- Advertisement -

Ζωή σε φιλοδώρημα

Ζωή σε φιλοδώρημα
1

- Advertisement -

Το φιλοδώρημα το θεωρούμε απλώς μια αναγκαία χειρονομία προς όσους μας εξυπηρετούν. Στις ΗΠΑ, ήδη από τη δεκαετία του 1930, όταν ξεκίνησε η προσπάθεια κατοχύρωσης μιας εκδοχής κατώτατου μισθού, το γεγονός ότι μια σειρά από κατηγορίες εργαζομένων αμείβονταν για τις υπηρεσίες τους κυρίως με φιλοδωρήματα θεωρήθηκε επαρκής λόγος ώστε να εξαιρεθούν από την ανάγκη να λαμβάνουν τον κατώτατο μισθό, λογική που διατηρήθηκε σε επόμενες ρυθμίσεις, μετατρέποντάς τους σε εργαζομένους με λιγότερα δικαιώματα.

Αυτό υπογραμμίζει πώς συγκροτήθηκε ιστορικά η έννοια της εργασίας στον κλάδο που συνηθίζουμε να περιγράφουμε ως «υπηρεσίες». Αλλωστε, η ίδια η ετυμολογία της λέξης παραπέμπει στην εργασία των υπηρετριών και υπηρετών σε ένα προκαπιταλιστικό πλαίσιο.

Μια εργασία που στηριζόταν στην πλήρη διαθεσιμότητα όσων προσέφεραν την υπηρεσία, χωρίς καμία έννοια ωραρίου, ούτε και εγγυημένης αμοιβής. Ομως, στις μέρες μας οι υπηρεσίες έχουν εξελιχτεί στις αναπτυγμένες οικονομίες σε έναν τομέα που απασχολεί πολύ περισσότερες εργαζόμενες και εργαζομένους από ό,τι η μεταποίηση, ο κλάδος γύρω από τον οποίο κατεξοχήν συνδέθηκε η έννοια της μισθωτής εργασίας στον καπιταλισμό. Καθόλου τυχαία η ίδια αντίληψη της μέγιστης ευελιξίας της εργασίας, χωρίς εγγυημένα δικαιώματα, επανέρχεται στο προσκήνιο όλο και περισσότερο.

Με τις νέες μορφές εργασίας, είτε πρόκειται για τις παραλλαγές εργασίας που στηρίζονται στο φιλοδώρημα στην εστίαση, είτε για τις εργασίες με μικροκαθήκοντα, είτε για την οικονομία των περιστασιακών συμβάσεων (και τις ψηφιακές υποδομές που τις διευκολύνουν), ασχολείται το βιβλίο της καθηγήτριας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Ιρβάιν, Ανι Μακλάναχαν, «Beneath the Wage. Tips, Tasks and Gigs in the Age of Service Work» (Κάτω από τον μισθό. Φιλοδωρήματα, καθήκοντα και περιστασιακές απασχολήσεις στην εποχή της εργασίας στις υπηρεσίες), που κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις Zone Books.

Οι μαζικές αναπαραστάσεις και η αμοιβή με το κομμάτι

Με ερευνητικά ενδιαφέροντα που ξεκινούν από τη σύγχρονη αμερικανική λογοτεχνία και φτάνουν έως την οικονομική ιστορία, η Μακλάναχαν συνδυάζει την κοινωνιολογική προσέγγιση με το πώς όλα αυτά αποτυπώνονται στη μαζική κουλτούρα. Καθόλου τυχαία, παρουσιάζει τις αλλαγές στην εργασία στις υπηρεσίες και μέσα από το πώς αυτές παρουσιάζονται π.χ. στις τηλεοπτικές σειρές και πώς ολοένα και περισσότερο «απεικονίζουν πρόσωπα των οποίων η επαγγελματική ζωή χαρακτηρίζεται από προσωρινές και αβέβαιες συνθήκες εργασίας, χαρακτήρες των οποίων οι ιστορίες δεν εντάσσονται τόσο εύκολα στα μοτίβα της εξέλιξης και της εκπαίδευσης που διαμορφώνουν τις συμβατικές αφηγήσεις για την επαγγελματική επιτυχία». Υπογραμμίζει, ταυτόχρονα, πώς οι εργατικές διεκδικήσεις σε τέτοιους τομείς, που συχνά πατούν πάνω σε διακρίσεις με βάση το φύλο και τη φυλή, από την εστίαση έως τη σεξεργασία, περιλαμβάνουν μεγάλη έμφαση στην αλληλεγγύη ως πρακτική.

