- Advertisement -

Το γράψιμο ως παρηγοριά και αποκατάσταση

Το γράψιμο ως παρηγοριά και αποκατάσταση
1

- Advertisement -

Στον Γιάννη Πατσώνη

Στα σαράντα ένα χρόνια από τον θάνατο του πεζογράφου Γιώργου Ιωάννου, αν και ο ίδιος πίστευε πως σε περίπτωση που θα είχε διασωθεί στο μέλλον ως «μύθος» – δεν είχε διστάσει να φωτογραφηθεί λίγο πριν από τον θάνατό του ως αρχαίος Ελληνας ντυμένος με χλαμύδα πάνω σε ένα ανάκλιντρο – ανάλογα ευεργετική θα ήταν και η επιβίωση του έργου του, αναγνωρίζουμε σήμερα πως η μόνη εκτίμηση που παραμένει αδιάβλητη είναι πως όσο καλός, ή μάλλον εξαιρετικός, συγγραφέας λογαριαζόταν όσο ζούσε, το ίδιο ακριβώς εξακολουθεί να συμβαίνει και σήμερα.

Αν και πιστώνεται ως συγγραφέας με ευρύστερνους κοινωνικής και ηθικής τάξεως προβληματισμούς, όπως τους υπαγορεύει ένα αναπεπταμένο γεωγραφικό τοπίο, του χρειαζόταν ο κλειστός ορίζοντας μιας συγκεκριμένης πόλης με τους αναγνωρίσιμους χώρους της και τα «σεσημασμένα» τοπόσημά της, τους χαρακτήρες της, ώστε να μπορεί να ξεδιπλωθεί αφηγηματικά με έναν τρόπο που ακόμα και η πιο αδιόρατη λεπτομέρεια θα συνέβαλε στη συγκρότηση του πεζογραφικού πίνακά του όσο και το πιο αψύ ιστορικό γεγονός.

Έχοντας ο ίδιος βαθύτατη συνείδηση αυτής της «ιδιαιτερότητάς» του, αν και αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της λογοτεχνίας, του αρκούσε ένας περίπατος ως την πλατεία Ομονοίας προκειμένου με αφετηρία μια εικόνα, όπως δεν την είχε διακρίνει κανείς άλλος, να γράψει μια συναρπαστική σελίδα. Σάμπως και να είχε έρθει σε συνεννόηση με τον Μ. Καραγάτση, που, όπως είχε εξομολογηθεί η κόρη του Μαρίνα, αν ζούσε τη δεκαετία του ’80 (είχε πεθάνει τον Σεπτέμβριο του 1960), θα σύχναζε καθημερινά στην πλατεία Ομονοίας, ώστε ακούγοντας τους αλλοδαπούς και τους μετανάστες να συζητάνε μεταξύ τους, αλλά παίρνοντας μέρος και ο ίδιος στις συζητήσεις τους, να συνθέσει πεζογραφικά την τοιχογραφία μιας εποχής με βάση ένα σπαρταριστό πρωτογενές υλικό.

Όπως, από μιαν άλλη πλευρά, κάθε άλλο παρά συμπτωματικό θα χαρακτήριζε κανείς το γεγονός πως τρεις πεζογράφοι της ίδιας περίπου ηλικίας (Ιωάννου, Κουμανταρέας και Ταχτσής), με προϋπόθεση μια τοπιογραφία που ακόμα και «συνοικιακή» θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει κανείς, αφού είτε πρόκειται για τη Θεσσαλονίκη (αποκλειστικά με τον Ιωάννου αλλά εν μέρει και με τον Ταχτσή), είτε για την Αθήνα, αλλά και με τους τρεις τους τώρα να κινούνται στο «γεωγραφικό» πλαίσιο, όπως καθοριζόταν ανάμεσα στην πλατεία Ομονοίας, την πλατεία Μεταξουργείου, τον Κολωνό, την πλατεία Βικτωρίας, το Πεδίον του Αρεως και τα Εξάρχεια, η αναγωγή όλων αυτών των περιοχών, στην πεζογραφική της διάσταση, δεν υπαγορεύει κανενός είδους τοπικιστική ανάγνωση.

