- Advertisement -

«Στον Λευκό Οίκο του Τραμπ, ο δικτάτορας της Κίνας είναι ευπρόσδεκτος. Τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, όχι και τόσο»: με αυτόν τον βιτριολικό τίτλο σχολίαζαν χθες οι «New York Times» την επίσημη επίσκεψη του Σι Τζινπίνγκ στην Ουάσιγκτον, την πρώτη εδώ και περισσότερο από δέκα χρόνια.
Παρά τις δικαστικές αποφάσεις, οι δημοσιογράφοι του CNN και του MS Now δεν έγιναν δεκτοί ούτε στο επίσημο δείπνο που ακολούθησε, το βράδυ της Πέμπτης, τη σύνοδο των δύο ηγετών στην Ουάσιγκτον, όλα τα υπόλοιπα μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα αποφάσισαν λοιπόν να μη μεταδώσουν την εκδήλωση, συνεχίζοντας την πολυήμερη αντιπαράθεση με τον μεγιστάνα. «Στη μεγάλη αντιπαράθεση μεταξύ δημοκρατίας και αυταρχισμού, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει δώσει εδώ και καιρό την εντύπωση ότι μπορεί να βρίσκεται στην άλλη πλευρά.
Σπάνια όμως έχει καταστεί αυτό τόσο εμφανές όσο αυτή την εβδομάδα», συνέχισαν οι «New York Times» αντιπαραθέτοντας, μεταξύ άλλων, το κόκκινο χαλί που έστρωσε ο πρόεδρος των ΗΠΑ για τον κομμουνιστή πρόεδρο της Κίνας με τις τηλεοπτικές διαφημίσεις που προωθεί, με κρατική χρηματοδότηση, δεσμευόμενος να εμποδίσει τις ΗΠΑ να γίνουν σοσιαλιστικές ή κομμουνιστικές – δηλαδή Δημοκρατικές. Οσο για την ίδια την επίσκεψη του Σι, αυτή ήταν με δυο λόγια πλούσια σε θέαμα αλλά φτωχή σε ουσία.
Οι δύο χώρες συμφώνησαν να παρατείνουν έως τις 10 Ιανουαρίου μια συμφωνία για την αναστολή του εμπορικού τους πολέμου – μια έμμεση αναγνώριση του πλήγματος που έχει επιφέρει στο κόστος ζωής η δασμολογική πολιτική και, στη συνέχεια, ο πόλεμος κατά του Ιράν.
Στα δύσκολα όμως ζητήματα της τεχνητής νοημοσύνης, του εμπορίου, της Ταϊβάν, του ίδιου του Ιράν, δεν υπήρξε καμία ένδειξη πως η 90λεπτη συνάντηση των δύο ηγετών οδήγησε σε πρόοδο. «Η τελετουργία και το πρωτόκολλο δεν ισοδυναμούν με πρόοδο», δήλωσε στην «Guardian» ο Ντάνι Ράσελ, ένας πρώην αμερικανός διπλωμάτης που υπηρέτησε στην κυβέρνηση Ομπάμα. «Αυτό που βλέπουμε δεν είναι τόσο διπλωματία όσο “διπλωματική ψυχαγωγία”, η οποία δεν πρόκειται να συμβάλει ιδιαίτερα στην επίλυση των σοβαρών προβλημάτων στις σχέσεις ΗΠΑ – Κίνας».
Καθώς φαίνεται, όμως, εξαρχής δεν υπήρξε προοπτική σημαντικής προόδου στα σοβαρά, γι’ αυτό και το βάρος έπεσε στο τελετουργικό. Η διαφορά στο ύφος των δύο ανδρών ήταν εμφανής. Ενώ ο Τραμπ, ο οποίος υποδέχθηκε προσωπικά τον Σι κατά την άφιξή του στην αεροπορική βάση Αντριους, κάτι τουλάχιστον ασυνήθιστο, υπερέβαλλε στην επίδειξη οικειότητας, ο Σι έπλεκε έναν ιστό από κοινοτοπίες γύρω από την αναγκαία «συνεργασία» των δύο χωρών.
Ανταλλάχθηκαν φυσικά και δώρα, ο Σι ανακοίνωσε ότι η Κίνα θα στείλει δύο πάντα στον ζωολογικό κήπο της Ατλάντα, ο Τραμπ τού προσέφερε ένα γλυπτό φαλακρού αετού, σύμβολο των ΗΠΑ, για να σηματοδοτήσει τις «πολλές υποθέσεις που επιλύθηκαν».
Στο επίσημο δείπνο της Πέμπτης, στο οποίο έδωσαν το «παρών» οι σημαντικότεροι παράγοντες της Σίλικον Βάλεϊ – από τον Αλτμαν έως τον Ζάκερμπεργκ και από τον Μπέζος έως τον Κουκ – καθώς και κορυφαίοι εκπρόσωποι της Γουόλ Στριτ, οι δύο ηγέτες εμφανίστηκαν βέβαιοι ότι είχαν εγκαινιάσει ένα «νέο μοντέλο συνύπαρξης» μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων.
«Ως ηγέτες των δύο χωρών μας», εξήγησε ο Τραμπ στους προσκεκλημένους στην Ανατολική Αίθουσα του Λευκού Οίκου, «ο πρόεδρος Σι κι εγώ κατανοούμε ότι εκπροσωπούμε διαφορετικά συστήματα, αλλά οι δεσμοί μεταξύ των λαών μας παραμένουν ισχυροί και οι σχέσεις μας δεν υπήρξαν ποτέ καλύτερες». «Η ολοκλήρωση της μεγάλης αναγέννησης του κινεζικού έθνους και η αποκατάσταση του μεγαλείου της Αμερικής μπορούν να συμβαδίζουν», είχε διαβεβαιώσει νωρίτερα ο Σι Τζινπίνγκ.
«Ο Σι πήγε στον Τραμπ επειδή θέλει να τον κρατήσει με το μέρος του. Γνωρίζει ότι δεν είναι σκληροπυρηνικός απέναντι στο Πεκίνο και μπορεί να τον πείσει να τηρήσει πιο μετριοπαθή στάση σε ζητήματα που έχουν σημασία για την Κίνα», σχολίασε, μιλώντας στη «Repubblica», ο Εβαν Μήντιρος, πρώην ειδικός σύμβουλος του Μπαράκ Ομπάμα για Ασία – Ειρηνικό και σήμερα επικεφαλής του Τμήματος Ασιατικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Τζόρτζταουν. Ο αμερικανός ειδικός δήλωνε βέβαιος πως οι Κινέζοι θα πρότειναν να σταματήσουν τις πωλήσεις όπλων προς την Τεχεράνη, αν οι ΗΠΑ κάνουν το ίδιο με την Ταϊβάν. «Είναι ένα παλιό παιχνίδι», σημείωσε. Αλλά «ο Τραμπ δεν γνωρίζει το παρελθόν και θα βρει την πρόταση ελκυστική».
Comments are closed.