- Advertisement -

Οι εκλογές που διεξήχθησαν την Κυριακή σε δύο από τα 16 ομοσπονδιακά κρατίδια της Γερμανίας, του Βερολίνου και του Μεκλεμβούργου-Πομερανίας, αποτελούν τα πιο πρόσφατα – και σίγουρα όχι τα τελευταία – επεισόδια της πολιτικής κρίσης στην οποία έχει βυθιστεί η «υπερδύναμη» της Ευρώπης. Με ό,τι αυτό αντικειμενικά συνεπάγεται για ολόκληρη την Ευρώπη.
Κατά σύμπτωση δε – ή μήπως δεν πρόκειται για σύμπτωση; – σε κατάσταση κρίσης βρίσκονται ταυτόχρονα και οι άλλες τέσσερις πιο ισχυρές χώρες της Ευρώπης: η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, που έστω και αν δεν αποτελεί πλέον μέλος της ΕΕ, εξακολουθεί να διαδραματίζει σημαντικότατο ρόλο στα ευρωπαϊκά δρώμενα.
Τούτου δοθέντος, οι διακηρύξεις και τα σχέδια περί μιας «ισχυρής Ευρώπης», που θα έχει απογαλακτιστεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες και θα μπορεί να επιβιώσει στο διεθνές περιβάλλον του άγριου ανταγωνισμού, δεν μοιάζουν να στέκονται καλά στα πόδια τους. Για την ακρίβεια, το μόνο που προκαλούν είναι προβληματισμό, αν όχι ειρωνικά μειδιάματα.
Η αλήθεια, μάλιστα, είναι ότι η εικόνα ενδέχεται να επιδεινωθεί σημαντικά το επόμενο έτος. Κι αυτό, διότι στις τρεις από τις πέντε προαναφερθείσες χώρες – Γαλλία, Ιταλία και Ισπανία – θα στηθούν κάλπες για την εκλογή της νέας κυβέρνησής τους, ενώ Γερμανία και Βρετανία θα συνεχίσουν να βαδίζουν επί ξυρού ακμής.
Διαβάστε επίσης: «Η χειρότερη μεταπολεμική επίδοση»: Πώς σχολιάζουν τα διεθνή ΜΜΕ την εκλογική συντριβή του CDU
Ο Μερτς στο καναβάτσο
Μετά τη διπλή εκλογική συντριβή της Κυριακής, που είχε ως συνέπεια οι Χριστιανοδημοκράτες να μείνουν για πρώτη φορά από το 1949 εκτός ενός κοινοβουλίου (στο Μεκλεμβούργο), ανάγκασε τον ηγέτη τους και καγκελάριο της χώρας να παραδεχθεί ότι επρόκειτο για «καταστροφή». Δικαίως, καθώς είχε προηγηθεί και η αναμέτρηση στην Σαξονία-Άνχαλτ, ενώ υπάρχουν και οι δημοσκοπήσεις που φέρνουν πρώτη με διαφορά την ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD)
Διαβάστε επίσης: Η «Μαμντάνι του Βερολίνου»: Ποια είναι η τουρκάλα Ελίφ Εράλπ που «σάρωσε» στις κρατιδιακές εκλογές
Ο Φρίντριχ Μερτς, παρ’ όλα αυτά, επέλεξε να μείνει στη θέση του και δεσμεύτηκε να επιταχύνει τις μεταρρυθμίσεις. Να επιχειρήσει, με άλλα λόγια, μια φυγή προς τα μπροστά, ελπίζοντας ότι το άλμα που θα κάνει θα είναι αρκετά μεγάλο για να φτάσει στην απέναντι όχθη και να μην πέσει στον γκρεμό.
Το πραγματικό σχέδιο, όμως, είναι άλλο. Με δεδομένο ότι οι πάντες αντιμετωπίζουν τον Μερτς ως «καμένο χαρτί», θα του αναθέσουν να βγάλει όλη τη βρόμικη δουλειά αδιαφορώντας για το πολιτικό του μέλλον και το προσωπικό κόστος. Να προωθήσει, με απλά λόγια, όλα τα επώδυνα αντιλαϊκά μέτρα που απαιτεί η γερμανική ελίτ, κερδίζοντας ταυτόχρονα χρόνο στο πολιτικό σύστημα ώστε να προετοιμάσει τη διάδοχη κατάσταση και να φέρει την AfD με τα «νερά» του.
Ο Μακρόν στην έξοδο
Για τον Εμανουέλ Μακρόν, τα πράγματα είναι επίσης απλά. Έχοντας, κατά γενική ομολογία, αποτύχει στον ρόλο του ως προέδρου της Γαλλίας – και όχι ως ηγετικής μορφής της Ευρώπης – θα αποχωρήσει οριστικά από το Μέγαρο των Ηλυσίων την επόμενη άνοιξη «κουβαλώντας» το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού κόστους για τη δεινή κατάσταση στην οποία έχει βρεθεί η χώρα του.
Πρακτικά, όπως και αν επιχειρήσει ο ίδιος να κάνει την αποτίμησή του, οι πάντες θα γνωρίζουν πως είναι αυτός ο οποίος άνοιξε διάπλατα τον δρόμο για την επέλαση της Εθνικής Συσπείρωσης, των Μαρίν Λεπέν και Ζορντάν Μπαρντελά, οι οποίες διεκδικεί με περισσότερες αξιώσεις από ποτέ την εξουσία στη δεύτερη μεγαλύτερη και πιο ισχυρή χώρα της Ευρώπης.
