- Advertisement -

Τι σήμαινε «ελευθερία» στα Επτάνησα του 1800;

Τι σήμαινε «ελευθερία» στα Επτάνησα του 1800;
4

- Advertisement -

Ο Δημήτρης Δ. Αρβανιτάκης συγκαταλέγεται ανάμεσα στους σημαντικότερους μελετητές της νεότερης ελληνικής ιστορίας, εστιάζοντας τα ποικίλα ερευνητικά του ενδιαφέροντα κυρίως στα Επτάνησα, στον ελληνικό Διαφωτισμό, στην ιστορία των πολιτικών ιδεών και στον τρόπο συγκρότησης της εθνικής συνείδησης. Το έργο του διακρίνεται για τη συστηματική αξιοποίηση αρχειακών πηγών, για την ενασχόλησή του με τη διαχείριση και επεξεργασία μεγάλων αρχειακών σωμάτων καθώς και σύνθετων και πολύπλοκων έργων όπως της έκδοσης των απάντων του Κάλβου καθώς και της αλληλογραφίας του όντας ο ίδιος ένας ισχυρός κρίκος της σημαντικής γενεαλογίας των ιστορικών της μεταπολεμικής και μεταπολιτευτικής περιόδου όπως του Κ.Θ. Δημαρά αλλά κυρίως του Σπύρου Ασδραχά.

Με το νέο του βιβλίο, Ιόνιος Ρεπουμπλικανισμός: Τα κείμενα του 1797-1798 και το νέο πολιτικό λεξιλόγιο των Ελλήνων, ΠΕΚ, 2026 ολοκληρώνει μια πολύ σημαντική ερευνητική πορεία γύρω από τη σημασία της γαλλικής παρουσίας στα Επτάνησα και τον καθοριστικό ρόλο της στη διαμόρφωση της πολιτικής νεωτερικότητας στον ελλαδικό χώρο. Το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελεί τη φυσική συνέχεια της πολύ σημαντικής μονογραφίας του Η αγωγή του πολίτη. Η γαλλική παρουσία στο Ιόνιο (1797-1799) και το έθνος των Ελλήνων, ΠΕΚ, 2020. Στο έργο εκείνο ο Αρβανιτάκης κατέδειξε ότι η σύντομη γαλλική κυριαρχία στα Επτάνησα δεν υπήρξε απλώς μια μεταβολή εξουσίας ή ένα παροδικό επεισόδιο της ναπολεόντειας επέκτασης στην Ανατολική Μεσόγειο. Αντιθέτως, αποτέλεσε μια βαθιά πολιτική, κοινωνική και ιδεολογική τομή, μέσω της οποίας ο ελληνικός κόσμος ήρθε σε άμεση επαφή με τις αρχές της Γαλλικής Επανάστασης, με νέους θεσμούς, νέες μορφές δημόσιας συμμετοχής και ένα εντελώς διαφορετικό πολιτικό λεξιλόγιο. Στον Ιόνιο Ρεπουμπλικανισμό ο συγγραφέας μετατοπίζει το ενδιαφέρον του από την ιστορία των γεγονότων στην ιστορία του λόγου, παρουσιάζοντας και σχολιάζοντας τα ίδια τα κείμενα που γεννήθηκαν μέσα σε εκείνη τη σύντομη αλλά εξαιρετικά πυκνή ιστορική στιγμή διαχειριζόμενος ένα πολύ μεγάλο σώμα κειμένων αναδεικνύοντας τη νέα γεωγραφία του χώρου αλλά και του λόγου και αναδεικνύοντας την πολύπλοκη και καθόλου ευθύγραμμη διαδικασία της «Παλιγγενεσίας» όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει στην εισαγωγή του.

