- Advertisement -

Σύγχρονο λεξικό προεκλογικής περιόδου

Σύγχρονο λεξικό προεκλογικής περιόδου
2

- Advertisement -

Η προεκλογική καμπάνια για τις επόμενες εκλογές, που καθυστερούν ακόμα, έχει ήδη ξεκινήσει από την προηγούμενη εβδομάδα, στη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης. Εκεί, αρκετούς μήνες προτού τοποθετηθούν τα παραβάν μπροστά στις κάλπες, μάθαμε τις λέξεις που θα μας συντροφεύουν όλο το επόμενο διάστημα και θα καθορίσουν την πολιτική σεζόν. Ενα μικρό λεξικό, φτιαγμένο προσεκτικά από πολιτικούς επιστήμονες και δημοσκοπικούς αναλυτές, μελετημένο γράμμα-γράμμα στα κομματικά επιτελεία – σε αντίθεση με ένα απλό εγχειρίδιο, ωστόσο, αυτό έχει και σκοπό και αποστολή· και θα κριθεί εκ του αποτελέσματος.

Ορίζοντας

Ποιο είναι το πρόβλημα όταν η συζήτηση γυρνάει διαρκώς στο παρελθόν; Οτι έπειτα από λίγο αρχίζει και κουράζει – ειδικά όταν το παρελθόν, είτε αφορά το 2018 είτε το 2010, είναι επίπονο και έχει αποτυπωθεί ως συλλογικό τραύμα. Για να μπορέσει λοιπόν μια πολιτική δύναμη να «παίξει» τη σύγκριση του τότε με το τώρα, χωρίς να δυσκολέψει στο μη περαιτέρω το εκλογικό της ακροατήριο, πρέπει να προσθέσει λίγο μέλλον στη συνταγή. Και ο ορίζοντας, που εικονογραφείται και ως ένα μελλοντικό, ήρεμο ταξίδι μέχρι το τέλος της επόμενης τετραετίας, προσφέρει την κατάλληλη δόση αισιοδοξίας, όταν αυτή δεν προκύπτει από τα πραγματικά δεδομένα. Ασε που φαίνεται πως ο εκάστοτε καπετάνιος είναι πρόσωπο που έχει χάρτη στην τσέπη του – δηλαδή πλάνο.

Ελπίδα

Από το 2015, όταν για πρώτη φορά έγινε το βασικό σύνθημα της προεκλογικής καμπάνιας του ΣΥΡΙΖΑ («Η ελπίδα έρχεται»), η «ελπίδα» δεν προτιμιόταν ιδιαιτέρως από τα κομματικά επιτελεία – ούτε καν η ομπαμική της παρακαταθήκη δεν την έκανε ελκυστική για τα προοδευτικά κόμματα, που επειδή ο Αλέξης Τσίπρας είχε καεί στον χυλό, φυσούσαν ακόμα και το γιαούρτι. Τα πράγματα άλλαξαν φέτος: τα επτά χρόνια διακυβέρνησης της ΝΔ, το επιθετικό πασοκικό branding, αλλά και η εμφάνιση της Μαρίας Καρυστιανού (που επέλεξε την Ελπίδα για όνομα του κόμματός της), την έφεραν και πάλι στο προσκήνιο. Ακόμα βέβαια, οι παλιοί της γνώριμοι διστάζουν να τη χρησιμοποιήσουν.

Κούραση

Κάποιες εκλογικές στρατηγικές δεν έχουν αισιόδοξη αφετηρία. Οι προεκλογικές καμπάνιες άλλωστε, δύναται προσωρινά να πετυχαίνουν τον στόχο τους, ακόμα κι αν μοιάζουν με γκρίζα διαφήμιση – αν επιμένουν, δηλαδή, περισσότερο στο τι δεν έχει κάνει ο άλλος, παρά στο τι μπορεί να γίνει ή τι προτείνεται. Οταν μια κυβέρνηση αναζητά τρίτη θητεία, προφανώς το χαρτί της κούρασης – ακόμα και της ανακύκλωσης των ίδιων προσώπων σε θέσεις ευθύνης – θα ανασυρθεί από τη φαρέτρα με τα όπλα της αντιπολίτευσης. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν το 2027 κάτι τέτοιο είναι αρκετό. Τέσσερα χρόνια πριν, το 2023, αποδείχτηκε με τον πλέον εκκωφαντικό τρόπο πως δεν ήταν.