Αυτό θα γίνει, μάλιστα, με μια κοινωνία να βρίσκεται κυριολεκτικά στα «κάγκελα», εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, της ακρίβειας, της πολεμικής απειλής, του συνταξιοδοτικού και πολλών άλλων.
Η Μελόνι στη «σέντρα»
Με βάση τις δημοσκοπήσεις, τα Αδέλφια της Ιταλίας, το ακροδεξιών καταβολών κόμμα της Τζόρτζια Μελόνι, θα έχει πάλι τον πρώτο λόγο για τον σχηματισμό της επόμενης κυβέρνησης μετά τις εκλογές του 2027. Τα πράγματα, ωστόσο, δεν είναι ούτε δεδομένα ούτε, πολύ περισσότερο, απλά.
Η Ιταλία, για του λόγου το αληθές, βλέπει την οικονομία της να χωλαίνει και το δημόσιο χρέος να εκτινάσσεται στα ύψη, με σοβαρό ενδεχόμενο σύντομα να ξεπεράσει την Ελλάδα ως η πλέον χρεωμένη χώρα της ΕΕ και της ευρωζώνης. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τις εντεινόμενες πιέσεις των εταίρων της και την ακρίβεια (ενεργειακή και όχι μόνο) παροξύνει εκ νέου τις εσωτερικές αντιθέσεις στη χώρα, τόσο εντός της κοινωνίας της όσο και ανάμεσα σε Βορρά και Νότο.
Σε αυτό το φόντο, λόγω και της απειλής ενός νέου ακροδεξιού κόμματος, όλα δείχνουν ότι η πρωθυπουργός θα επιλέξει μια «επιστροφή στις ρίζες» ενόψει της κάλπης, σκληραίνοντας ακόμη περισσότερο τη στάση της στο μεταναστευτικό. Παράλληλα, προχωρά σε μια σειρά παροχών – όπως η κατάργηση των τελών κυκλοφορίας – που κάνουν έξω φρενών τις Βρυξέλλες, οι οποίες περιμένουν στη γωνία για να της βάλουν τα… δύο πόδια σε ένα παπούτσι.
Ο Σάντσεθ ακροβατεί
Ο πρωθυπουργός της Ισπανίας και ηγέτης των Σοσιαλιστών δεν έχει καταφέρει να πείσει τους συμπατριώτες του ότι μπορεί να τους προσφέρει καλύτερες μέρες, γεγονός που αποτυπώνεται και στις δημοσκοπήσεις. Κι αυτό, παρά κάποια μέτρα που έχει λάβει για τη μείωση των έμμεσων φόρων και την ενίσχυση των κοινωνικών παροχών, αρνούμενος παράλληλα να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη για τις πολεμικές δαπάνες.
Ειδικά δε η στάση του στο μεταναστευτικό μετά την πρόσφατη κρίση στη Θέουτα, τον ισπανικό θύλακα στο Μαρόκο, απέδειξε πως οι λεπτές ισορροπίες που επιχειρεί να διατηρήσει στο συγκεκριμένο θέμα τον οδηγούν σε αδιέξοδο. Γι’ αυτό και, τελικά, υπό την απειλή του Λαϊκού Κόμματος και του ακροδεξιού Vox – που είναι έτοιμα να συνεργαστούν για την επόμενη κυβέρνηση της Ισπανίας – υιοθέτησε επίσης τη σκληρή γραμμή της καταστολής.
Ο Μπέρναμ στο χείλος του γκρεμού
Τέλος, ο νέος ηγέτης των Εργατικών και πρωθυπουργός της Βρετανίας, παρά την ορμητική και εντυπωσιακή αρχή που επιχείρησε διαδεχόμενος τον προκάτοχό του, Κιρ Στάρμερ, δεν μοιάζει ικανός να διατηρήσει υψηλή πολιτική «μουαγιέν», μια ταχύτητα δηλαδή που θα τον βγάλει στο ξέφωτο.
Είναι κάτι, άλλωστε, που κατάλαβαν αμέσως οι ηγέτες της Σκοτίας, της Βόρειας Ιρλανδίας και της Ουαλίας, κρίνοντας ότι είναι η μεγάλη τους ευκαιρία να βγουν μπροστά και να διεκδικήσουν ανοιχτά την ανεξαρτησία τους, η οποία θα ισοδυναμεί με τη διάλυση του πάλαι ποτέ κραταιού Ηνωμένου Βασιλείου.
Κάπως έτσι, το μήνυμα που εκπέμπει ο Νάιτζελ Φάρατζ και το σύνολο της εθνικιστικής ακροδεξιάς της χώρας μοιάζει να έχει ακόμη πιο πρόσφορο έδαφος για να ευδοκιμήσει. Τινάζοντας, εκτός των άλλων, στον αέρα τις όποιες προσπάθειες της βρετανικής ελίτ για επαναπροσέγγιση με την ΕΕ, δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα για το Brexit.
Και τώρα, τι κάνουμε;
Σε αυτό το φόντο, τα επόμενα βήματα της Ευρώπης μοιάζουν τουλάχιστον μετέωρα. Ειδικά σε ένα κόσμο που αλλάζει με τρομερή ταχύτητα και δεν συγχωρεί λάθη, αστοχίες, έλλειψη προσανατολισμού και καθυστερήσεις.
Αναμφίβολα, η Ακροδεξιά, σε όλες τις εκδοχές της, θα πατήσει πάνω σε αυτό και θα επιχειρήσει να γίνει η ηγεμονική δύναμη πανευρωπαϊκά. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Comments are closed.