Η διετία 1797-1799 αποτελεί μία από τις πλέον κρίσιμες καμπές της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Η κατάλυση της Βενετικής Δημοκρατίας από τον Ναπολέοντα και η εγκατάσταση των Γάλλων στα Επτάνησα εισήγαγαν στον ελληνικό χώρο, για πρώτη φορά με τόσο άμεσο και πρακτικό τρόπο, τις έννοιες της ελευθερίας, της ισότητας, της λαϊκής κυριαρχίας, της δημοκρατίας και του πολίτη. Οι έννοιες αυτές έπαψαν να αποτελούν αφηρημένες θεωρητικές διατυπώσεις του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και μετατράπηκαν σε αντικείμενο δημόσιου διαλόγου, πολιτικής πράξης και κοινωνικής διεκδίκησης. Μέσα σε ελάχιστους μήνες δημιουργήθηκε ένας πρωτόγνωρος όγκος πολιτικών κειμένων, προκηρύξεων, μεταφράσεων, κατηχήσεων, επιστολών και δημόσιων παρεμβάσεων, που εγκαινίασε ένα νέο πολιτικό λεξιλόγιο για τους Ελληνες και διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις για την ιδεολογική ωρίμαση που θα οδηγήσει στην Ελληνική Επανάσταση.

Συνομιλώντας με τη θεωρία του Τζόναθαν Ισραελ για τον Ριζοσπαστικό Διαφωτισμό, ο Αρβανιτάκης αναδεικνύει ότι κάθε μεγάλη πολιτική επανάσταση προϋποθέτει μια προγενέστερη «διανοητική επανάσταση», κατά την οποία μετασχηματίζονται οι έννοιες, η γλώσσα και οι τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την πολιτική και την κοινωνία. Σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται η μεγάλη συμβολή του βιβλίου. Ο Αρβανιτάκης δεν περιορίζεται στην έκδοση ενός πολύτιμου σώματος πηγών, αλλά προτείνει μια συνολική ερμηνεία της γέννησης της πολιτικής νεωτερικότητας στον ελλαδικό χώρο. Στον πυρήνα της προσέγγισής του βρίσκεται η ιδέα ότι οι μεγάλες επαναστάσεις γεννιούνται πρώτα στις έννοιες και στη γλώσσα και κατόπιν μετασχηματίζονται σε πολιτική πράξη. Το Ιόνιο παρουσιάζεται ως το εργαστήριο μέσα στο οποίο μεταφράζονται, επανανοηματοδοτούνται και αποκτούν περιεχόμενο θεμελιώδεις έννοιες όπως η δημοκρατία, το έθνος, η πατρίδα, η αρετή, το Σύνταγμα, η ισότητα και το κοινό καλό. Με τον τρόπο αυτό, το βιβλίο μεταφέρει τη συζήτηση από την ιστορία των γεγονότων στην ιστορία των εννοιών, χωρίς να αποσπά τις ιδέες από το κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον που τις γέννησε αλλά αντίθετα παρακολουθώντας τη σύνθετη καινούρια συγκρότησή του.

Ιδιαίτερη αξία έχει επίσης η ίδια η δομή της έκδοσης. Ο συγγραφέας δημοσιεύει δεκάδες ελληνικά και ιταλικά κείμενα της περιόδου 1797-1798, πολλά από τα οποία παραμένουν ελάχιστα γνωστά ή δύσκολα προσβάσιμα, συνοδεύοντάς τα με εκτενή εισαγωγή, σχολιασμό και ιστορική τεκμηρίωση. Η παράθεση των πρωτοτύπων επιτρέπει στον ερευνητή να παρακολουθήσει τη διαδρομή των πολιτικών όρων από την ευρωπαϊκή επαναστατική γλώσσα στην ελληνική πραγματικότητα, καθιστώντας το έργο όχι μόνο μια σημαντική ιστορική μελέτη αλλά και ένα πολύτιμο εργαλείο για ιστορικούς, φιλολόγους, πολιτικούς επιστήμονες και κάθε μελετητή του ελληνικού Διαφωτισμού.

