- Advertisement -

Ιστορική συμμετοχή 77,7%, ισοπαλία των δύο μεγάλων πολιτικών μπλοκ και ρυθμιστικός ρόλος των αραβικών κομμάτων. Οι πρώτες εκλογές μετά την 7η Οκτωβρίου αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο παρατεταμένων διαπραγματεύσεων ή νέας προσφυγής στις κάλπες.
Το Ισραήλ ξύπνησε την Τετάρτη χωρίς ξεκάθαρο νικητή, αλλά με ένα σαφές πολιτικό μήνυμα: η διακυβέρνηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα δοκιμασία. Οι βουλευτικές εκλογές της 27ης Οκτωβρίου, οι πρώτες μετά την επίθεση της Χαμάς το 2023 και τους πολέμους που ακολούθησαν, μπορεί να οδήγησαν μαζικά τους πολίτες στις κάλπες αλλά το αποτέλεσμα έως τώρα είναι ασαφές.
Σύμφωνα με τα αναθεωρημένα exit polls που μετέδωσαν το Reuters και το Associated Press, το μπλοκ του Νετανιάχου και η αντιπολίτευση υπό τον πρώην αρχηγό του ισραηλινού στρατού Γκάντι Άιζενκοτ συγκεντρώνουν περίπου 51 έδρες έκαστο, ενώ τα αραβικά κόμματα εκτιμάται ότι εξασφαλίζουν περίπου 18 έδρες. Για τον σχηματισμό κυβέρνησης απαιτούνται 61 από τις 120 έδρες της Κνεσέτ. Πρόκειται για εκτιμήσεις και όχι για οριστικά αποτελέσματα.
Η μαζική συμμετοχή και ο ρόλος των Αράβων ψηφοφόρων
Η συμμετοχή έφτασε το 77,7%, σύμφωνα με την Κεντρική Εκλογική Επιτροπή, το υψηλότερο ποσοστό εδώ και περισσότερα από είκοσι χρόνια και περίπου επτά ποσοστιαίες μονάδες πάνω από τις εκλογές του 2022.
Η αναμέτρηση πραγματοποιήθηκε υπό τη σκιά της 7ης Οκτωβρίου 2023, όταν η επίθεση της Χαμάς προκάλεσε τον θάνατο περίπου 1.200 ανθρώπων και την απαγωγή 251 ομήρων. Ο πόλεμος στη Γάζα, οι συγκρούσεις με τη Χεζμπολάχ και το Ιράν, αλλά και οι ευθύνες για τις αποτυχίες ασφαλείας κυριάρχησαν στην προεκλογική αντιπαράθεση.
Η εκλογική βραδιά εξελίχθηκε σε θρίλερ, καθώς οι αρχικές προβολές, που έδιναν προβάδισμα στο στρατόπεδο του Μπενιαμίν Νετανιάχου, ανατράπηκαν σταδιακά. Καθώς προχωρούσε η καταμέτρηση και αναθεωρούνταν οι εκτιμήσεις για την κατανομή των εδρών, η εικόνα άλλαξε, με τα δύο αντίπαλα μπλοκ να εμφανίζονται τελικά ισοδύναμα. Η νυχτερινή ανατροπή ανέδειξε τον καθοριστικό ρόλο των μικρότερων κομμάτων και άφησε ανοιχτή τη μάχη για τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Το κεντρικό πολιτικό παράδοξο είναι ότι τα αραβικά κόμματα μπορούν να αποκτήσουν καθοριστικό ρόλο στον σχηματισμό κυβέρνησης, παρότι οι κυριότερες εβραϊκές παρατάξεις της αντιπολίτευσης έχουν αποκλείσει επίσημη κυβερνητική συνεργασία μαζί τους.
Η ενίσχυσή τους φαίνεται να συνδέεται με την κινητοποίηση ψηφοφόρων που επιδιώκουν να αποτρέψουν την παραμονή της δεξιάς και της ακροδεξιάς στην εξουσία. Οι έδρες τους θα μπορούσαν να στερήσουν από τον Νετανιάχου την πλειοψηφία, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον σχηματισμό μιας κυβέρνησης υπό τον Αϊζενκοτ.
Ο Άιζενκοτ, που έχει υπηρετήσει στο πολεμικό υπουργικό συμβούλιο του Νετανιάχου, επιδιώκει πολιτική αλλαγή, προτάσσοντας την ασφάλεια, τη θεσμική λογοδοσία και την κατάργηση των εξαιρέσεων των υπερορθόδοξων από τη στρατιωτική θητεία. Ο Νετανιάχου, αντίθετα, προβάλλει τη στρατιωτική του πολιτική και τη στάση του απέναντι στο Ιράν ως βασικά επιχειρήματα υπέρ της παραμονής του στην εξουσία.
Το επόμενο κεφάλαιο της κρίσης
Μετά την ανακοίνωση των τελικών αποτελεσμάτων, ο πρόεδρος Ισαάκ Χέρτσογκ θα ξεκινήσει διαβουλεύσεις με τα κόμματα για την ανάθεση εντολής σχηματισμού κυβέρνησης.
Η διαδικασία ενδέχεται να διαρκέσει εβδομάδες. Εάν δεν προκύψει βιώσιμος συνασπισμός, το Ισραήλ μπορεί να οδηγηθεί ξανά σε εκλογές, όπως συνέβη επανειλημμένα την περίοδο 2019–2022.
Μέχρι τότε, ο Νετανιάχου παραμένει υπηρεσιακός πρωθυπουργός. Το αποτέλεσμα δεν κρίνει μόνο την πολιτική του επιβίωση. Θα επηρεάσει τη διαχείριση της Γάζας, τις σχέσεις με τους Παλαιστινίους, τη στρατηγική απέναντι στο Ιράν και τη θέση του Ισραήλ στη διεθνή σκηνή.
Η υψηλή συμμετοχή στις εκλογές αποτυπώνει τη σημασία της αναμέτρησης για την ισραηλινή κοινωνία, χωρίς ωστόσο οι πρώτες εκτιμήσεις να διαμορφώνουν σαφή κυβερνητική πλειοψηφία. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου αναμένεται να στηριχθεί στην εκλογική επίδοση του Λικούντ, ενώ ο Γκάντι Αϊζενκοτ θα επιχειρήσει να συσπειρώσει τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης.
Για τον Νετανιάχου διακυβεύεται η παραμονή του στην εξουσία, ενώ για τον Αϊζενκοτ η δυνατότητα να μετατρέψει την εκλογική δυναμική σε κυβερνητική πλειοψηφία.
Comments are closed.