- Advertisement -

Κώστας Τσόκλης στα «ΝΕΑ»: «Αυτό το χρέος είναι η ενοχή μου»

Κώστας Τσόκλης στα «ΝΕΑ»: «Αυτό το χρέος είναι η ενοχή μου»
1

- Advertisement -

Ο σημαντικός καλλιτέχνης μιλάει για τον έρωτα, τα λάθη, τις επιλογές του, αλλά και το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό: άξιζε τελικά τον κόπο μια ζωή αφιερωμένη στην τέχνη;

Σε ποια ηλικία αρχίσατε να καταλαβαίνετε πραγματικά τον εαυτό σας και τον κόσμο γύρω σας;

Γύρω στα δώδεκα χρόνια αφού όλη η προηγούμενη ζωή είναι μια μπερδεμένη, άσχημη ιστορία – φτώχεια, πόλεμος. Στα δώδεκα μπαίνω βοηθός σε εργαστήρια που έκαναν κινηματογράφο και σιγά σιγά αναπτύσσω μια παρουσία στον χώρο. Είχα ένα τεράστιο πάθος να αναδειχτώ, να υπάρξω. Ημασταν επτά αδέρφια, μια πολύ δύσκολη ζωή. Ηθελα από παιδί να φανώ. Επειτα στη Σχολή Καλών Τεχνών νομίζω ότι ξεχώρισα, γιατί είχα ήδη μεγάλη πείρα. Δούλευα χρόνια στα ντεκόρ, ενώ τα άλλα παιδιά έρχονταν κατευθείαν από το Γυμνάσιο και δεν ήξεραν καλά τη δουλειά. Αυτό μου έδωσε ένα μικρό κουράγιο. Επειτα έφυγα για τη Ρώμη με υποτροφία του ΙΚΥ, για τρία χρόνια. Βρέθηκα σε μια κατάσταση που δεν ταίριαζε καθόλου με όσα ήξερα. Η τέχνη εκτός Ελλάδας ήταν άλλο πράγμα, εμείς είχαμε μάθει μια τέχνη που τελείωνε, ας πούμε, το 1900. Τα εφόδιά μου ήταν άχρηστα και έπρεπε να ξαναρχίσω τη ζωή μου από την αρχή. Το θέμα ήταν πώς θα επιζήσω αλλά και πώς θα αποδείξω σε όσους με βοήθησαν – γιατί πολλοί με βοήθησαν – ότι αξίζω κάτι.

Ποιος ήταν συνοδοιπόρος σε αυτόν τον αγώνα;

Η πρώτη μου γυναίκα. Ηταν καλλονή, πολύ μορφωμένη, ως προσωπικότητα πολύ ανώτερη από μένα. Μετά τη Ρώμη πήγαμε στο Παρίσι και η υποτροφία μου τελείωσε. Ημουν ζωγράφος και αρνιόμουν να κάνω οτιδήποτε άλλο για να βιοποριστώ. Για σχεδόν οκτώ χρόνια ζούσαμε από τα χρήματα που έβγαζε εκείνη που δούλευε ως δασκάλα στο αμερικανικό σχολείο και αμειβόταν καλά. Δεν πρόλαβα να της αποδείξω ότι άξιζε η θυσία της. Της το χρωστάω ακόμη. Αισθάνομαι ότι έχω ένα χρέος που δεν θα μπορέσω ποτέ να ξεπληρώσω. Αυτό το χρέος είναι η ενοχή μου, γιατί δεν πρόλαβα να της αποδείξω ότι πράγματι άξιζα τον κόπο.

Τι συνέβη όταν γυρίσατε από τις διακοπές στην Ελλάδα;

Είχα γνωριστεί στο Παρίσι με μια μεγάλη αμερικανίδα γκαλερίστα, που έδειχνε ενδιαφέρον. Εκείνο τον Σεπτέμβρη είχαμε έρθει για διακοπές και η γυναίκα μου πέθανε: έπαθε ανεύρυσμα και, εκεί που μιλούσαμε όπως μιλάμε τώρα, έπεσε κάτω. Πήγαμε στο νοσοκομείο, πέθανε και την ίδια μέρα μού τηλεφώνησαν από την γκαλερί και μου είπαν: «Τσόκλη, είναι εδώ ένας άνθρωπος από την Ιταλία, ήρθε να σου κάνει μια έκθεση». Είπα: «Σήμερα πέθανε η γυναίκα μου, πώς να το ζήσω αυτό;». Νομίζω ότι ήταν η μεγάλη αδικία της ζωής. Αυτή η γυναίκα πάλευε τόσα χρόνια να με στηρίξει, και τη μέρα που πεθαίνει μου ανοίγονται οι πόρτες της επιτυχίας. Επαθα ένα είδος παράλυσης, δεν μπορούσα να σηκωθώ από το κρεβάτι. Ακόμη το κουβαλώ με τύψεις: ότι εκείνη θυσίασε τη ζωή της σε μένα και δεν της απέδειξα ότι άξιζα τον κόπο. Αυτό με έσπρωξε να προσπαθώ ξανά και ξανά.