Ο Ιόνιος Ρεπουμπλικανισμός δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη συμβολή στην ιστορία των Επτανήσων. Πρόκειται για μια μελέτη που επανατοποθετεί το Ιόνιο στον χάρτη της ελληνικής και ευρωπαϊκής πολιτικής ιστορίας, αναδεικνύοντας τα Επτάνησα ως τον χώρο όπου γεννήθηκε ένα νέο πολιτικό λεξιλόγιο και όπου διαμορφώθηκαν οι πρώτες συνθήκες της πολιτικής νεωτερικότητας στον ελλαδικό χώρο. Είναι ένα έργο που συνομιλεί δημιουργικά με τη σύγχρονη ιστοριογραφία και συγχρόνως προσφέρει μια νέα ερμηνεία για τις απαρχές της εθνικής και πολιτικής συγκρότησης. Ως εκ τούτου, συνιστά αναμφίβολα μία από τις σημαντικότερες ιστορικές εκδόσεις των τελευταίων ετών και ένα βιβλίο αναφοράς για όποιον επιθυμεί να κατανοήσει τις ιδεολογικές και πολιτικές απαρχές του νεότερου ελληνικού κόσμου.

Δημήτρης Δ. Αρβανιτάκης

Ιόνιος Ρεπουμπλικανισμός

Τα κείμενα του 1797-1798 και το νέο πολιτικό λεξιλόγιο των Ελλήνων

Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2026, σελ. 592

Τιμή 28 ευρώ

Απόσπασμα

Οι «μεσάζοντες»: λόγιοι και ιερωμένοι

Η επικοινωνία των λαϊκών μαζών με τα πολιτικά κείμενα μπορούσε να γίνει κυρίως χάρη στη μεσολάβηση «μεσαζόντων» (mediatori), λογίων και ιερωμένων, οι οποίοι αναλάμβαναν ή συνηθέστερα επιφορτίζονταν από τις διοικήσεις να εξηγήσουν το περιεχόμενο των κειμένων σε εκδηλώσεις-συγκεντρώσεις στις πλατείες των πόλεων και των χωριών, στις εκκλησίες, στο πλαίσιο των δημοκρατικών πολιτικών τελετών, με την ευκαιρία επετείων ή ακόμη σε ειδικές συγκεντρώσεις στους χώρους των νέων διοικήσεων (π.χ. στην έδρα των Προσωρινών Δημαρχείων). Η μετάδοση των νοημάτων, λοιπόν, η επικοινωνία γινόταν συνήθως όχι μέσα στο πλαίσιο που καθορίζουν οι όροι τής κατά μόνας ανάγνωσης, αλλά μέσα στο πλαίσιο που διαμόρφωναν τα δίπολα «γραπτός λόγος – προφορικότητα» και «ομιλητής – κοινό». Σε μας σήμερα, που διαθέτουμε μόνο το τυπογραφικά αποτυπωμένο κείμενο (άρα, μόνο τη βούληση του συγγραφέα), διαφεύγει, κατά συνέπεια, ένα μεγάλο μέρος του ζωντανού πολιτικού δια-λόγου, ο οποίος λάμβανε χώρα κάθε φορά (και κάθε φορά διαφορετικός) σε συνάρτηση αφενός με την ικανότητα και τη ζέση του εκάστοτε εξηγητή-μεσάζοντα και αφετέρου με τη δυναμική που αναπτυσσόταν ανάμεσα σε αυτόν και το κοινό του, αλλά και μέσα στο τελευταίο αυτό. Μας διαφεύγουν τα ρητορικά σχήματα, οι εικόνες, οι αλληγορίες, τα παραδείγματα, οι κώδικες των εξηγητικών εργαλείων δηλαδή (οπωσδήποτε, όχι πάντα και όχι για όλους τα ίδια) διά των οποίων οι έννοιες αποκτούσαν την αναγκαία δυναμική, την αναγκαία ενάργεια και «υλικότητα», ώστε να καλυφθεί η απόσταση μεταξύ κειμένου και κοινού, αν και μπορούμε να υποθέσουμε ότι όλα αυτά εξαρτώνταν όχι μόνο από την παιδεία, το ενδιαφέρον και το πάθος του εξηγητή, αλλά και από το επίπεδο, τις γνώσεις, τις ιδιαιτερότητες και τις ανάγκες του κοινού, καθώς και από την ατμόσφαιρα της στιγμής και από τη δυναμική της (από τον ενθουσιασμό δηλαδή, από την απογοήτευση, τη δυσπιστία ή την κούραση που προφανώς προκαλούσαν οι συγκυρίες και οι συνθήκες).