Όραμα

Το πρόβλημα στην ελληνική πολιτική σκηνή είναι πως καμιά φορά περιγράφεται, ως μια παρέα τυφλών, στην οποία αναπόφευκτα θριαμβεύει ο μονόφθαλμος. Η πεποίθηση αυτή δεν βοηθάει κανέναν, ούτε καν τον πρώτο – γιατί όσο περνούν τα χρόνια, η ανεπάρκεια των απέναντι δεν είναι πια το ίδιο ελκυστικό μέτρο σύγκρισης. Τα κιτάπια των αρχηγών άνοιξαν, λοιπόν, οι επικοινωνιολόγοι ασχολήθηκαν με το πρόβλημα, τα focus groups πήραν φωτιά και όλοι μαζί βρήκαν τι λείπει από τις υφιστάμενες πολιτικές δυνάμεις. Η έμπνευση, η χρυσόσκονη, το κάτι παραπάνω. Αυτό που εννοούσε ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ όταν έλεγε πως έχει ένα όνειρο, το όραμα που σηκώνει τους πολίτες από τον καναπέ τους.

Ακυβερνησία

Οταν οι δημοσκοπήσεις αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο να μην υπάρξει αυτοδυναμία, σε μια χώρα όπως η Ελλάδα που οι κυβερνήσεις συνεργασίας δεν είναι το σύνηθες, το πρώτο κόμμα αναπόφευκτα θα θέσει το δίλημμα με στόχο να ανεβάσει τα ποσοστά του – σταθερότητα ή ακυβερνησία; Το 2027, στο παιχνίδι δεν μπαίνει μόνο το «country risk» που απασχολεί την αγορά στο ενδεχόμενο πολλαπλών εκλογικών αναμετρήσεων, αλλά η ανάληψη της προεδρίας της ΕΕ χρησιμοποιείται από το Μέγαρο Μαξίμου και ως εθνικό ορόσημο. Στη λογική πως, με την εικόνα της χώρας στο εξωτερικό, καλό θα ήταν να μην παίζουμε. Η ακυβερνησία, ως κίνδυνος, είναι η θεσμική ανασφάλεια. Και εγείρει αντανακλαστικά ακριβώς στα ακροατήρια που έδωσαν εκλογικές νίκες στο παρελθόν.

Κοστολόγηση

«Πόσο κάνει, πείτε μου πόσο κάνει;»: εδώ και χρόνια, κανείς δεν έμπαινε στ’ αλήθεια στα άδυτα της κοστολόγησης ενός πολιτικού προγράμματος – λόγω της εμπειρίας της κρίσης χρέους, η δημοσιονομική νοικοκυροσύνη ήταν απαραίτητο συστατικό για όσα κόμματα έπαιζαν για να κερδίσουν, όμως περισσότερο σε επίπεδο αφηγήματος: όλοι, και η σημερινή κυβέρνηση, έταζε κάτι παραπάνω, η σύγκριση όμως με τις υπερβολές του παρελθόντος δεν άφηνε περιθώρια λάθους. Το μετριοπαθές rebranding του Αλέξη Τσίπρα άνοιξε τον ασκό του Αιόλου και τα τεφτέρια βγήκαν στα τηλεοπτικά παράθυρα. Μέχρι την ώρα του Δημοσιονομικού Συμβουλίου, κερδίζει εκείνος που τα μαθηματικά του δεν είναι απαραίτητα τίμια, αλλά φαίνονται πως είναι.

Πατριωτισμός

Στα δεξιά του πολιτικού φάσματος, υφιστάμενα και υπό διαμόρφωση κόμματα καταλογίζουν στην κυβέρνηση μειοδοτικές τάσεις. Στα αριστερά, ο πατριωτισμός, είτε ανασύρεται από τον πυρήνα της ύπαρξης μιας παράταξης είτε αξιοποιεί το επίθετο «νέος» για να μπορέσει να χωρέσει σε καινούργια. Παράλληλα, προσφάτως αποφυλακισμένα μέλη νεοναζιστικών εγκληματικών οργανώσεων παριστάνουν τους αδικημένους εθνικόφρονες και προσπαθούν να μπουν ξανά στο εκλογικό παιχνίδι, φιλοδοξώντας να ξεπεράσουν νομικά εμπόδια. Ούτε η πρώτη φορά είναι ούτε η τελευταία που παίζονται πολιτικά παιχνίδια με τη γαλανόλευκη σημαία, από γνήσιο ή από προσποιητό ενδιαφέρον δυνάμεων και προσώπων που αναζητούν προεκλογικά συνθήματα. Σε αυτές τις εκλογές, όμως, ενδεχομένως αποδειχθούν επικίνδυνα.

