- Advertisement -

Η νοσταλγία της δυσκολίας και η δυσκολία της νοσταλγίας

Η νοσταλγία της δυσκολίας και η δυσκολία της νοσταλγίας
2

- Advertisement -

Εκανα πρόσφατα το ταξίδι Αθήνα – Κέρκυρα οδικώς και μου ξύπνησαν μνήμες από τα παλιά. Εχοντας σπουδάσει στο τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου στις αρχές της δεκαετίας του ’90, είχα την τύχη (;) να ζήσω εκατοντάδες – αν όχι χιλιάδες – φορές την ανεπανάληπτη εμπειρία του να ταξιδεύεις (ιδίως με το βραδινό δρομολόγιο των ΚΤΕΛ) προς την (και από την) Ηγουμενίτσα.

Επιβίβαση στις «παντόφλες» του Ρίου κατά τις 12.30 τη νύχτα ερχόμενος από Αθήνα, κόσμος μπαϊλντισμένος, αλλά συμφιλιωμένος με τη δυσκολία της στιγμής. Είχε προηγηθεί η διαδρομή «σκοτώστρα» στο τμήμα «Αθήνα-Πάτρα», ακολουθούσε η μικρή οδύσσεια που ξεκινούσε από τους γκρεμούς του Αντιρρίου, που πάντα μας έκοβαν τα πόδια από τον φόβο.

Στα φεριμπότ, σουρεαλιστικές καταστάσεις, με τύπους «τελειωμένους» που έπιναν ούζο και κονιάκ έχοντας απλανές το βλέμμα, ενώ η ατμόσφαιρα γέμιζε από εκείνο το χαρακτηριστικό κοκτέιλ οσμής που έφτιαχνε η πλαστικίλα, το κάτουρο, το πιοτό και το βαρύ τσιγάρο. Κάποια στιγμή το λεωφορείο σταματούσε σε εστιατόριο που βρισκόταν στο χωριό Κομπότι έξω από την Αρτα όπου λίγοι, αλλά λόγω ηλικίας θαρραλέοι, τρώγαμε μακαρονάδα με κιμά στις 3.30 το πρωί. Κι όμως.

Ξανάκανα πολλές φορές τη διαδρομή αυτή κατά μόνας ή με την οικογένειά μου στα χρόνια που ακολούθησαν για λόγους προσωπικούς κι επαγγελματικούς, αυτή τη φορά οδηγώντας το δικό μου αυτοκίνητο. Ταλαιπωρία στον υπερθετικό βαθμό και μία επίμονη αίσθηση ότι έπαιζες την ζωή σου κορώνα-γράμματα, η οποία σε οδηγούσε στην ανακούφιση όταν επιτέλους έφτανες στον προορισμό σου.

Στις διαδρομές εκείνες ακολουθούσα συνήθως ένα ελαφρώς διαφοροποιημένο δρομολόγιο, καθώς ερχόμενος από Αθήνα στο ύψος της Αμφιλοχίας δεν συνέχιζα πλέον προς Αρτα, αλλά έπαιρνα τον δρόμο προς την Βόνιτσα που σε οδηγούσε – ιδίως μετά την Αμφιλοχία – σε ένα τοπίο ανεπανάληπτης φυσικής ομορφιάς δίπλα στα γαλήνια νερά του Αμβρακικού κόλπου. Και όλα αυτά, συνοδευόμενα από μια ιεροτελεστία που πάντα επαναλαμβανόταν και που για μένα σήμαινε καφέδες στην Αμφιλοχία, αγορά κρεατικών στη Βόνιτσα, αλλά και άλλα, που για τον αναγνώστη φυσικά μικρή σημασία έχουν.

Προνεωτερικό σύνολο και ηγεμονία του φορντισμού

Οχι, ξαφνικά δεν με έπιασε νοσταλγία, αν και παρά το ότι η διαδρομή πλέον, σε έναν αυτοκινητόδρομο ευρωπαϊκών προδιαγραφών, είναι ασύγκριτα ασφαλής, γρήγορη και οδηγικά απολαυστική, ένιωσα εκείνο το προνεωτερικό σύνολο εικόνων, αισθήσεων και παραισθήσεων του παρελθόντος να μου λείπει. Και αυτό δεν είναι μια παραξενιά της μέσης ηλικίας ή τουλάχιστον όχι μόνο αυτό. Ενα μοναδικό σύμπαν που είχε στηθεί προκειμένου να εξυπηρετήσει (ή να εκμεταλλευτεί, ας είμαστε ειλικρινείς) τους οδοιπόρους και τις ανάγκες τους, δεν είναι πια «εδώ».

