- Advertisement -

Το ψηφιακό χάσμα στα ευρωπαϊκά σχολεία αλλάζει μορφή. Το πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο ποιος μαθητής έχει πρόσβαση σε υπολογιστή, tablet ή γρήγορη σύνδεση στο Διαδίκτυο, αλλά κυρίως ποιος γνωρίζει να χρησιμοποιεί αποτελεσματικά την τεχνολογία. Και αυτή η νέα διάσταση της ανισότητας φαίνεται ότι συνδέεται στενά με την κοινωνική και οικονομική προέλευση των μαθητών.
Αυτό είναι ένα από τα βασικά συμπεράσματα της έκθεσης «Η ψηφιακή εκπαίδευση στα σχολεία της Ευρώπης 2026», η οποία βασίζεται σε έρευνα του δικτύου Eurydice σε 38 ευρωπαϊκά εκπαιδευτικά συστήματα. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Εκτελεστική Υπηρεσία Εκπαίδευσης και Πολιτισμού, τα σχολεία με μεγαλύτερο ποσοστό μαθητών από οικονομικά και κοινωνικά ασθενέστερες οικογένειες δεν διαθέτουν απαραίτητα λιγότερο ψηφιακό εξοπλισμό. Οι μαθητές τους, όμως, εμφανίζουν χαμηλότερες επιδόσεις στις ψηφιακές δεξιότητες σε σχέση με συνομηλίκους τους που φοιτούν σε πιο προνομιούχα σχολεία.
Η εικόνα διαφοροποιείται από χώρα σε χώρα. Σε ορισμένα εκπαιδευτικά συστήματα τα πιο φτωχά σχολεία πράγματι διαθέτουν λιγότερο εξοπλισμό, ενώ σε άλλα συμβαίνει ακόμη και το αντίθετο. Το γεγονός αυτό οδηγεί τις ευρωπαϊκές αρχές στο συμπέρασμα ότι η ανισότητα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί απλώς με την αγορά περισσότερων υπολογιστών.
Πίσω από τις διαφορετικές επιδόσεις βρίσκονται βαθύτεροι παράγοντες: η ποιότητα της διδασκαλίας, το οικογενειακό περιβάλλον, ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούνται οι ψηφιακές συσκευές και η άτυπη μάθηση εκτός σχολείου. Δύο μαθητές μπορεί επομένως να έχουν πρόσβαση στην ίδια τεχνολογία, αλλά να αποκτούν εντελώς διαφορετικές δεξιότητες από τη χρήση της.
Παρά τη διαπίστωση αυτή, μόλις τρία από τα 38 εκπαιδευτικά συστήματα που εξετάστηκαν -η Ιρλανδία, η Γαλλία και η Κροατία- διαθέτουν ειδική χρηματοδότηση για την αντιμετώπιση των ψηφιακών ελλείψεων που συνδέονται με την κοινωνικοοικονομική σύνθεση των σχολείων.
Παράλληλα, η πραγματική πρόσβαση των μαθητών στις αναδυόμενες τεχνολογίες μέσα στις σχολικές αίθουσες παραμένει περιορισμένη και άνιση μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών. Ακόμη και η αξιολόγηση των ψηφιακών δεξιοτήτων μέσω εθνικών ή άλλων τυποποιημένων εξετάσεων εξακολουθεί να αποτελεί περισσότερο εξαίρεση παρά κανόνα.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η εικόνα που καταγράφεται για την τεχνητή νοημοσύνη. Τα σχολεία καλούνται ήδη να αντιμετωπίσουν μια τεχνολογία που οι μαθητές χρησιμοποιούν καθημερινά, την ώρα που οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί συχνά δεν έχουν προετοιμαστεί επαρκώς για αυτήν.
Μόνο επτά από τα 38 εκπαιδευτικά συστήματα έχουν εντάξει την ασφαλή και ηθική χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στην αρχική εκπαίδευση των εκπαιδευτικών. Ο αριθμός αυξάνεται στα 16 όσον αφορά τη συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτιση. Την ίδια στιγμή, περισσότερα από τα μισά εκπαιδευτικά συστήματα έχουν ήδη θεσπίσει κατευθυντήριες γραμμές για την υπεύθυνη χρήση της AI στην τάξη. Δημιουργείται έτσι ένα παράδοξο: οι κανόνες προηγούνται της εκπαίδευσης εκείνων που καλούνται να τους εφαρμόσουν.