Πότε ήρθε η μεγάλη επιτυχία;

Από το 1968 μέχρι το 1985 ζούσα στο εξωτερικό ως διεθνής καλλιτέχνης. Το πρώτο έργο που με ανέδειξε ήταν ένα μπιλιάρδο, που έκανα με προοπτική, το 1967, στο Παρίσι. Οταν έχεις παιδευτεί 38 χρόνια και ξαφνικά γίνεσαι περιζήτητος, με συλλέκτες από Γερμανία, Αγγλία, Αυστρία που αγοράζουν έργα χωρίς καν να τα δουν, είναι μεγάλη πίεση.

Ποιο θεωρείτε το καλύτερό σας έργο;

Τώρα που γέρασα, το «Καμένο σπίρτο». Είναι ένας πίνακας με ένα καμένο σπιρτάκι, που ρίχνει μια σκιά στη γωνία. Είναι το ταπεινότερο έργο που έχω κάνει, κι όμως δημιουργεί φως, χώρο, πρωτοτυπία και ταπεινότητα. Εχω κάνει ολόκληρα νησιά, τεράστια πράγματα, κι όμως εκείνο το ελάχιστο ήταν το πιο ξεκαθαρισμένο, το πιο σωστό, χωρίς τίποτα περιττό.

Εχετε μετανιώσει για πράγματα που έχετε κάνει;

Εχω μετανιώσει για πάρα πολλά, γιατί κανείς μας δεν είναι αλάθητος. Συνεχώς κάνω λάθη και δεν τα αρνούμαι. Αντίθετα, τα επεξεργάζομαι και τα μετατρέπω, αναμεμειγμένα με κοινωνικές ανάγκες, σε έργα τέχνης. Εγώ θέλω τα λάθη μου να τα μάθει ο κόσμος.

Πότε ζήσατε τη μεγαλύτερη ευτυχία;

Πάντα πίστευα ότι πριν από όλα είναι η τέχνη και μετά όλα τα άλλα: η οικογένεια, ο έρωτας, η μάνα μου, το παιδί μου. Μετά ερωτεύτηκα την Ελένη και μία και μοναδική φορά τής είπα: «Σε αγαπώ περισσότερο από την τέχνη». Αρνούμενος ό,τι είχα πει στη ζωή μου, αυτή ήταν η μεγαλύτερη ευτυχία.

Τι αγαπήσατε σε εκείνη;

Είχε μια λεβεντιά, αγαπούσε τη ζωή και αυτό με παρέσυρε και μου έδωσε χαρά, γιατί εγώ αγαπούσα την τέχνη, όχι τη ζωή. Να τρέξει μέσα στη βροχή, να χορέψει, να τραγουδήσει, αυτά με γοήτευσαν. Μικρά πράγματα μπορούν να σε κρατήσουν δέσμιο μια ζωή. Εδώ, στον τοίχο, έχω κολλήσει ένα ερωτικό γράμμα που μου έστειλε πριν από δύο μήνες, μέσω τρίτων, ύστερα από εβδομήντα δύο χρόνια. Είναι Ελληνίδα, ζει ακόμη στην Αθήνα και θα είναι γύρω στα 95. Με είχε πληγώσει γιατί παντρεύτηκε έναν άλλον. Τότε έκοψα το δάχτυλό μου για να της προσφέρω κάτι που κανένας άλλος, όσο πλούσιος κι αν ήταν, δεν θα μπορούσε.

Το μετανιώσατε;

Οχι, αντίθετα, είμαι περήφανος. Είναι το «δαχτυλίδι» μου. Από τότε δεν έχω ακρωτηριάσει τίποτα στη ζωή μου. Γι’ αυτό και στα έργα μου, όταν κάτι βγαίνει έξω από τον πίνακα, το αφήνω ακέραιο, δεν το κόβω.

Τι σας βασανίζει σήμερα;

Υπάρχει ένα μεγάλο ερωτηματικό. Αξιζε κάτι η προσπάθεια που έκανα σε αυτή τη ζωή; Ή, μόλις πάψω να υπάρχω, θα ξεχαστεί το όνομά μου και όλα όσα ήθελα να υπερασπιστώ θα πάνε πάλι στο τίποτα; Πιστεύω ότι το μόνο που μπορεί να δικαιώσει την ύπαρξη ενός ανθρώπου είναι να έχει προσφέρει κάτι χρήσιμο και στους άλλους, όχι μόνο στον εαυτό του. Πολλά από τη ζωή τα στερήθηκα, χωρίς να το μετανιώνω, για να κάνω κάτι χρήσιμο. Αν τελικά αποδειχθεί ότι δεν ήταν, θα στενοχωρηθώ, αν μπορεί κανείς να στενοχωρηθεί όταν δεν υπάρχει.

Τι αναζητάτε σήμερα μέσα από την τέχνη σας;

Προσπαθώ να δημιουργήσω, με μη υπάρχουσες μορφές, καινούργιες πραγματικότητες. Πώς μπορεί μια πράξη που δεν παραπέμπει σε κανένα άλλο γεγονός ή αντικείμενο να δώσει μια στοιχειώδη χαρά σε αυτόν που έρχεται αντιμέτωπος μαζί της;

Πώς γνωρίζετε ότι το έργο σας γίνεται κατανοητό;

Δεν είμαστε καν σίγουροι ότι αυτό που βλέπω το βλέπεις κι εσύ ίδιο. Πώς να βεβαιωθώ ότι το έργο μου, που το κάνω για σένα, γίνεται κατανοητό; Βεβαιότητα δεν έχω.

- Post Down -

Comments are closed.