- Advertisement -

Ποιος Ευρωπαίος θα μιλάει με τον Πούτιν;

Ποιος Ευρωπαίος θα μιλάει με τον Πούτιν;
1

- Advertisement -

Η Ευρώπη φαίνεται να προετοιμάζεται αθόρυβα για μια ιδιαιτέρως δύσκολη διπλωματική αποστολή: την επανέναρξη διαλόγου με τη Ρωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν. Πίσω από τις προσεκτικές δηλώσεις περί «της σωστής στιγμής» και τις δημόσιες διαψεύσεις, στις Βρυξέλλες έχει ήδη αρχίσει μια παρασκηνιακή συζήτηση για το ποιος θα μπορούσε να αναλάβει τον ρόλο του ευρωπαίου διαμεσολαβητή σε μια ενδεχόμενη διαπραγμάτευση για τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το πρόσωπο αυτό θα πρέπει να διαθέτει πολιτικό βάρος, διεθνές κύρος, αποδοχή τόσο από την Ουάσιγκτον όσο και από τη Μόσχα, αλλά και την ικανότητα να συνομιλεί με τον Πούτιν ως ισότιμος συνομιλητής. Η λίστα, όπως επισημαίνει δημοσίευμα της ιταλικής «Corriere della Sera», περιλαμβάνει πρώην ηγέτες με εμπειρία, διεθνείς διασυνδέσεις και διαφορετικά πολιτικά χαρακτηριστικά, σε μια παρτίδα που ακόμη δεν έχει ξεκινήσει επίσημα, αλλά ήδη διαμορφώνει τους πρωταγωνιστές της επόμενης ημέρας στην Ευρώπη:

Σάουλι Νιινίστο: Πρώην πρόεδρος της Φινλανδίας

Θεωρείται ένα από τα πιο σοβαρά ονόματα. Μιλά ρωσικά και πριν από την εισβολή στην Ουκρανία διατηρούσε ανοιχτό δίαυλο επικοινωνίας με τον Πούτιν. Εκπροσωπεί τη σκανδιναβική ψυχραιμία και τη διπλωματική εμπειρία, αν και η ένταξη της Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ μετά τη ρωσική απειλή περιπλέκει τη σχέση του με τη Μόσχα.

 Αλεξάντερ Στουµπ: Πρόεδρος της Φινλανδίας

Ο νυν πρόεδρος της Φινλανδίας εμφανίζεται ως πρόσωπο με ισχυρές διασυνδέσεις στη Δύση και ιδιαίτερα στις ΗΠΑ. Διατηρεί καλές σχέσεις με τον Ντόναλντ Τραμπ, μέσω της λεγόμενης «διπλωματίας του γκολφ», ενώ θεωρείται πολιτικός με ευρωπαϊκό προφίλ και επικοινωνιακή άνεση.

Ανγκελα Μέρκελ: Πρώην καγκελάριος της Γερμανίας

Η εμπειρότερη ίσως ευρωπαία ηγέτις στις σχέσεις με τη Ρωσία. Μιλάει ρωσικά και επί χρόνια διαχειρίστηκε προσωπικά τις ισορροπίες με το Κρεμλίνο. Ωστόσο, η δύσκολη σχέση της με τον Τραμπ και η κριτική που δέχθηκε για τον Nord Stream 2 δημιουργούν επιφυλάξεις για το κατά πόσο θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή από όλες τις πλευρές.

Μάριο Ντράγκι: Πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας και πρώην πρόεδρος της ΕΚΤ

Χαίρει μεγάλης εκτίμησης στις Βρυξέλλες και θεωρείται σύμβολο αξιοπιστίας και θεσμικής σταθερότητας. Διαθέτει διεθνές κύρος και ισχυρές επαφές, ωστόσο αρκετοί τον βλέπουν περισσότερο ως τεχνοκράτη παρά ως πολιτικό διαπραγματευτή υψηλής γεωπολιτικής έντασης.

Εµανουέλ Μακρόν: Πρόεδρος της Γαλλίας

Παρότι παραμένει εν ενεργεία ηγέτης, το όνομά του συζητείται έντονα για το μέλλον. Ο Μακρόν έχει επανειλημμένα ταχθεί υπέρ της ανάγκης διαλόγου με τη Ρωσία και φιλοδοξεί να διαδραματίσει ηγετικό ρόλο στη νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας. Αν η διαδικασία μετατεθεί μετά το τέλος της προεδρικής του θητείας, θα μπορούσε να εξελιχθεί σε βασικό υποψήφιο.

Γκέρχαρντ Σρέντερ: Πρώην καγκελάριος της Γερμανίας

Υπήρξε η «προτιμώμενη» επιλογή που άφησε να εννοηθεί ο ίδιος ο Πούτιν, λόγω των καλών σχέσεών τους, «πρόταση» που απέρριψαν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Ωστόσο οι σχέσεις του με το Κρεμλίνο και η δημόσια εικόνα του στην Ευρώπη καθιστούν σχεδόν αδύνατη την επιλογή του ως επίσημου ευρωπαίου διαπραγματευτή.

