονται κύματα από το Walden, το χρονικό όπου ο λογοτέχνης, φυσιοδίφης και φιλόσοφος αφηγείται πώς έζησε δύο χρόνια σε μια ξύλινη καλύβα που έφτιαξε μόνος του στο δάσος του Γουόλντεν της Μασαχουσέτης, και όπου στοχάζεται για την πορεία του πολιτισμού και τη σχέση των συμπολιτών του με τη φύση.
Ας μου συγχωρέσει το άλμα στην Πολιτική ανυπακοή (έτερο έργο του Θορώ) η Mrs. Theodoropoulou: η Διακήρυξη και άλλα κείμενα γύρω από την Αμερικανική Επανάσταση ήταν στην ύλη στο μάθημα των Αγγλικών στο Αμερικανικό Κολλέγιο Αγίας Παρασκευής, και η καθηγήτριά μας η Mrs. Theodoropoulou μάς τα δίδαξε με πάθος· όμως κανένα από τα κείμενα του Αμερικανικού Διαφωτισμού δεν μπορεί να παραβγεί στο Walden, αν είσαι Β’ Λυκείου. Πες το προπαγάνδα και πλύση εγκεφάλου, πάντως η εμβάπτιση, και μάλιστα στο πρωτότυπο, στη γλώσσα και τη σκέψη του Θορώ έχει τέτοια επίδραση στο 16χρονο μυαλό σου, που γίνεται μέρος της ταυτότητάς σου, και ζει κάπου μέσα σου για πάντα. (Σαν τα ποίηματα του Καβάφη, που τα πρωτοδιαβάσαμε έφηβοι: όσες φορές κι αν …επιστρέψω, το ρίγος της πρώτης συνάντησης κατοικεί μέσα στο σώμα μου.)
Το 1845 ο Θορώ χρειάστηκε $28 για να χτίσει την καλύβα του – ο συγγραφέας παραθέτει αναλυτικά πόσο του στοίχισαν τα υλικά, τι έξοδα και έσοδα είχε από την ταπεινή σοδειά του αλλά και από χειρωνακτική εργασία που άσκησε. Μπορεί να κηρύττει τον ιδεαλισμό του κινήματος του Υπερβατισμού, αλλά δεν παύει να είναι Αμερικανός, δηλαδή απόλυτα πρακτικός άνθρωπος. (Το δολάριον φυγείν αδύνατον – κι άλλο δίδαγμα από το Κολλέγιο, αυτή τη φορά από τον Mr. Vlastaras: “Μόνο ένα πράγμα δεν μπορείς να αποφύγεις σ’αυτή τη ζωή: τους φόρους.”)
Σ’αυτό το σημείο ένας επίμονος τίτλος είδησης κάνει παρεμβολές στη φιλοσοφική μου ενατένιση: η φράση “ο πρώτος τρισεκατομμυριούχος του κόσμου”.
Οι αυτοκράτορες αντεπιτίθενται
Σκέφτομαι ότι δεν έχουν αλλάξει και πολλά από τη δεκαετία του 1920, όταν έγινε διάσημος ο πρώτος εκατομμυριούχος της Γης. Μπορεί μερικά ψηφία να χωρίζουν τον Ροκφέλερ από τον Elon, αλλά η ιδέα είναι η ίδια: “Δόξα και τιμή στο κεφάλαιο – δεύτε προσκυνήσωμεν αυτό το ένα και μοναδικό φανταστρουμφικά πλούσιο άτομο.” (Δεν είμαι εξπέρ στα οικονομικά – μπορεί ο Σκρουτζ Μακ Ντακ να είναι πιο πλούσιος από τον Ροκφέλερ – και ίσως πιο διάσημος.) Αναφέρομαι στην ιδέα του εκατομμυριούχου – σε αυτή τη μυθολογία που όχι απλά θάλλει, αλλά δείχνει να περνάει στην αντεπίθεση: ενώ έχουμε διανύσει αιώνες φιλοσοφίας, θρησκείας, πολιτικής οικονομίας και well-being, που μας μιλάνε για τη μη εμμονή με τον υλικό πλούτο, και όμως, η λατρεία της ιδέας του εκατομμυριούχου καλά κρατεί. (Πέρσι ασχολούμασταν με το μπάτζετ του γάμου του Τζεφ Μπέζος· φέτος, με τα 12 μηδενικά του Elon.)
Παρόλο που γενικά κοπτόμεθα όλοι για τη δημοκρατία, ταυτόχρονα ζητωκραυγάζουμε τον εκάστοτε αυτοκράτορα. Δεν χρειάζεται να είσαι πολιτικός επιστήμων ή διδάκτωρ κοινωνιολογίας για να δεις το προφανές μήνυμα αυτού του παροξυσμού γύρω από τα περίφημα 12 μηδενικά: το μήνυμα είναι η αυτοκρατορία. Ο κόσμος (ή τουλάχιστον ο κόσμος των μίντια, που όμως συχνά καταλήγει να σημαίνει ένα και το αυτό) ηδονίζεται με την είδηση του νέου αυτοκράτορα. Και ενώ εδώ και χρόνια μαίνεται η μάχη γύρω από τη θέση (και τα καθήκοντα, όπως ας πούμε η φορολόγηση) των εκατομμυριούχων μέσα στη δημοκρατία, τώρα το ερώτημα μοιάζει να αντιστρέφεται μπροστά στα ίδια μας τα μάτια: αντί να συζητάμε ποια η θέση των εκατομμυριούχων μέσα στη δημοκρατία, έχουμε καταλήξει να ρωτάμε αν υπάρχει χώρος για τη δημοκρατία σε έναν κόσμο από αυτοκράτορες.