Μικρομάγαζα στο Ρίο και το Αντίρριο που πρόσφεραν σουβλάκια, καφέδες και μικρογεύματα έχουν εξαφανιστεί. Εστιατόρια στα οποία μπορούσες να σταματήσεις για ξεκούραση ή για την ανάγκη σου, το καθένα με το δικό του «χρώμα» μαράζωσαν κι έκλεισαν. Μικρές δικλίδες που κάτι σήμαιναν για τον ταξιδιώτη (μια μεγάλη ευθεία, ένα σημείο που είχε ωραία σπίτια, μια απότομη πλαγιά του βουνού, ακόμη και μια επικίνδυνη στροφή) χάθηκαν από το μάτι. Αντ’ αυτών μια ομοιομορφία που καταλήγει με την ευκολία και την αναμφίβολη ασφάλειά της να «καταπίνει» κάθε ψήγμα ιδιαιτερότητας και διαφοροποίησης. Είτε ταξιδεύεις προς Ηγουμενίτσα πλέον, είτε προς Λαμία, είτε προς Καλαμάτα, το ίδιο και το αυτό. Αν υποφέρεις από απώλεια μνήμης, μπορεί και να μην καταλάβεις πού βρίσκεσαι· ίδιοι δρόμοι, καμία οπτική με τις πόλεις που προσπερνάς, ίδια copy paste αισθητικής κέντρα εξυπηρέτησης αυτοκινητιστών.

Το θέμα θα ήταν ασήμαντο αν δεν ακουμπούσε μια εξέλιξη των σύγχρονων κοινωνιών που είναι ευρύτερη και ως εκ τούτου έχει, νομίζω, μια κάποια σημασία να τη σκεφτούμε: παρά τις θριαμβολογίες της κοινωνικής θεωρίας για το τέλος του φορντισμού και της ομοιομορφίας που αυτός στη διάρκεια του εικοστού αιώνα επέβαλε, η τελευταία όχι απλώς είναι «εδώ» αλλά φαίνεται να ηγεμονεύει με τρόπους που δείχνουν ότι διαρκώς επικαιροποιεί την παρουσία της.

Τα ποδοσφαιρικά γήπεδα είναι άλλο ένα παράδειγμα που δείχνει πως ό,τι θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «σύγχρονα στάνταρ» δεν είναι τίποτα λιγότερο από ρουφήχτρες που έχουν καταπιεί τις ιδιαιτερότητες χώρων που με τα όποια μειονεκτήματά τους είναι (ήταν, δυστυχώς) πράγματι «ναοί» της κοινωνικής μας ιστορίας. Πολλοί από εμάς τους κάπως μεγαλύτερους αναπολούμε το παλιό ολυμπιακό στάδιο του Μονάχου με το ταρτάν και τα στέγαστρά του, μας λείπει το ιστορικό Χάιμπουρι, εξοργιζόμαστε που γκρεμίστηκε το Βιθέντε Καλντερόν – για να μην αναφερθώ φυσικά στο ιστορικό Γουέμπλεϊ. Στη θέση τους copy paste αισθητικής «mall» και «πολυχώροι», που ακόμη κι αν είναι φτιαγμένοι από κορυφαία αρχιτεκτονικά γραφεία, ο «αέρας» τους αποπνέει την ίδια ασφυκτική αίσθηση «τελειότητας» και ομοιομορφίας: ιδίως τηλεοπτικά, πρόκειται για γήπεδα που παρά τις διαφορές τους είναι όλα «ίδια».

