- Advertisement -

Εδώ και μερικά χρόνια, ο Ταγίπ Ερντογάν έχει κάνει σημαία του ένα αφήγημα που έχει ως τίτλο το πομπώδες «Αιώνας της Τουρκίας». Με αυτό – το οποίο περιλαμβάνει και το κεφάλαιο της «Γαλάζιας Πατρίδας» – υπόσχεται στους πολίτες της χώρας του όχι απλώς καλύτερες ημέρες, αλλά ένα λαμπρό μέλλον. Κάτι σαν έναν επίγειο… παράδεισο, πολύ απλά, τον οποίο όμως θα απολαύσουν μόνο εφόσον εξακολουθήσουν να στηρίζουν τον ίδιο, το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) και τα σχέδιά τους, ανάμεσα στα οποία είναι και η παραμονή του για τέταρτη συνεχόμενη θητεία στη θέση του προέδρου.
Ανεβαίνοντας μάλιστα στο βήμα της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, την Τρίτη, ο Ερντογάν επιχείρησε να παρουσιάσει στους παρευρισκόμενους και όσους τον παρακολουθούσαν όλα εκείνα τα επιτεύγματα που, κατά τον ίδιο, συνθέτουν την «ισχυρή Τουρκία», η οποία δεν φοβάται κανέναν: τη στρατηγική θέση της στη Μέση Ανατολή και τη νοτιοανατολική Μεσόγειο, τη μετατροπή της σε ενεργειακό κόμβο, τον ηγετικό της ρόλο στον κόσμο του Ισλάμ, αλλά ως «προστάτη» των Παλαιστινίων, ακόμη και τη συνεισφορά της στη μάχη για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, με την ευκαιρία της (συν)διοργάνωσης της φετινής διεθνούς διάσκεψης COP-31.
Από τα (ωραία) λόγια, στη ζωή
Η πραγματικότητα είναι, ωστόσο, αρκετά διαφορετική από αυτή που θέλει να παρουσιάσει ο σύγχρονος «σουλτάνος», ο οποίος κυριαρχεί στο πολιτικό σκηνικό της Τουρκίας εδώ και περίπου ένα τέταρτο του αιώνα.
Η φτώχεια που πλήττει μεγάλο μέρος του πληθυσμού της, παρά τους εκρηκτικούς ρυθμούς ανάπτυξης, η ακρίβεια σε είδη πρώτης ανάγκης και στη στέγαση ειδικά στην Κωνσταντινούπολη και τις άλλες μεγαλουπόλεις, ο νεποτισμός και η διαφθορά στο πολιτικό και οικονομικό σύστημα εξουσίας (όπου έχει επίσης κεντρική θέση η στενή οικογένεια και η «αυλή» του Ερντογάν), το πρόσφατο σκάνδαλο στο χρηματιστήριο, οι διαρκείς διώξεις και φυλακίσεις αντιπάλων και κοινωνικών αγωνιστών, το πογκρόμ ενάντια στα πιο προοδευτικά τμήματα της διανόησης και της κοινότητας των LGBTQ+ και μια σειρά άλλα φαινόμενα αποδεικνύουν του λόγου το αληθές.
Προφανώς, οι πρώτοι που μπορούν να το βεβαιώσουν είναι οι ίδιοι οι Τούρκοι, με βάση την καθημερινή τους εμπειρία. Σε αρκετές περιπτώσεις δε, οι δείκτες έρχονται να βάλουν την τελική σφραγίδα, αποδεικνύοντας για μια ακόμη φορά πως ό,τι λάμπει – ή, για την ακρίβεια, ό,τι ο Ερντογάν θέλει να παρουσιάσει ως λαμπερό – δεν είναι πάντοτε χρυσός.
Σαρώνουν φτώχεια και ακρίβεια
Από τις αρχές της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, όταν Ερντογάν και ΑΚΡ ανέλαβαν τα ηνία της Τουρκίας, το ονομαστικό της ΑΕΠ σημείωσε εντυπωσιακή άνοδο, καταγράφοντας υπερδιπλασιασμό, με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται πλέον στα επίπεδα των 1,6 τρισ. δολαρίων, χαρίζοντάς της μια θέση στην ομάδα της G20. Στο ίδιο διάστημα, αρκετοί κλάδοι πραγματοποίησαν άλματα – ανάμεσά τους ο κατασκευαστικός (με δραστηριότητα πλέον σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή) και η πολεμική βιομηχανία (με αιχμή του δόρατος τα drones) – με τις εταιρείες που ανήκουν σε αυτούς να αυξάνουν κατακόρυφα τον τζίρο και την κερδοφορία τους.