Το τέλος της λογικής
Ίσως επειδή η έπαυλη εφάπτεται στο City College, το ιστορικό δημόσιο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, άρα είναι σχεδόν σαν να βρισκόμαστε σε πανεπιστημιακό χώρο, ίσως επειδή ο Χάμιλτον θεμελίωσε το Σύνταγμα της νέας ομοσπονδίας, αφού ήταν ο βασικός συγγραφέας των Ομοσπονδιακών Κειμένων (Federalist Papers), και επιπλέον σκοτώθηκε πρόωρα σε μονομαχία, μου έρχεται στο μυαλό μια απορία που σχετίζεται με συνταγματικά δικαιώματα (αφού απέκτησα την υπηκοότητα, δεν δικαιούμαι να ρωτήσω;). Είναι δυνατόν στη χώρα που, μέχρι πρόσφατα, είχε το υψηλότερο βιοτικό επίπεδο στον πλανήτη, η νούμερο ένα αιτία παιδικών θανάτων να είναι τα όπλα; Και ποιο το ακλόνητο επιχείρημα αν τολμήσει κανείς να θέσει θέμα περιορισμού στην οπλοκατοχή – να μην μπορεί, ας πούμε, ο πρώτος τυχόντας να ψωνίσει μπαζούκας στο σούπερ-μάρκετ; “Α, όχι, λυπούμαστε, δεν μπορούμε να συζητήσουμε γιατί οποιοσδήποτε περιορισμός θα ήταν παραβίαση της Δεύτερης Τροπολογίας μας, κι εμείς είμαστε πιστοί στο Σύνταγμα.”
Υπέγραψα τις προάλλες μια έκκληση όπου ένας πατέρας 7χρονου θύματος του Sandy Hook μάς εξηγούσε με απόλυτη ψυχραιμία, σαν να διδάσκει αριθμητική, πόσα δευτερόλεπτα χρειάστηκαν στον δολοφόνο για να ξαναγεμίσει το όπλο του μεταξύ δύο γύρων εξολόθρευσης, και πόσα παιδάκια κατάφερε να σώσει μέσα σε αυτά τα πολύτιμα δευτερόλεπτα ένας δάσκαλος, και άρα πόσο σημαντικό είναι να υπογράψουμε την έκκληση για να μπουν περιορισμοί στο είδος των πολυβόλων που διατίθενται στο ευρύ κοινό. Η ζωή πάντα είχε έναν βαθμό παραλογισμού, αλλά αν αυτό δεν είναι το απόλυτο παράλογο, τότε δεν ξέρω τι είναι: να πρέπει να μας πείσει ο γονιός (με τρόπο γλυκό και ήπιο, χωρίς να ανεβάζει τους τόνους, μην τυχόν κι εκνευριστεί το κομμάτι του πληθυσμού που είναι πιστό στο έθνος και στο ιερό δικαίωμα στην οπλοκατοχή) ότι, να, αν κάνουμε λίγο λιγότερο γρήγορο το φονικό όπλο, μπορεί να σωθεί κανένα παιδάκι παραπάνω. Μιλάμε για το τέρμα της λογικής.
Δεν χρειάζονται άλλες έρευνες – είναι ηλίου φαεινότερο: στις χώρες όπου τέτοια όπλα ΔΕΝ διατίθενται απλόχερα στο αγοραστικό κοινό, ΔΕΝ υπάρχουν τόσοι (ή και καθόλου) θάνατοι από όπλα – δεν είναι κανένα άλυτο μαθηματικό πρόβλημα, τα στοιχεία είναι ξεκάθαρα.
Σχεδόν όλοι οι Ιδρυτές Πατέρες ή ήταν ιδιοκτήτες σκλάβων ή είχαν συμμετοχή, συναίνεση στη δουλεία, παρά τα όσα κήρυτταν περί ελευθερίας. Γιατί προκειμένου για την ιδιοκτησία σκλάβων εφαρμόζουμε το φίλτρο ότι “ήταν άλλες εποχές”, “δεν πρέπει να ερμηνεύουμε με τα σημερινά κριτήρια άλλες ιστορικές περιόδους”, “πρέπει να διατηρούμε την ψύχραιμη οπτική και να αποφεύγουμε τους αναχρονισμούς”, αλλά προκειμένου για την οπλοκατοχή, προσκυνάμε ατόφια τη Δεύτερη Τροπολογία και θεωρούμε ιερό το δικαίωμα στα όπλα ασυζητητί, χωρίς να εφαρμόζουμε το απαραίτητο “ψύχραιμο” φίλτρο; Η συνταγματική διάταξη του 1791 αναφερόταν προφανώς στο δικαίωμα του πολίτη σε ένα τουφέκι για αυτοάμυνα, και δεν ήταν δυνατόν να προβλέψει ότι εν έτει 2026 ο κάθε παρανοϊκός θα μπορεί να αγοράσει οπλοπολυβόλο και να ξεπαστρέψει 20 πιτσιρίκια μέσα σε 4 λεπτά;
Ο Χάμιλτον δεν ήθελε να μονομαχήσει αλλά ενέδωσε γιατί έτσι απαιτούσε ο κώδικας τιμής της εποχής (λένε μάλιστα ότι επίτηδες έριξε στον αέρα). Το αστραφτερό πνεύμα του έσβησε μόλις στα 49 του. (Δυο χρόνια μόνο πρόλαβε να τη χαρεί την περίφημη έπαυλη.) Αναρωτιέμαι τι θα είχε να πει για την ξέφρενη άνοδο πωλήσεων όπλων, και αντίστοιχων θανάτων, στην Αμερική σήμερα.
Η Νάντια Φώσκολου (www.nadiafoskolou.nyc) είναι θεατρική σκηνοθέτρια με έδρα τη Νέα Υόρκ
Comments are closed.