- Advertisement -

Ιωάννης Παναγιώτου στα «ΝΕΑ»: «Οι νεοτεροι είναι πιο ανοιχτοι στο πειραμα»

Ιωάννης Παναγιώτου στα «ΝΕΑ»: «Οι νεοτεροι είναι πιο ανοιχτοι στο πειραμα»
2

- Advertisement -

Πώς ακούγεται η μνήμη ενός τόπου, όταν η αρχαιολογική σκαπάνη αγγίζει το νερό; Αυτό το ερώτημα επιχειρεί να απαντήσει η νέα πολυμεσική όπερα «Digging / Sea (Σκάβοντας τη θάλασσα)», που παρουσιάζεται στις 10 Αυγούστου στον αρχαιολογικό χώρο της Ηφαιστίας στη Λήμνο από το Kournos Music Festival.

Η παραγωγή, που τιμήθηκε με το σπουδαίο έπαθλο του ιδρύματος Ernst von Siemens, απευθύνεται σε παιδιά, εφήβους αλλά και κάθε ανήσυχο ακροατή, μπλέκοντας τις φωνές των κατοίκων του νησιού με τους ήχους του τοξωτού ταμπουρά, του ακορντεόν και της τενόρου φωνής. Ο συνθέτης Ιωάννης Παναγιώτου μάς μεταφέρει στα παρασκήνια του έργου, το οποίο, όπως λέει, ξεκίνησε από την ανταπόκρισή του στο κάλεσμα για συνθέτες του Kournos Music Festival, με θεματική την ανασκαφική ιστορία και την εμπειρία του αρχαιολογικού χώρου της Ηφαιστίας στη Λήμνο.

Ο τίτλος «Digging / Sea (Σκάβοντας τη θάλασσα)» είναι ιδιαίτερα ποιητικός. Πώς προέκυψε και τι συμβολίζει για εσάς;

Ο τίτλος προέκυψε από παλαιότερα έργα και ερευνητικά μου ενδιαφέροντα που εξερευνούν τα ρευστά όρια ανάμεσα στο νερό και τη γη. Με ενδιαφέρει η αντίθεση ανάμεσα στο σκάψιμο, μια χειρονομία γήινη και στερεή, και στο πώς νοηματοδοτείται όταν στρέφεται προς ένα υγρό σώμα, όπως η θάλασσα. Η πρακτική μου, γενικά, συνδυάζει αρχειακό υλικό και προφορική ιστορία με πιο ρευστές έννοιες, όπως η μνήμη και η ταυτότητα. Το έργο δίνει έμφαση στην ιδέα του ταξιδιού, και ίσως εδώ το «Σκάβοντας» να μας θυμίζει τους ανθρώπους που χάθηκαν στα νερά του Αιγαίου.

Το έργο απευθύνεται σε παιδιά και εφήβους· πώς προσαρμόσατε τη μουσική σας γλώσσα, ώστε να είναι προσιτή σε αυτό το κοινό;

Και το κείμενο και η μουσική του έργου αποφασίσαμε εξαρχής ότι θα απευθύνονται σε όλους. Θεωρώ πως η μουσική αντίληψη είναι κοινωνικό και επίκτητο φαινόμενο. Από την εμπειρία μου στην εκπαίδευση έχω δει καθημερινά ότι οι μικρότερες ηλικίες είναι πιο ανοιχτές στον πειραματισμό, διατηρούν φιλοπεριέργεια και δεν έχουν ακόμη εδραιώσει στερεότυπα, συνεπώς δεν ένιωσα ποτέ την ανάγκη να προσαρμόσω τη μουσική μου γλώσσα. Για εμένα, το σημαντικότερο σημείο επαφής του έργου με μικρότερες ηλικίες βρίσκεται στη χρήση της προφορικής ιστορίας, μια πρακτική που ακολουθούσα σταθερά με τους παππούδες μου σε μικρότερη ηλικία, μαθαίνοντας ιστορίες από τη Μικρασιατική Καταστροφή και τον Εμφύλιο Πόλεμο.

Μείνατε οκτώ μέρες στη Λήμνο τον περασμένο Απρίλιο. Ποια στιγμή ή συνάντηση σας επηρέασε περισσότερο;

Την εβδομάδα που πέρασα στη Λήμνο είχα τη δυνατότητα να εξερευνήσω τους αρχαιολογικούς χώρους, να μιλήσω με ιστορικούς, να πάρω συνεντεύξεις από κατοίκους, να ηχογραφήσω ηχοτοπία και φυσικά να γευτώ τις υπέροχες γεύσεις. Ξεχώρισα ιδιαίτερα τη συνάντησή μου με την κυρία Ελένη Χαμλίδου, της οποίας η φωνή ακούγεται στο έργο. Μου μετέφερε την ιστορία της αδερφής της, η οποία ζούσε στον παλιό μετεωρολογικό σταθμό της Μύρινας, που είναι χτισμένος πάνω σε μια μικρή χερσόνησο μεγάλου ιστορικού και αρχαιολογικού ενδιαφέροντος.

Πώς μεταφράσατε προφορικές μαρτυρίες κατοίκων σε μουσικό υλικό; Υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο απόσπασμα ή ήχος που «έγινε» μουσική;

Το έργο ενώνει ηχογραφημένες προφορικές μαρτυρίες με ένα ποιητικό κείμενο. Οι ηχογραφημένες συνεντεύξεις λειτουργούν σαν ένας μαέστρος που ενεργοποιεί τη μουσική, επηρεάζοντας τα ηχοχρώματα από διάφορα σινθεσάιζερ, ενώ τα ηχοτοπία του νησιού που ηχογράφησα λειτουργούν, ως ένας στοχασμός ή μια προσπάθεια δημιουργικής αναπαράστασης της εμπειρίας των προφορικών μαρτυριών. Ο σκοπός του έργου δεν είναι να αναπαραστήσει την ιστορία, αλλά να ενσωματώσει την εμπειρία των ανθρώπων και να αναδείξει τη ρευστή φύση της προφορικής ιστορίας.

Είστε μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Κονσερβατόριο της Αμβέρσας και διδάσκετε στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου. Πώς επηρεάζει η ακαδημαϊκή σας δραστηριότητα τη συνθετική σας πρακτική, ιδίως σε έργα με τόσο τοπικό/κοινοτικό χαρακτήρα;

Πιστεύω ότι η ακαδημαϊκή μου ιδιότητα έχει ενισχύσει το ενδιαφέρον μου να ενώνω την έρευνα με την καλλιτεχνική πρακτική. Αυτή την περίοδο δουλεύω σε ένα project στην Αμβέρσα, όπου ερευνώ την ιστορία της Skipper Street, της ελληνικής συνοικίας της πόλης, άρρηκτα συνδεδεμένης με τη ναυτική και μεταναστευτική ιστορία των Ελλήνων του 19ου αιώνα – μια συνοικία που σήμερα έχει χάσει κάθε ελληνικό στοιχείο και έχει μετατραπεί σε red light district. Ο σκοπός είναι κι εκεί να «ανασκάψω» τον τόπο· να συλλέξω ηχογραφήσεις, αρχειακό υλικό και προφορικές μαρτυρίες.

- Post Down -

Comments are closed.