Ακριβώς γιατί με την αξιοποίησή τους όπως πραγματοποιείται συγγραφικά χάρη στις «επιλήψιμες» ή και τις «απαγορευμένες» νυχτερινές κυρίως δραστηριότητές τους, έχουμε μια ανύψωσή τους σε ένα επίπεδο υγιούς – αν λέγεται – κοσμοπολιτισμού. Ενα χαρακτηριστικό που ως «άλλο τόνο» το υπογραμμίζει ο Ιωάννου, λέγοντας σε μια ραδιοφωνική μας συνομιλία στα 1982 για το «Τρίτο στεφάνι» του Ταχτσή (περιλαμβάνοντας μέσα και τη δική του πεζογραφική δουλειά): «Βέβαια θεωρώ ότι το “Τρίτο στεφάνι”, όπως άλλωστε το θεωρούν και όλοι οι άλλοι, είναι το αριστούργημά του. Εχει συντελέσει στον “νέο τόνο” που έχει λάβει η λογοτεχνία μας. Δεν είναι ανάγκη να είναι κανείς σοφός μελετητής της νεοελληνικής λογοτεχνίας για να τον εννοήσει, φτάνει να πάρει ως δείγματα τα καλύτερα βιβλία των προηγουμένων μας, ή μάλλον των προπροπροηγουμένων μας επιφανών λογοτεχνών, όπως είναι για παράδειγμα ο Μυριβήλης ή ο Βενέζης και να τα συγκρίνει ως προς τη γλώσσα και τον κόσμο τους, με τα σημερινά βιβλία (σημ. εννοεί τα δικά τους) και να δει πόσο έχει αλλάξει η λογοτεχνία».

Όπως δεν χρειάζεται να επιμείνει ιδιαίτερα κανείς για να αντιληφθεί πως αυτός ο «νέος τόνος» όσον αφορά τα βιβλία του Ιωάννου και του Ταχτσή, αλλά και του μη μνημονευόμενου, κάθε άλλο παρά από πρόθεση, Κουμανταρέα, έχει να κάνει σε έναν μικρό αλλά σεβαστό βαθμό με το καθ’ όλα έξοχα χρησιμοποιημένο και αναπλασμένο και στους τρεις τους στοιχείο της ομοφυλοφιλίας. Χωρίς καμιά παραχώρηση ώστε ακόμα και μυθιστορηματικά να διαφαίνεται μια οποιαδήποτε πριμοδότησή του, αλλά και με την αίσθηση ταυτόχρονα της ανακάλυψης ενός ορυχείου, που οι προηγούμενες συγγραφικές γενιές, είχαν αγνοήσει ή και υποτιμήσει – το ίδιο είναι.

Όσον αφορά τον Ιωάννου, όπως προκύπτει από πάμπολλες προσωπικές του μαρτυρίες, αν ευγνωμονούσε οτιδήποτε τον έκανε να αισθάνεται μειοψηφία, όπως για παράδειγμα τη φτώχεια των παιδικών και των εφηβικών του χρόνων, ή τον ερωτικό του προσανατολισμό (ακόμα ηχεί στα αφτιά μας η σπαρακτική του εξομολόγηση πως για χρόνια η μόνη σωματική επαφή του ήταν με το χέρι του κουρέα), είναι γιατί είχε ακονισθεί η ευαισθησία του σε τέτοιο βαθμό ώστε το γράψιμο να αποτελεί μια πραγματική παρηγοριά. Ενώ τον αποκαθιστούσε, κατά κάποιο τρόπο, και κοινωνικά, καθώς μπορούσε να επαινεθεί ή και να θαυμαστεί, για παράδειγμα, για ένα του βιβλίο που υπήρξε ωστόσο προϊόν μιας μεμπτής ή καταδικαστέας, για μια ευάριθμη τάξη συμπολιτών μας, συμπεριφοράς. Επομένως δεν θα ήταν δυνατόν να συνεχίσει να του χρεώνεται ως μειονέκτημα κάτι που ο ίδιος με το ταλέντο του είχε αναβαθμίσει σε πλεονέκτημα.

Ταύτιζε σε τόσο έντονο βαθμό την ζωή του με την ζωή συγγραφέων που είχαν πεθάνει, αλλά τους ένωνε η «σύμπτωση»  ενός χώρου οργανωμένου για «απρόβλεπτες», με πολύ ευχάριστη κατάληξη, συναντήσεις, μιας γαστρονομικής επιλογής ή μιας γειτονιάς, ώστε σε σχέση με την τελευταία σχεδόν να καμαρώνει που τα «παραπατήματά» του, στην περιοχή των Εξαρχείων όπου έμενε να έχουν διαδεχθεί τα «παραπατήματα» του ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Σε βαθμό που το καθημερινό πέρασμά του έξω από το σπίτι, ερείπιο πλέον, αυτού του ποιητή να το θεωρεί ως ένα είδος προσκυνήματος. Αν θα έλεγε κανείς πως το αίσθημα που προϋποθέτει μια αντίστοιχη επαφή με τους ανθρώπους και με τα πράγματα, «στοιχειώνει» το σύνολο των πεζογραφικών του βιβλίων, δεν θα μπορούσε να του επιφυλαχθεί μια συγκινητικότερη «έξοδος», φτάνει να θυμηθούμε ότι το βράδυ του θανάτου του, έξω από το παράθυρό του, στο μισόφωτο ενός αποπνικτικού δρόμου και μέσα σε μιαν επίμονη ψιλή βροχή, μια γυναίκα, καλά προφυλαγμένη για να μη γίνεται αντιληπτή, αν και άγνωστη, σε όλους όσοι έμπαιναν ή έβγαιναν από το διαμέρισμά του, έκλαιγε γοερά.

- Post Down -

Comments are closed.