- Advertisement -

Η σκοτεινή όψη του καλοκαιριού

Η σκοτεινή όψη του καλοκαιριού
2

- Advertisement -

Η λέξη και μόνο «καλοκαίρι», σου δημιουργεί αυτομάτως συναισθήματα «καλής διάθεσης». Ο νους σου πηγαίνει στην παραλία, στη θάλασσα, στην καυτή άμμο, στα δροσερά ποτά, στην πισίνα. Χαμόγελα και βουτιές, ύπνος σε κάποια σκιά. Και όντως, στην πλειονότητα των κινηματογραφικών ταινιών και κατά προέκταση στο υποσυνείδητο του κοινού, κάπως έτσι έχει περάσει το καλοκαίρι στη μεγάλη, όπως και στη μικρή οθόνη.

Ακούς καλοκαίρι και αυτομάτως σκέφτεσαι ταινίες όπως (ενδεικτικά) oι δύο «Mamma Mia!», το «Απέραντο γαλάζιο», οι «Εραστές του καλοκαιριού» (διόλου τυχαία όλες γυρισμένες και στην Ελλάδα) και τις περισσότερες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου της δεκαετίας του 1960, από το «Δόλωμα» μέχρι το «Κάτι να καίει», από το «Κορίτσια στον ήλιο» μέχρι το «Εκείνο το καλοκαίρι».

Ομως το καλοκαίρι, ακόμα και σε επίπεδο «φυγής» ή «αιχμαλωσίας», μπορεί να είναι πολύ πιο σκοτεινό από αυτό το μοντέλο και στις παρακάτω γραμμές εκεί εστιάζουμε. Εξάλλου, μια από τις ταινίες που από την ερχόμενη Πέμπτη ανοίγει στις αίθουσες, η «Οσα δεν λέγονται» (Le Cose Non Dette) του Γκαμπριέλε Μουσκίνο, αυτό ακριβώς επισημαίνει. Το καλοκαίρι στην Ταγγέρη δύο καλοβαλμένων ζευγαριών όχι εξωτικό δεν θα είναι, αλλά το χειρότερο της ζωής τους. Αντί για ανάλαφρη καλοκαιρινή διασκέδαση, κάποιες ταινίες έχουν εξερευνήσει βαριά θέματα όπως η ταυτότητα, η υπαρξιακή ανία, η απομόνωση και η φυγή από τον ίδιο μας τον εαυτό.

«Επάγγελμα ρεπόρτερ»

(The passenger, Ιταλία – Ισπανία – Γαλλία, 1975)

Εγκλωβισμένος μέσα στο χάος της καλοκαιρινής σιωπής κάποιου αφρικανικού κράτους στο οποίο υποτίθεται ότι βρίσκεται για μια δημοσιογραφική αποστολή που δείχνει ότι δεν θα εκπληρωθεί ποτέ, ένας άγγλος ρεπόρτερ (Τζακ Νίκολσον), παγιδεύεται από μια ενδότερη επιθυμία του: την αλλαγή «ταυτότητας». Αν και ο δρόμος της περιπέτειας ανοίγει μπροστά του μετά την «ανταλλαγή» της ζωής του με εκείνη ενός νεκρού εμπόρου όπλων, εν τέλει, η ίδια η συνθήκη της ζωής θα τον επαναφέρει ακριβώς στο σημείο όπου βρισκόταν πριν. Γυρισμένο κυρίως στο Τσαντ της Αφρικής και στην Ισπανία, το σπουδαίο αυτό φιλμ του Μικελάντζελο Αντονιόνι (1912-2007) κυλάει σε αργούς ρυθμούς βυθίζοντας τον θεατή στη μυστηριώδη καλοκαιρινή περιπέτεια του ήρωα, στην ανεξήγητη υπαρξιακή αγωνία του, στους απόηχους μιας ζωής που έχει χάσει πια το νόημά της και στα στιγμιότυπα μιας λαβωμένης ελπίδας που θα προσπαθήσει να προσφέρει άκαρπα μια γυναίκα (Μαρία Σνάιντερ).

«Θέλω και τη μαμά σου»

(Y tu mama tambien, Μεξικό – ΗΠΑ, 2001)

Επιστρέφοντας στο Μεξικό ύστερα από τον αμερικανικό θρίαμβο των «Μεγάλων προσδοκιών», ο Αλφόνσο Κουαρόν, εδώ καταγράφει με όρεξη το καλοκαιρινό ταξίδι δυο κολλητών νεαρών φίλων (Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ, Ντιέγκο Λούνα) από τη στιγμή που μένουν μόνοι χωρίς τις κοπέλες τους. Τους συνοδεύει μια μεγαλύτερή τους γυναίκα και έτσι ο σκηνοθέτης στήνει ένα νευρικό (μέσα στη χαλαρότητά του) ερωτικό παιχνίδι «δρόμου» που κλιμακώνεται σταδιακά μέσα από το ψέμα, την απροσδιόριστη σεξουαλική ταυτότητα και την εφηβική αθωώτητα, λίγο πριν απ’ την «αμαρτωλή» ωριμότητα. Και όλα αυτά μέσα στην κάψα ενός καλοκαιριού που θα μείνει σε όλους αξέχαστο. Το (σεναριακό) ταξίδι κάποια στιγμή ολοκληρώνεται, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι κάποιες από τις «στάσεις» του δεν είναι άρυθμες οπότε το ενδιαφέρον μας πού και πού να χάνεται μέσα στην επανάληψη. Παραμένει ωστόσο η ταινία που ανέδειξε το ταλέντο του σκηνοθέτη ταινιών όπως «Τα παιδιά των ανθρώπων» και «Ρομά».

