- Advertisement -

Τουργκούτ Οζάλ: Όταν η Άγκυρα έβλεπε προς τις Βρυξέλλες

Τουργκούτ Οζάλ: Όταν η Άγκυρα έβλεπε προς τις Βρυξέλλες
2

- Advertisement -

Όποτε γίνεται σύγκριση του προέδρου της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, αυτή συνήθως αφορά τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Αυτή εξυπηρετεί συνήθως και τη φιλοδοξία του νυν προέδρου να αναμετρηθεί με το ιστορικό αποτύπωμα και την κληρονομιά του ιδρυτή της σύγχρονης Τουρκίας.

Πλέον δόκιμη, ωστόσο, θα ήταν μια σύγκριση με την άλλη πολιτική προσωπικότητα που επηρέασε αποφασιστικώς την τουρκική πολιτική και κοινωνία κατά το τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνος. Αν και έμεινε στην εξουσία λιγότερο από δεκαετία, έξι έτη ως πρωθυπουργός και τρία ως πρόεδρος, ο Τουργκούτ Οζάλ θεωρείται ο θεμελιωτής  του οικονομικού μοντέλου που επέτρεψε την ανάδειξη της Τουρκίας σε μία από τις είκοσι μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη.

Υπήρξε επίσης ο πρωθυπουργός, ο οποίος διαχειρίσθηκε και μια σοβαρή κρίση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις τον Μάρτιο του 1987, με συμφωνία αποφυγής μονομερών ενεργειών, πριν τελικώς συναντήσει τον πρωθυπουργό της Ελλάδος Ανδρέα Παπανδρέου στο Νταβός τον Ιανουάριο του 1988, και ανοίξει νέο κεφάλαιο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Πόσο διαφορετικά θα ήσαν τα πράγματα με τον Τουργκούτ Οζάλ στις ευρωτουρκικές και ελληνοτουρκικές σχέσεις;

Κατ’ αρχάς είναι φρόνιμο να υπογραμμίσει κανείς την ασυμμετρία στην εξουσία των δύο ηγετών. Μετά σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνος στην ηγεσία της Τουρκίας και μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος του 2017, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει συγκεντρώσει εξουσίες, τις οποίες ούτε να διανοηθεί θα μπορούσε ο Τουργκούτ Οζάλ. Η δράση του τελευταίου λειτουργούσε υπό την έγκριση του στρατού και της γραφειοκρατίας, των οποίων ουδέποτε υπήρξε έμπιστος.

Επιπλέον, βασικός στρατηγικός προσανατολισμός της πολιτικής Οζάλ υπήρξε η αποτελεσματική συμμετοχή της Τουρκίας σε όλους τους δυτικούς διεθνείς οργανισμούς και η ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ). Μερικές μόνον εβδομάδες μετά την ελληνοτουρκική κρίση του Μαρτίου 1987, η Τουρκία υπέβαλε επισήμως αίτηση εντάξεως στην ΕΟΚ. Μερικούς μήνες αργότερα κυκλοφόρησε στην γαλλική και με την υπογραφή του πρωθυπουργού της Τουρκίας βιβλίο με τίτλο «La Turquie en Europe (Η Τουρκία στην Ευρώπη)». Αν και ήταν τοις πάσι γνωστόν ότι ο πρόεδρος Οζάλ δεν είχε ούτε τις γνώσεις ούτε τον χρόνο, για να συγγράψει ολόκληρο βιβλίο για τις ιστορικές και πολιτισμικές σχέσεις Ευρώπης και Τουρκίας, θεωρήθηκε χρήσιμη μια τέτοια πρωτοβουλία.

Η παρουσίαση της συμβολής των πολιτισμών της Μικράς Ασίας στην διαμόρφωση του ευρωπαϊκού πολιτισμού με αναφορές στην ιστορία της φιλοσοφίας και του χριστιανισμού ως επιχείρημα υπέρ της εντάξεως της Τουρκίας στην ΕΟΚ και ο ισχυρισμός ότι η κοσμική δυτικοστραφής Τουρκία δικαιούται θέση στο ευρωπαϊκό πολιτικό οικοδόμημα είχαν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις τότε και θα προκαλούσαν και σήμερα, αν διατυπώνονταν εκ νέου. Το βιβλίο συνέγραψε στην πραγματικότητα ο τότε διπλωματικός του σύμβουλος Γκιουντούζ Ακτάν, ο οποίος υπηρέτησε και ως πρέσβης στην Αθήνα μετά το Νταβός από το 1988 έως το 1991. Η σύμπτωση αυτή δεν ήταν τυχαία και ενδεικτική της παραδοχής ότι ο δρόμος της Αγκύρας προς τις Βρυξέλλες περνά από την Αθήνα.