Υπάρχουν πάντως και θετικές εξελίξεις. Σχεδόν όλα τα εκπαιδευτικά συστήματα εξασφαλίζουν πλέον στους μαθητές με ειδικές ανάγκες πρόσβαση σε υποστηρικτικές τεχνολογίες, από λογισμικά μετατροπής κειμένου σε ομιλία μέχρι ειδικά προσαρμοσμένες συσκευές.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξετάζει παράλληλα τι συμβαίνει όταν η γενετική τεχνητή νοημοσύνη μπαίνει στη διαδικασία της μάθησης. Σε δεύτερη έκθεση καταλήγει ότι τα εργαλεία AI που έχουν σχεδιαστεί ειδικά για εκπαιδευτικούς σκοπούς μπορούν να προσφέρουν καλύτερα μαθησιακά αποτελέσματα από τις γενικές εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης που χρησιμοποιούνται ευρέως εκτός σχολείου.
Και εδώ βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα. Μεγάλο μέρος της πραγματικής χρήσης της AI από τους μαθητές πραγματοποιείται εκτός σχολικού ωραρίου, μέσω γενικών εργαλείων και χωρίς παιδαγωγική καθοδήγηση.
Καθοριστικός φαίνεται ότι είναι και ο τρόπος χρήσης. Όταν ο μαθητής αξιοποιεί την τεχνητή νοημοσύνη για να ενισχύσει τη δική του σκέψη -για να συγκρίνει πληροφορίες, να επεξεργαστεί μια απάντηση ή να οικοδομήσει πάνω σε αυτήν- τα αποτελέσματα μπορούν να βελτιωθούν. Όταν, αντίθετα, χρησιμοποιεί μηχανικά την απάντηση που παράγει η AI, χωρίς να την εξετάζει ή να την αμφισβητεί, τα μαθησιακά αποτελέσματα χειροτερεύουν. Τα αποτελέσματα του PISA 2025 ενισχύουν αυτή την ανησυχία. Οι μαθητές που χρησιμοποιούν συχνά τεχνητή νοημοσύνη για να συνοψίζουν σχολικά κείμενα συγκεντρώνουν κατά μέσο όρο 18 μονάδες λιγότερες στις φυσικές επιστήμες από εκείνους που δεν κάνουν αντίστοιχη χρήση.
Η Ισπανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το 39,9% των 15χρονων μαθητών δηλώνει συχνή χρήση AI για τέτοιου είδους περιλήψεις, το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 31,2%. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι εάν η τεχνητή νοημοσύνη πρέπει να μπει στο σχολείο. Οι μαθητές την έχουν ήδη εντάξει στην καθημερινότητά τους. Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν τα εκπαιδευτικά συστήματα μπορούν να τους μάθουν να τη χρησιμοποιούν χωρίς να αντικαθιστά τη σκέψη τους. Οι δύο ευρωπαϊκές εκθέσεις αναμένεται να αποτελέσουν τη βάση για το νέο Πακέτο Εκπαίδευσης που σχεδιάζει να παρουσιάσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έως το τέλος του 2026, με έμφαση στις βασικές δεξιότητες, στην εκπαίδευση των εκπαιδευτικών και στις ψηφιακές υποδομές.
Η μεγάλη πρόκληση για την Ευρώπη είναι πλέον διαφορετική από εκείνη της προηγούμενης δεκαετίας. Δεν αρκεί να βάλει έναν υπολογιστή σε κάθε θρανίο. Πρέπει να διασφαλίσει ότι το κοινωνικό περιβάλλον ενός παιδιού δεν θα καθορίζει το πόσο καλά μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτόν τον υπολογιστή και ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα γίνει εργαλείο μάθησης και όχι υποκατάστατο της μάθησης.
Comments are closed.