Απομακρύνεται ο Ζελένσκι από την Ουάσιγκτον

Η σχέση Ουάσιγκτον – Κιέβου, που παρουσιαζόταν ως ακλόνητος πυλώνας της δυτικής συμμαχίας απέναντι στη Ρωσία, δείχνει πλέον να περνά τη βαθύτερη κρίση της από την έναρξη του πολέμου. Καθώς οι ειρηνευτικές συνομιλίες έχουν παγώσει και η Ουκρανία επιδιώκει να βασίζεται περισσότερο και στις δικές της δυνάμεις, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, εμφανώς απογοητευμένος από τη στάση της κυβέρνησης Τραμπ, εγκαταλείπει τη μέχρι πρότινος προσεκτική διπλωματική γλώσσα και στρέφεται ανοιχτά κατά των Ηνωμένων Πολιτειών, κατηγορώντας την Ουάσιγκτον για πίεση προς το Κίεβο και για υπερβολική ανοχή απέναντι στη Μόσχα.

Με την αμερικανική στρατιωτική στήριξη να περιορίζεται και την Ευρώπη να αναλαμβάνει ολοένα μεγαλύτερο ρόλο, η Ουκρανία φαίνεται να προετοιμάζεται για μια νέα εποχή: έναν παρατεταμένο πόλεμο με μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία και σαφώς μικρότερη εξάρτηση από τις ΗΠΑ. Ορισμένοι αναλυτές αποδίδουν μια διάσταση της αλλαγής που έχει συντελεστεί στον αμερικανοϊσραηλινό πόλεμο στο Ιράν, ο οποίος έχει οδηγήσει σε μετατόπιση του παγκόσμιου ενδιαφέροντος. Από τότε που ξεκίνησε ο πόλεμος με το Ιράν, οι αμερικανοί διαπραγματευτές «δεν έχουν χρόνο για την Ουκρανία», παραπονέθηκε πρόσφατα ο πρόεδρος Ζελένσκι. Η αμερικανική απόφαση να ανασταλούν οι κυρώσεις σε μέρος του ρωσικού πετρελαίου, με στόχο να μειωθούν οι οικονομικές εντάσεις λόγω του πολέμου με το Ιράν, δίνει στο Κρεμλίνο «αίσθηση ατιμωρησίας», διαμαρτυρήθηκε.

Οπως επισημαίνει δημοσίευμα των «New York Times», η Ουκρανία φαίνεται πλέον να προετοιμάζεται για έναν μακροχρόνιο πόλεμο με τη Ρωσία, η οποία εξαπέλυσε την πλήρους κλίμακας εισβολή πριν από περισσότερα από τέσσερα χρόνια, καθώς και για ένα μέλλον με λιγότερη αμερικανική βοήθεια. Σύμφωνα με την εκτίμηση ανώτερου στελέχους ευρωπαϊκής εταιρείας πολιτικών συμβούλων, οι ειρηνευτικές συνομιλίες είναι νεκρές, η Ρωσία δεν έχει πλέον κανένα κίνητρο να μετέχει σε μια πραγματική διαπραγμάτευση και ούτε οι ΗΠΑ εμφανίζονται πια ως αξιόπιστος διαμεσολαβητής μεταξύ των δύο πλευρών.

Ταυτόχρονα, όπως υπογραμμίζουν αναλυτές, το Κίεβο αναζητά ανοιχτά υποστήριξη αλλού, με ξεκάθαρο άνοιγμα σε όλη την Ευρώπη και συνάπτοντας συμφωνίες για να βοηθήσει χώρες της Μέσης Ανατολής να αμυνθούν απέναντι στα ιρανικά drones στοχεύει σε νέες σχέσεις ασφαλείας. Κι ενώ η πορεία προς μια πιθανή ρήξη με την Ουάσιγκτον είναι μακρά, γεμάτη σκαμπανεβάσματα αλλά και ταπεινώσεις από την αμερικανική πλευρά, μέχρι πρόσφατα η ουκρανική ηγεσία κρατούσε σε μεγάλο βαθμό χαμηλούς τόνους, κάτι που έχει αλλάξει με τρόπους που θα θεωρούνταν αδιανόητοι πέρυσι. Η αποφυγή ενδεχόμενης πλήρους ρήξης ήταν μεν στόχος αλλά με την αλλοπρόσαλλη αμερικανική εξωτερική πολιτική, η Ουκρανία προετοιμάστηκε για μια επόμενη μέρα κατά την οποία ο Τραμπ ίσως εγκατέλειπε εντελώς την Ουκρανία.

Οπως επισημαίνουν στους «NY Times» αναλυτές, εάν ένα πρωί το Κίεβο ξυπνούσε χωρίς καθόλου αμερικανική βοήθεια «δεν θα ήταν καταστροφή όπως παλιά». Η ανταλλαγή πληροφοριών θα ήταν το δυσκολότερα αντικαταστάσιμο στοιχείο συνεργασίας, ενώ το Κίεβο εξακολουθεί επίσης να χρειάζεται τους αμερικανικής σχεδίασης αναχαιτιστικούς Patriot. Κάποιοι τονίζουν ότι η Ευρώπη έχει αντικαταστήσει τις ΗΠΑ ως ο μεγαλύτερος χρηματοδότης της ουκρανικής πολεμικής προσπάθειας, επικαλούμενοι το πρόσφατο δάνειο της ΕΕ προς την Ουκρανία με έμφαση στις στρατιωτικές δαπάνες που θα μπορούσε να ενισχύσει τη δυνατότητα του Κιέβου να σχεδιάσει έναν πόλεμο για τον οποίο λίγοι πλέον θεωρούν πιθανό να τελειώσει σύντομα. Χθες ο ουκρανός πρόεδρος δήλωσε  ότι οι εχθροπραξίες με τον ρωσικό στρατό συνεχίστηκαν παρά την τριήμερη εκεχειρία, κατηγορώντας τη Ρωσία ότι δεν θέλει να τερματίσει τον πόλεμο.

- Post Down -

Comments are closed.