- Advertisement -

Μίκης Θεοδωράκης στα «ΝΕΑ»: «Αυτό που γοήτευε ήταν στο βάθος μια αυταπάτη»

Μίκης Θεοδωράκης στα «ΝΕΑ»: «Αυτό που γοήτευε ήταν στο βάθος μια αυταπάτη»
3

- Advertisement -

Η συνέντευξη του Μίκη Θεοδωράκη στον Κώστα Ρεσβάνη για τα 50 χρόνια διαδρομής από την πρώτη εξορία του είχε διάθεση εξομολογητική και απολογιστική. Δημοσιεύτηκε στις 23 Φεβρουαρίου 1998.

«Μοιραίος άνθρωπος για μένα στάθηκε ο Μητσοτάκης. Ηταν τον Ιανουάριο του 1973 που βρισκόμουν στο Λονδίνο. Εκεί θα έδινα συνέντευξη Τύπου για ένα βιβλίο μου, είχαν έλθει δημοσιογράφοι από παντού. Εκείνη την εποχή όλοι παρακολουθούσαμε τι έκανε ο Καραμανλής στο Παρίσι. Πιστεύαμε, λοιπόν, ότι ο Καραμανλής θα διχάσει τον στρατό και θα πέσει “από μέσα” η χούντα. Ο Μητσοτάκης επέμενε: “Να πεις κάτι εσύ για τον Καραμανλή”. “Θα το σκεφτώ”, του λέω, “γιατί αυτό που μου ζητάς είναι πολύ βαρύ”. Ρωτώ τον πιανίστα μου, τον Διδίλη. Μου λέει, “μην το κάνεις ποτέ, γιατί θα καταστραφείς. Εσύ είσαι ίνδαλμα…”. “Ναι, του λέω, αλλά εάν ο Καραμανλής πραγματικά ενεργοποιηθεί και πέσει η χούντα;” Μου λέει: “Ναι, θα πέσει η χούντα, αλλά εσύ τι θα κάνεις; Μπορεί να πέσει η χούντα, αλλά εμένα με ενδιαφέρει να πας εσύ καλά”.

Ωστόσο, εγώ βγήκα και μίλησα για τον Καραμανλή. Νομίζω ότι για μένα τον ίδιο ήταν πολύ μεγάλο λάθος. Και το πλήρωσα… Σε κάθε πόλη συντεταγμένες ομάδες αριστερών και ιδιαίτερα αριστεριστών με έβριζαν δημόσια, πετούσαν προκηρύξεις, βάζοντας όλους σε υπόνοιες. Σαν συνέχεια της προηγούμενης στάσης μου, έρχεται η χρέωση του “Καραμανλής ή τανκς”. Και δικαίως ήθελα να ήμουν συνεπής. Δεν πολιτικάντιζα. Δεν διέψευσα τον εαυτό μου. Αλλά καταλαβαίνεις αυτό τι μου στοίχισε. Ο κόσμος θεώρησε ότι είμαι αποστάτης, προδότης του μεγαλύτερου ιδανικού. Αυτό, λοιπόν, για εμένα ήταν το πιο μεγάλο λάθος. Εγώ, ωστόσο, δεν συνεργάστηκα με τον Καραμανλή, ούτε υπουργός του έγινα».

«Ο Μιτεράν ήξερε πως η εξουσία ήταν μια αυταπάτη. Ο Φιντέλ Κάστρο ζούσε μια αυταπάτη χωρίς να το ξέρει. Πίστευε ακόμα στον ρόλο του και τον υπεράσπιζε. Θυμάμαι, ένα βράδυ στο τραπέζι, του λέω για να τον πειράξω: “Ετσι, λοιπόν, είναι οι μοναρχίες;” Δηλαδή, μου λέει, “εγώ τι είμαι, βασιλιάς;” Δεν περίμενε απάντηση από μένα και συνέχισε… “Τόσα χρόνια δεν θα είχα ένα άγαλμα; Εγώ τη μόνη φωτογραφία που έχω επιτρέψει είναι του Τσε Γκεβάρα και εκείνη η μεγάλη αφίσα που είναι κάτω στο αεροδρόμιο, όπου είμαι με τον Μπρέζνιεφ μαζί. Πρόεδρος είναι και είμαι αναγκασμένος να τον βάλω μαζί μου”. Πήγα στην Κούβα για πρώτη φορά το 1962, δεν είχαν κάνει υπουργεία, μιλούσαν κατά της γραφειοκρατίας. Μετά έπεσαν όλοι στην παγίδα, αλλά αυτός το δικαιολογούσε κάθε φορά, γιατί καταλάβαινε ότι κάτω από αυτό οι προσπάθειες είχαν μια αγνότητα. Εν τέλει, ανάμεσα σ’ αυτόν και στον λαό του, υπάρχει μια φοβερή γραφειοκρατία, η οποία κρύβεται και από τον ίδιο».