«Βίαιο καλοκαίρι»

(Estate violenta, Ιταλία, 1959)

Εχοντας συγκριθεί με τις Μάχες του Μάρεθ, του Μόντε Κασίνο, ακόμα και του Ελ Αλαμέιν, η Μάχη του Ρίμινι (25 Αυγούστου – 21 Σεπτεμβρίου 1944) θεωρείται η μεγαλύτερη, η σκληρότερη και η πιο αιματηρή που έχει σημειωθεί ποτέ σε ιταλικό έδαφος. Κατά τη διάρκεια της Επιχείρησης Ελιά (Operation Olive) που οργάνωσαν οι Σύμμαχοι κατά των Γερμανών, περισσότεροι από ένα εκατομμύριο άνθρωποι πολέμησαν και από τις δύο πλευρές με αμέτρητα θύματα. Στο «Βίαιο καλοκαίρι» που είναι και το ντεμπούτο στη σκηνοθεσία του Βαλέριο Τζουρλίνι (1926-1982), ο σκηνοθέτης συνδυάζει υπέροχα το ρομάντζο, την τραγωδία και την καλοκαιρινή ξεγνοιασιά κινηματογραφώντας τα πρόσωπα των Ελεονόρα Ρόσι Ντράγκο και Ζαν Λουί Τρεντινιάν με τέτοια τρυφερότητα που σχεδόν ξεχνάς ότι την ίδια ώρα ένας ολόκληρος πόλεμος μαίνεται στην Ευρώπη. Το μεγαλείο αυτής της ταινίας είναι ότι εδώ αντανακλάται η απόγνωση και το πάθος μιας μοναχικής, ανέλπιδος ερωτικής ιστορίας ενταγμένης στην ωμή πραγματικότητα ενός κόσμου εκτός ελέγχου.

«The Darjeeling limited»

(ΗΠΑ, 2007)

Ο σιδηροδρομικός σταθμός των Ιμαλαΐων Darjeeling ήταν ο πρώτος σιδηροδρομικός σταθμός στην Ινδία και εξακολουθεί να χρησιμοποιείται σήμερα. Μέσα από το τσάι και τα γκουρκά, το τρένο έχει γίνει μέρος της ταυτότητας αυτών των λόφων και αγγίζει τις ζωές όλων όσων συναντάει στη στενή στροφή του. Και αυτό ακριβώς θα συμβεί στους τρεις αδελφούς (Εντριαν Μπρόντι, Οουεν Γουίλσον, Τζέισον Σουάρτζμαν) της ταινίας του Γουές Αντερσον, οι οποίοι κατά τη διάρκεια ενός πραγματικά καυτού καλοκαιριού διασχίζουν την Ινδία με το (μυθοπλαστικό) τρένο μεγάλων αποστάσεων Darjeeling,  σε μια προσπάθεια να ανακαλύψουν ξανά τον δεσμό συντροφικότητας που μοιράζονταν στα νιάτα τους. Ωστόσο, το σχέδιο εκτροχιάζεται και οι αδελφοί βρίσκονται αποκλεισμένοι – και κάπου εκεί ξεκινά ένα νέο ταξίδι εντελώς ασυνήθιστης καλοκαιρινής περιπέτειας σε μια ταινία που που ώθησε αρκετό κόσμο να δοκιμάσουν αυτό το ταξίδι με τρένο στην Ινδία.

«Little miss Sunshine»

(ΗΠΑ, 2007)

To χρονικό μιας αλλόκτης οικογένειας κατά τη διάρκεια ενός καλοκαιρινού οδικού ταξιδιού από το Αλμπουκέρκι στο Λος Αντζελες φτιάχνει το τερέν της δραματικής κομεντί των Τζόναθαν Ντέιτον, Βάλερι Φάρις που επικεντρώνεται στον «χρωματισμό» χαρακτηριστικών τύπων της αμερικανικής suburbia – δηλαδή τα μέλη της οικογένειας: ο εργατικός πατέρας (Γκρεγκ Κινίαρ) που περνά επαγγελματική κρίση, η νευρωτική μητέρα (Τόνι Κολέτ) που περνά κρίση ηλικίας, ο ομοφυλόφιλος αδελφός της (Στιβ Καρέλ) με τάσεις αυτοκτονίας, ο εσωστρεφής γιος (Πολ Ντάνο) που κάνει την επανάστασή του κρατώντας το στόμα του κλειστό, ένας παππούς (Αλαν Αρκιν) που διαφεύγει στην ηρωίνη και τέλος το μικρό κοριτσάκι (Αμπιγκέιλ Μπρέσλιν) που ατενίζει ερωτηματικά το μέλλον με την ελπίδα ότι θα κερδίσει στον διαγωνισμό ταλέντων (λόγος για τον οποίο γίνεται το ταξίδι).