Τραγική ειρωνεία

Ο Ολιβιέ Ρουά στο βιβλίο του «Η ισοπέδωση του κόσμου» στέκεται ιδιαίτερα στο πώς οι σημερινές κοινωνίες ενώ ομνύουν στη διαφορετικότητα και τη συμπερίληψη, στην πράξη «κατάφεραν» (και κυρίως οι κοινωνίες και οι γενιές που βγήκαν από την τομή του 1968) να εγκαθιδρύσουν ένα πλαίσιο κανονιστικών αρχών που όμοιό του ποτέ δεν είχε δει ο δυτικός κόσμος. Επεκτείνοντας τη σκέψη αυτή θα τολμούσαμε να ισχυριστούμε πως ο σύγχρονος κόσμος δείχνει παρά την ευαισθησία του για το διαφορετικό και τις λεκτικές περί πλουραλισμού γενικολογίες του, να πριμοδοτεί στην πράξη μία πρωτοφανούς έκτασης ομοιομορφία και ενώ φαινομενικά παρέχεται στον σύγχρονο πολίτη πληθώρα διαθέσιμων επιλογών, επί της ουσίας η εμπειρία και η αισθητική του ποδηγετούνται, με αποτέλεσμα να εσωτερικοποιούνται «εντολές» που ορίζουν με αξιακά κριτήρια ή και αγοραία (ποια διαδρομή είναι πιο σύντομη π.χ., ποιες εγκαταστάσεις θα καταστήσουν μια ποδοσφαιρική ομάδα κερδοφόρα) το δέον γενέσθαι. Και αυτό κατακλύζει όλες τις μικροπτυχές της καθημερινής μας εμπειρίας: δεκάδες «διαφορετικά» μοντέλα κινητών στα ράφια των καταστημάτων είναι εντελώς ίδια, οι σύγχρονες προδιαγραφές της αυτοκινητοβιομηχανίας έχουν καταστήσει τα μοντέλα σχεδόν αντίγραφο το ένα του άλλου, το ποδόσφαιρο που παίζουν πλέον οι ομάδες είναι μη διαφοροποιημένο, τα τραγούδια στη Γιουροβίζιον περίπου «τα ίδια».

Ας είμαστε, όμως, ρεαλιστές. Πρόκειται για μια διαδικασία που έχει βαθιές ρίζες στη νεωτερικότητα και ακριβώς γι’ αυτό χαρακτηρίζεται από καταστατική αντιφατικότητα. Η ίδια η τεχνολογία στην εξέλιξή της έχει διευκολύνει τη ζωή μας, ψαλίδισε, όμως, όλες τις ικανότητές μας να δούμε ή να διαισθανθούμε την πραγματικότητα. Η ευκολία έδωσε τη χαριστική βολή στη φαντασία και απονέκρωσε τις διαθέσιμες εναλλακτικές· στο παιχνίδι, στον έρωτα, στις φιλίες, στον τρόπο που χτίζουμε ή διακοσμούμε τα σπίτια μας. Παντού. Εμείς που ως παιδιά μεγαλώσαμε στις πόλεις, δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε ένα πουλί από το κελάϊδισμά του – ανάθεμα αν οι περισσότεροι αναγνωρίζουμε από το φύλλωμά τους περισσότερα από πέντε-δέκα δένδρα.

Και οι σημερινοί νέοι που ταξιδεύουν με ασφάλεια, είναι σίγουρο ότι ακόμη κι αν χρησιμοποιήσουν «για την εμπειρία» (ή για το οικονομικότερο του πράγματος) τα εναπομείναντα φεριμπότ του Ρίου, ποτέ τους δεν θα δουν τις τραγελαφικές εικόνες που εμείς οι μεγαλύτεροι προλάβαμε να δούμε. Ετσι, όμως, είναι η ζωή, κάπως έτσι προχωράει. Εξάλλου η νοσταλγία είναι κακό πράγμα, φέρει ετυμολογικά το βάρος του άλγους (νόστος και άλγος), ας μην το ξεχνάμε αυτό κι ας μην εξωραΐζουμε άκριτα το παρελθόν.

Ο Κώστας Κατσάπης διδάσκει Πολιτισμική Ιστορία του Μεταπολεμικού Κόσμου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Δημόσια Ιστορία στο ΕΑΠ. Εχει συγγράψει και επιμεληθεί οκτώ βιβλία με τελευταίο από αυτά το υβριδικό: «Αυστραλία. Η επιστροφή» (2024) από τις εκδόσεις Θεμέλιο

- Post Down -

Comments are closed.