«Δεν πρέπει να δίδεται μεγάλη σημασία στις γκρίνιες και στα παράπονά μου, που έχουν πάντα σχέση με το κέλυφος της ζωής μου και τις σχέσεις μου με τους άλλους. Στο βάθος, γνωρίζω καλά ότι ακόμα και στις καλύτερες των περιπτώσεων, όταν εγώ και το έργο μου γινόμασταν πλήρως αποδεκτοί από τους άλλους, αυτό που ζούσα και τόσο πολύ με γοήτευε ήταν στο βάθος μια αυταπάτη. Γιατί η αλήθεια δεν βρίσκεται ποτέ στις εφήμερες σχέσεις, αλλά στη μονιμότητα της δημιουργίας, που, όταν και εφόσον συνδέεται οργανικά με τους άλλους – και είχα την ευτυχία να το ζήσω αυτό – τότε δημιουργείται ο αληθινός πολιτισμός».

Τι σημαίνει για σένα σήμερα ελληνική Αριστερά;

Μία Αριστερά υπήρξε. Σήμερα δεν υπάρχει. Ακτινοβολίες της είναι. Εγώ πιστεύω ότι η γνήσια Αριστερά στην Ελλάδα ήταν την εποχή του ΕΑΜ, η οποία έφτασε, μπορούμε να πούμε, μέχρι τους Λαμπράκηδες. Πιστεύω ότι το ΕΑΜ, ΕΠΟΝ με Λαμπράκηδες, ήταν ένα πράγμα. Μετά δεν έμεινε τίποτα. Δηλαδή, ξεράθηκε η λίμνη, δεν υπάρχει τίποτα. Εμειναν, όμως, νομίζω, τα ιδανικά της, έμειναν οι ιδέες της, έμειναν τα έργα της. Ο,τι καλό έχει σήμερα η κοινωνία, το οφείλουμε στη συνεργασία όλων αυτών των ανθρώπων που πέρασαν. Δεν μπορούμε, ωστόσο, να υποτιμήσουμε σκεπτόμενους ανθρώπους, είτε είναι στη Δεξιά είτε στο Κέντρο».

Αλλες απαντήσεις περίμενα ομολογουμένως, όταν ζήτησα από τον Μίκη Θεοδωράκη να σκεφτεί τους μεγάλους σταθμούς της πολυτάραχης ζωής του. Η απάντησή του είναι αποκαλυπτική.

1. Τα πρώτα μου χρόνια (1925-1930), στη Βαρειά της Μυτιλήνης. Τότε που γνώρισα τη θάλασσα και τα χρώματα.

2. Οταν στο Αργοστόλι, στα 1935, έψαλα σαν σολίστ το «Αι γενεαί πάσαι» στη Μητρόπολη.

3. Στα 1938, στην Πάτρα, όταν απέκτησα βιολί και μπήκα στο Ωδείο.

4. Στα 1939, στον Πύργο, όταν έγραψα τα πρώτα μου τραγούδια σε στίχους μεγάλων ελλήνων ποιητών.

5. Στα 1942, στην Τρίπολη, όταν άκουσα στον κινηματογράφο την «Ενάτη συμφωνία» του Μπετόβεν και συνέθεσα την «Κασσιανή».

6. Στα 1943, στην Αθήνα, όταν γνώρισα τον δάσκαλό μου Φιλοκτήτη Οικονομίδη και μπήκα στο Ωδείο Αθηνών.

7. Στα 1943, στην Αθήνα, όταν γνώρισα τη γυναίκα μου τη Μυρτώ.

8. Η διαδήλωση της 3ης του Δεκέμβρη 1944 και οι μάχες που ακολούθησαν.

9. Στα 1947, στην πρώτη μου εξορία στην Ικαρία, όπου γνώρισα την ομαδική ζωή και τη λαϊκή μας μουσική.

10. Στα 1949, στη Μακρόνησο, όπου σχεδίασα την «Πρώτη συμφωνία» και γνώρισα τη σκοτεινή πλευρά του ανθρώπου.

11. Στα 1950, όταν ο Οικονομίδης διηύθυνε με την ΚΟΑ στον «Ορφέα» το πρώτο μου συμφωνικό έργο, το «Πανηγύρι Της Αση-Γωνιάς».

- Post Down -

Comments are closed.