«Οι απέναντι»

(Ελλάδα, 1981)

Κατά τη διάρκεια ενός αυγουστιάτικου καύσωνα στην Αθήνα, ένας νεαρός παρακολουθεί με το τηλεσκόπιό του μια παντρεμένη γυναίκα που ζει ασφυκτικά με τα καθημερινά προβλήματά της μέσα σε ένα διαμέρισμα της απέναντι πολυκατοικίας. Δειλά, ο νεαρός θα προσπαθήσει να την πλησιάσει και όταν το καταφέρνει, ανάμεσά τους ξεσπά ένα σύντομο, μα έντονο σαρκικό πάθος. Μια από τις καλύτερες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου της δεκαετίας του 1980, ερωτική όσο χρειάζεται, με αναγνωρίσιμους ήρωες, ρεαλιστική πλοκή, ακόμα και σινεφιλία – πλανάται η σκιά του «Σιωπηλού μάρτυρα» παρότι ο σκηνοθέτης Γιώργος Πανουσόπουλος (1942- 2026) είχε δηλώσει ότι δεν είχε δει την ταινία του Αλφρεντ Χίτσκοκ όταν γύρισε τη δική του. Οι ερμηνείες είναι υποδειγματικές, όχι μόνο του «παράνομου» ζεύγους που υποδύονται ο Αρης Ρέτσος και η Μπέτυ Λιβανού, αλλά και των Γιώργου Σίσκου, Σοφίας Αλιμπέρτη και Κωνσταντίνου Τζούμα σε συμπληρωματικούς ρόλους.

«Δεκαπενταύγουστος»

(Ελλάδα, 2001)

Με την ιδέα της καλοκαιρινής φυγής να αιωρείται σαν φάντασμα στις ζωές κάποιων ανθρώπων (ανάμεσά τους οι Ελένη Καστάνη, Ακύλλας Καραζήσης, Μιχάλης Ιατρόπουλος και Θεοδώρα Τζήμου), ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης, στην καλύτερη, ίσως κινηματογραφική δημιουργία του, μας παγιδεύει σε ένα δίχτυ περίπλοκων καταστάσεων, ποικίλων συναισθημάτων και χαρακτήρων που καταλήγουν σε αστραφτερό καθρέφτη της κουλτούρας και των καταβολών (θρησκευτικών, οικογενειακών, μητριαρχικών) του μέσου Ελληνα της εποχής της ταινίας. Δεν χρειάζεται καν να μπούμε σε πολλές λεπτομέρειες. Η αρένα του «Δεκαπενταύγουστου» είναι τεράστια και μέσα σε όλα αυτά τα παράξενα που συμβαίνουν σ’ αυτήν εδώ την ταινία, κάπου βρίσκεις τον εαυτό σου. O Γιάνναρης παίζει το σινεμά στα δάχτυλα, δεν κοροϊδεύει κανέναν, δείχνει εντάξει με τον εαυτό του, πιστεύει μέχρι… θανάτου σε αυτό που κάνει και είναι έτοιμος να δώσει απανωτά χαστούκια στον θεατή για να τον παρακολουθήσει. Και τα καταφέρνει.

«Ραψωδία τον Αύγουστο»

(Rhapsody in August / Hachigatsu no rapusodî, Ιαπωνία, 1991)

Ενας αμερικανός ιαπωνικής καταγωγής (Ρίτσαρντ Γκιρ) αναζητά τις ρίζες του μέσα από τις περιγραφές της γιαπωνέζας γιαγιάς του (Σατσίκο Μουράσε), η οποία έζησε την τραγωδία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Σε έναν εθνικό εφιάλτη της πατρίδας του της Ιαπωνίας βρίσκονται τα θεμέλια της προτελευταίας ταινίας του μεγάλου Ακίρα Κουροσάβα (1910-1998). Ξεκινώντας από το ιστορικό γεγονός της πολύνεκρης τραγωδίας της Χιροσίμα μετά τη ρίψη της ατομικής βόμβας, ο Κουροσάβα επικεντρώνει την ιστορία της ταινίας στη σχέση της γιαγιάς με τα εγγόνια της, στα οποία μιλά λες και αφηγείται ένα παραμύθι. Ερχεται σε αντίθεση με τον σκληρό ρεαλισμό των παιδιών της, που προτιμούν στωικά τον συμβιβασμό. Εμπνευσμένος εικονοπλάστης (είναι αμέτρητες οι ποιητικές εικόνες σε αυτό το έργο) και οικείος όσο ποτέ με τον θεατή, ο Κουροσάβα καθηλώνει και προβληματίζει.

- Post Down -

Comments are closed.