Αυτή, ωστόσο, είναι μόνο η μία πλευρά του νομίσματος. Παρά το γεγονός ότι η παραπάνω εξέλιξη έδωσε τη δυνατότητα στους κυβερνώντες να δημιουργήσουν ισχυρές κοινωνικές συμμαχίες και να «μοιράσουν ψωμί» σε εκατομμύρια ανθρώπους, που αποτέλεσαν και την αρχική εκλογική βάση του ΑΚΡ, υπάρχει και η άλλη πλευρά του νομίσματος, που έχει αρχίσει να γίνεται ορατή ειδικά τα τελευταία χρόνια.
Η δραματική υποτίμηση της λίρας, που έχει χάσει πάνω από το 80% της αξίας της έναντι του δολαρίου την τελευταία πενταετία, ο καλπάζων πληθωρισμός που θα διαμορφωθεί φέτος πάνω από το 30% (είχε φτάσει στο 85% στο τέλος του 2022 και το 70% τον Μάιο του 2024), έχουν μειώσει δραματικά την αγοραστική δύναμη του μέσου νοικοκυριού. Ετσι, περίπου ο ένας στους τέσσερις ζει κάτω από το επίσημο όριο φτώχειας, ενώ άλλοι τόσοι κινδυνεύουν ανά πάσα στιγμή να πέσουν κάτω από αυτό.
Ειδικά στο ζήτημα της στέγασης στις μεγάλες πόλεις, η κατάσταση είναι δραματική. Σημειώνεται ότι η μέση τιμή ενοικίου για μια κατοικία 60-70 τετραγωνικών είναι κοντά στις 40.000 λίρες στην Κωνσταντινούπολη και στις 30-35.000 στην Αγκυρα, όταν ο κατώτατος μισθός – με τον οποίο αμείβονται ο ένας στους δύο – βρίσκεται σήμερα στις 28.000 λίρες. Κι αυτό, την ίδια στιγμή που μια τετραμελής οικογένεια πρέπει να διαθέσει πάνω από 30.000 λίρες μηνιαίως προκειμένου να καλύψει τις βασικές διατροφικές της ανάγκες.
Πελατειακό κράτος ημετέρων
Ο Ταγίπ Ερντογάν φρόντισε από την πρώτη στιγμή και με αξιοζήλευτη μεθοδικότητα να χτίσει ένα πελατειακό κράτος, το οποίο εξυπηρετούσε τόσο τους πολιτικούς του στόχους όσο και την ευημερία του στενού οικογενειακού του κύκλου και των πιο έμπιστων συνεργατών του. Δεν είναι τυχαίο, για παράδειγμα, ότι στην πολεμική βιομηχανία, ένα από τα σημερινά «καμάρια» της Τουρκίας, ένα από τα μεγάλα αφεντικά εμφανίζεται να είναι ο γαμπρός του, Σελτζούκ Μπαϊρακτάρ. Επίσης, ο δεύτερος γιος του, Μπιλάλ Ερντογάν, ηγείται μιας επιχειρηματικής αυτοκρατορίας με παρουσία στα τρόφιμα, τις μεταφορές και τις κατασκευές και άλλους τομείς.
Ο καμβάς αυτός, ωστόσο, αποδείχθηκε ιδιαιτέρως εύφορος και για τα φαινόμενα διαφθοράς, η οποία συχνά έρχεται στην επιφάνεια με επώδυνο τρόπο. Κάτι τέτοιο συνέβη στην περίπτωση των δίδυμων φονικών και καταστροφικών σεισμών του 2023 στη νοτιοανατολική Τουρκία, στους οποίους έχασαν τη ζωή τους πάνω από 50.000 άνθρωποι, ενώ κατέρρευσαν ή υπέστησαν σοβαρές ζημιές κάπου 300.000 κτίρια. Η τραγωδία αυτή αποκάλυψε, όμως, τις ευθύνες που έφερε το καθεστώς Ερντογάν και οι στενές σχέσεις του με τις κατασκευαστικές εταιρείες, σε πολλές από τις οποίες είχε χορηγήσει «αμνηστία» για σοβαρές παρατυπίες – ανάμεσα στα άλλα, στη μη τήρηση των ελάχιστων αντισεισμικών προδιαγραφών.
Το σκάνδαλο που ξέσπασε πρόσφατα στο χρηματιστήριο και για μερικές ημέρες προκάλεσε «έμφραγμα» στις συναλλαγές και απότομη βουτιά του δείκτη, αποτελεί μία ακόμη κορυφή στο παγόβουνο της διαφθοράς στην Τουρκία. Εχοντας στο επίκεντρό του μια «πυραμίδα» αξίας πολλών δισ. δολαρίων, κατάφερε να ξεζουμίσει χιλιάδες μικρούς και μεσαίους επενδυτές, προφανώς με τις πλάτες υψηλά ιστάμενων, ρυθμιστικών αρχών και κρατικών τραπεζών, που τώρα σπεύδουν να μαζέψουν τα ίχνη τους από τον τόπο του εγκλήματος.
Comments are closed.