Αξιοπιστία

Η αξιοπιστία δεν είναι δείκτης που τον υπολογίζουν εύκολα τα κομματικά επιτελεία – συχνά τον υποτιμούν, τον υποβαθμίζουν, εκτιμώντας πως ο επικεφαλής έχει άλλα χαρίσματα που υπερτερούν της εμπεδωμένης στους ψηφοφόρους ασυνέπειας. Κάτι τέτοιο φαίνεται πως έγινε και φέτος, σε ένα νεότευκτο κόμμα που φιλοδοξεί να γίνει κυβέρνηση. Και τα αποτελέσματα φάνηκαν την προηγούμενη εβδομάδα, στη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης. Οι αντίπαλοί του όμως, εκεί ακριβώς έχουν αποφασίσει να τον χτυπήσουν: στην αναντιστοιχία μεταξύ λόγων και έργων, σε όσα απέδωσε σε άλλους στο ταξίδι της «Ιθάκης», στα λάθη και τις «διορθώσεις», που ακόμα και σήμερα γίνονται εν κινήσει. Και δεν το κάνουν αποκλειστικά εκ δεξιών – η αξιοπιστία (και η έλλειψή της) είναι το ισχυρότερο χαρτί που παίζουν και οι ανταγωνιστές στον προοδευτικό χώρο.

Ρεαλισμός

Μπορείς να κερδίσεις τρεις φορές σερί αυτοδύναμος; Μπορείς να βγεις πρώτος, αν οι δημοσκοπήσεις σε δείχνουν τρίτο; Μπορείς να σχηματίσεις κυβέρνηση όταν δεν είσαι ανοιχτός στις συνεργασίες; Υπάρχει όντως σενάριο, στο οποίο μπορεί να προκύψει κυβέρνηση ηττημένων; Μέχρι την κάλπη του 2027, φαίνεται πως θα τα ακούσουμε όλα – υποσχέσεις κι αναλύσεις που μοιάζουν ρεαλιστικές, και άλλες που πηγάζουν από τις πιο μύχιες σκέψεις όσων παρατάσσονται σε θέση μάχης από παράλογες ελπίδες που δεν μοιάζει να υπάρχει τρόπος να γίνουν πραγματικότητα. Ολοι ομνύουν στον ρεαλισμό, όλοι όμως υποκύπτουν στο όνειρο, στην έκτακτη συνθήκη, στην υπέρβαση· και έχουν δικαιολογία: δεν υπήρξε καμία εκλογική αναμέτρηση τα τελευταία χρόνια που να μην έκρυβε μια ανατροπή.

Αλλαγή

Υπάρχουν συνθήματα που μένουν αναλλοίωτα στον χρόνο, που είναι κλασικά. Η Αλλαγή είναι ένα από αυτά – στην Ελλάδα δεν είναι απλώς ταυτισμένο με μια ολόκληρη εποχή, έχει χρωματιστεί κομματικά. Φέτος, όμως, δεν είναι μόνο ο παραδοσιακός εκφραστής της Δημοκρατικής Παράταξης, το ΠΑΣΟΚ, που τη βάζει στο τραπέζι: πότε με Α, πότε ως «αλλαγή πολιτικής», πότε ως σύνθημα και πότε με πρόσημο, η αλλαγή έχει μπει για τα καλά στο κάδρο. Βοηθάνε και οι ιστορικές αναφορές – το επώνυμο του σημερινού Πρωθυπουργού, η νοσταλγία των ’80s και η οικειότητα της ποπ κουλτούρας που συνοδεύει τον πρώτο εμπνευστή, η ανάγκη να ειπωθεί πως η καθημερινότητα θα μπορούσε να είναι κάπως αλλιώς, χωρίς αυτό το «αλλιώς» να τρομάζει.

- Post Down -

Comments are closed.