Δεν γνωρίζουμε στοιχεία ικανοποιητικά για την κυκλοφορία αυτών των κειμένων (αριθμοί αντιτύπων, ρυθμοί κυκλοφορίας, αναγνωσιμότητα κ.λπ.), και αν ο υπερβολικά μεγάλος αριθμός τους κατά τη διάρκεια της ρεπουμπλικανικής τριετίας μαρτυρά τη ζέση, την αίσθηση του επείγοντος, με την οποία τα διοικητικά όργανα και οι απλοί θιασώτες της δημοκρατικής ρεπούμπλικας πάσχισαν να διαδώσουν τις ιδέες τους στους «ολιγότερο μορφωμένους αδελφούς τους», όπως εύστοχα τιτλοφορούσε το κείμενό του ο Melchiorre Cesarotti, δεν πρέπει να υπάρχει αμφιβολία ότι το άμεσο αποτέλεσμα, ο αντίκτυπός τους στις μάζες των πόλεων και της υπαίθρου δεν ανταποκρίνονταν στις επιθυμίες τους. Το υλικό-διανοητικό-ιδεολογικό πλέγμα του παραδοσιακού κόσμου μπορεί να γνώρισε σημαντικές αλλά μειοψηφικές ρωγμές στον χώρο της λογιοσύνης, των φωτισμένων τμημάτων της ευγένειας και δευτερευόντως της Εκκλησίας, ωστόσο δεν κινδύνεψε ουσιαστικά στο επίπεδο της κοινωνίας.

Το «ανεξίτηλο ίχνος», όμως, για το οποίο μιλήσαμε παραπάνω, υπήρξε. Και αυτό πρέπει να αναζητηθεί στην έστω κοινωνικά περιορισμένη εμφάνιση της νέας πολιτικής, του νέου πολιτικού λεξιλογίου· στη ριζοσπαστικοποίηση μέρους της λογιοσύνης και των κοινωνικών στρωμάτων, ιδίως των αστικών· στην προβολή μιας νέας λειτουργίας του λόγου και στην υιοθέτηση ενός νέου ρόλου της λογιοσύνης· πρέπει να αναζητηθεί, εντέλει, στην αρχή της διαμόρφωσης της έννοιας του έθνους, του πολίτη και του λαού (αλλά και των συναφών εννοιακών συμπλεγμάτων), στην προώθηση μιας νέας αντίληψης για την πολιτική, στην ανάδειξη της λαϊκής κυριαρχίας σε θεμέλιο αυτής της πολιτικής και στη διεκδίκηση ενός ορθότερου πολιτικού συστήματος.

Αυτές οι παράμετροι της δυναμικής της στιγμής, μάρτυρας της οποίας είναι τα κείμενα αυτά, αναδεικνύουν τη σημασία της, ιδιαίτερα αν αυτή συγκριθεί με το περιεχόμενο και τις στοχεύσεις του πολιτικού λόγου μετά το 1800 και ιδίως μετά το 1814, οπότε, δίχως να χαθεί η δυναμική της προηγούμενης φάσης, οι άξονες γύρω από τους οποίους περιστράφηκαν οι συναινέσεις και οι συγκρούσεις ήταν κυρίως οι έννοιες του έθνους, της εθνικής ενότητας και της δημιουργίας «ενός κράτους για το έθνος».

Αυτή, ακριβώς, η ανάδυση της δημοκρατικής ρεπούμπλικας, της νέας πολιτικής και του λεξιλογίου της είναι το βασικό χαρακτηριστικό της περιόδου από το 1796 μέχρι το 1802, ενώ από τότε και μετά εκείνο που σημάδεψε την ιταλική πολιτική ζωή ή καλύτερα τον στοχασμό των διανοουμένων ήταν η συζήτηση για το έθνος.

- Post Down -

Comments are closed.