Η εργασία με το κομμάτι αποτέλεσε ένα βασικό χαρακτηριστικό των πρώιμων φάσεων του καπιταλισμού, όπου παρατηρούμε μια ιεραρχία ανάμεσα στην εξειδικευμένη εργασία που αμείβεται με βάση τον χρόνο και την ανειδίκευτη εργασία που συχνά αμείβεται με το κομμάτι και αυτό αποτελεί βασική παράμετρο του γιατί καταλήγει να είναι ιδιαίτερα εντατικοποιημένη. Αργότερα, η εργασία με το κομμάτι, ως συνθήκη υπερεκμετάλλευσης, θα κυριαρχήσει σε διάφορους κλάδους στις ΗΠΑ, π.χ. στις αγροτικές εργασίες που αναλάμβαναν μετανάστες.

Θα επιστρέψει επίσης στις εργασίες γραφείου μέσα από την απασχόληση εξωτερικών συνεργατών ή υπεργολάβων που αναλάμβαναν μέρος των καθηκόντων, κάτι που διευκόλυνε η σταδιακή χρήση ψηφιακών τεχνολογιών. Στις μέρες μας η εργασία με το κομμάτι κυριαρχεί στις πλατφόρμες μικροεργασίας που επιτρέπουν την πρόσληψη εργαζομένων για την πραγματοποίηση μικροκαθηκόντων, συμπεριλαμβανομένης της «εκπαίδευσης» των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων (LLM). H Μακλάναχαν αναζητά τους τρόπους που όσες/οι εργάζονται σε πλατφόρμες επιλέγουν να αντισταθούν, συμπεριλαμβανομένης της καταφυγής στη χρήση τεχνητής νοημοσύνης.

Το κάλπικο άλλοθι των «ανεξάρτητων εργαζομένων»

Ως προς τις εργαζόμενες και τους εργαζομένους στις πλατφόρμες της gig economy, π.χ. τις πλατφόρμες για τη μίσθωση υπηρεσιών μεταφοράς, η Μακλάναχαν υπενθυμίζει ότι στη διάρκεια του 20ού αιώνα ήταν οι εργοδότες που προσπάθησαν να απαλλαγούν από τις υποχρεώσεις τους απέναντι στους εργαζομένους τους με το να επιμένουν ότι πρόκειται για ανεξάρτητους εργαζομένους. Σήμερα, οι πλατφόρμες υπόσχονται ότι ο καθένας μας μπορεί να είναι το «αφεντικό του εαυτού του», επειδή προσφέρουν εργασία χωρίς εργοδότες και με πλήρη ευελιξία ως προς το ωράριο.

Ομως, καταλήγουν να διαμορφώνουν μια συνθήκη ακόμη μεγαλύτερης εκμετάλλευσης, εντατικής εργασίας και ριζικής μείωσης του ελεύθερου χρόνου, ιδίως από τη στιγμή που στηρίζονται στη διαρκή διαθεσιμότητα, ακόμη και σε ημέρες ανάπαυσης. Μελετώντας ταινίες και λογοτεχνικά έργα γύρω από αυτές τις πρακτικές, εντοπίζει πώς η όποια αυτονομία περιορίζεται από τη διαρκή παρουσία του κράτους και της αστυνομίας, αλλά και σύνθετες πρακτικές «συνενοχής» – ιδίως όταν εναλλάσσονται οι ρόλοι του παρόχου και του καταναλωτή τέτοιων υπηρεσιών. Αυτό αποτυπώνεται και στις «εργατικές έρευνες» για τους εργαζομένους στις πλατφόρμες, που αποτυπώνουν πώς «θολώνουν τα όρια μεταξύ παραγωγής και αναπαραγωγής, χώρου εργασίας και αγοράς, συνδέοντας την εργασία με την αναπαραγωγή, την εργασία με την κατανάλωση, τον προλετάριο οδηγό με τον προλετάριο επιβάτη».

Γι’ αυτό η Μακλάναχαν θεωρεί ότι όπως μιλάμε για «μεταβολικό ρήγμα» για την οικολογική καταστροφή εξαιτίας μιας καπιταλιστικής συσσώρευσης χωρίς όρια, έτσι και όταν συζητάμε τις μεταλλαγές της εργασίας θα πρέπει να μιλάμε για το «αναπαραγωγικό ρήγμα», που βιώνουν εργαζόμενες και εργαζόμενοι «στον βαθμό που στερούνται τα ίδια τα μέσα διαβίωσης και την κοινωνική φροντίδα που εργάζονται για να εξασφαλίσουν σε άλλους. Στο τεράστιο χάσμα αυτού του ρήγματος συναντάμε οικιακές βοηθούς που δεν έχουν τα μέσα να εξασφαλίσουν τη δική τους στέγη, εργαζόμενες/ους στον τομέα της παιδικής φροντίδας που δεν μπορούν να πληρώσουν για τη φροντίδα των παιδιών τους, εργαζόμενες/ους σε πλατφόρμες διανομής που δεν έχουν τα μέσα να κάνουν τα ψώνια τους».

- Post Down -

Comments are closed.