Σήμερα, ωστόσο, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η τουρκική κυβέρνηση επιθυμεί να βαδίσει αυτόν τον δρόμο. Οπως και ο προκάτοχός του Οζάλ, o πρόεδρος Ερντογάν εμφανίζεται ως ο συγγραφέας ενός βιβλίου, με θεματική όμως όχι ευρωπαϊκή αλλά παγκόσμιο. Το έργο τιτλοφορείται «Ενας δικαιότερος κόσμος είναι εφικτός» και κυκλοφόρησε το 2021 όχι στην γαλλική αλλά στην τουρκική μεταφραζόμενο στις περισσότερες επίσημες γλώσσες του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ). Δεν υπάρχει πλέον καμιά απόπειρα να τεκμηριωθούν οι μικρασιατικές ρίζες του ευρωπαϊκού πολιτισμού, ώστε αυτές να συνδεθούν με την σύγχρονη Τουρκία.

Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός αντιμετωπίζεται με αδιαφορία, αν όχι με συγκατάβαση. Εμφαση δίδεται όχι πλέον στις ευρωπαϊκές αλλά στις παγκόσμιες φιλοδοξίες της Τουρκίας και την αναδιαμόρφωση της παγκόσμιας πολιτικής διά της μεταρρυθμίσεως του ΟΗΕ. Μία από τις κεντρικές ιδέες είναι ότι είναι αδήριτη ανάγκη η μεταρρύθμιση του συστήματος διεθνούς ασφαλείας του ΟΗΕ: ο κόσμος είναι μεγαλύτερος από τα πέντε μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Σε αυτήν την συζήτηση απουσιάζει η ευρωπαϊκή, πολλώ δε μάλλον η ελληνική διάσταση. Ο δρόμος της Αγκύρας προς την Νέα Υόρκη ή την Σαγκάη δεν περνά από την Αθήνα. Στον κόσμο του 21ου αιώνος που συχνά καλείται «μεταδυτικός», ο ρόλος της Τουρκίας προσδιορίζεται ως κομβικός, χωρίς η δημοκρατία, η κοσμικότητα, ο φιλελευθερισμός και οι δυτικές αξίες να θεωρούνται εκ των ων ουκ άνευ.

Εν κατακλείδι, η Τουρκία του 2026 είναι μια τελείως διαφορετική χώρα από αυτήν του 1987. Υπό τις συνθήκες αυτές είναι αμφίβολο αν ακόμη και ο πρόεδρος Οζάλ θα έμενε πιστός στο ευρωπαϊκό του όραμα και στην έμφαση για την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών. Ο ίδιος, ο οποίος δεν παρέλειπε να αναφέρει το δημογραφικό ως ένα από τα σημαντικότερα συγκριτικά πλεονεκτήματα της Τουρκίας ως προς τους γείτονες, θα εκπλήσσετο διαπιστώνοντας ότι ο ατελής εκδυτικισμός της Τουρκίας έχει και δημογραφικό τίμημα.

Αν και ο πληθυσμός της Τουρκίας έφθασε τα 86 εκατομμύρια, ο δείκτης γονιμότητος είναι πλέον χαμηλότερος πολλών ευρωπαϊκών κρατών, και η πιθανότητα αυξήσεως του πληθυσμού στα 100 εκατομμύρια φαντάζει πλέον εξωπραγματική. Το πιθανότερο πάντως είναι ότι ως πραγματιστής ο πρόεδρος Οζάλ θα διέκρινε τον υπαρκτό κίνδυνο «να γεράσει η Τουρκία πριν πλουτίσει» και θα απέφευγε τις ελκυστικές αλλά και επικίνδυνες ατραπούς του μαξιμαλισμού στις ευρωτουρκικές και ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Ο Ιωάννης Ν. Γρηγοριάδης είναι αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Μπίλκεντ και Επικεφαλής του Προγράμματος Τουρκίας του ΕΛΙΑΜΕΠ

- Post Down -

Comments are closed.