- Advertisement -

Οι Ισραηλινοί ψηφίζουν σήμερα, 27 Οκτωβρίου, για να εκλέξουν νέα Βουλή, ενώ μία εβδομάδα αργότερα, στις 3 Νοεμβρίου, οι Αμερικανοί θα αναδείξουν το νέο Κογκρέσο.
Οι δύο αναμετρήσεις διεξάγονται στη σκιά του πολέμου με το Ιράν και των επιπτώσεών του στην ενεργειακή αγορά, στο κόστος ζωής και στις ισορροπίες της Μέσης Ανατολής.
Το αποτέλεσμα δεν θα καθορίσει μόνο την πολιτική τύχη του Μπενιαμίν Νετανιάχου και τη δυνατότητα του Ντόναλντ Τραμπ να εφαρμόζει απρόσκοπτα την πολιτική του, αλλά και τα περιθώρια συνέχισης ή αποκλιμάκωσης της σύγκρουσης.
Στο Ισραήλ, η αναμέτρηση αποτελεί δοκιμασία για τον μακροβιότερο πρωθυπουργό της χώρας, μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και τους πολέμους που ακολούθησαν στη Γάζα, στον Λίβανο και με το Ιράν.
Σύμφωνα με το Reuters, η εκλογική μάχη παρέμενε αμφίρροπη την παραμονή της ψηφοφορίας, χωρίς σαφή διαδρομή προς την εξασφάλιση πλειοψηφίας για κανένα από τα δύο βασικά πολιτικά μπλοκ.
Κεντρικός αντίπαλος του Νετανιάχου είναι ο πρώην αρχηγός των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων Γκάντι Άιζενκοτ, ενώ οι διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης αναμένεται να αποδειχθούν καθοριστικές.
Το Ισραήλ εκλέγει 120 βουλευτές και απαιτούνται 61 έδρες για κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Το διακύβευμα δεν περιορίζεται στην προσωπική πολιτική επιβίωση του πρωθυπουργού.
Σύμφωνα με αναλυτές, η εκλογή νέου ηγέτη δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ανατροπή της ισραηλινής στρατηγικής απέναντι στην Τεχεράνη.
Η εμπειρία των πολέμων των τελευταίων ετών έχει ενισχύσει, σε μεγάλο μέρος του πολιτικού φάσματος, την αντίληψη ότι το Ιράν αποτελεί κεντρική απειλή για την ισραηλινή ασφάλεια.
Ωστόσο, η σύνθεση της επόμενης κυβέρνησης μπορεί να επηρεάσει τον χρόνο, την έκταση και τους όρους μιας νέας στρατιωτικής επιχείρησης.
Ο Νετανιάχου έχει αξιοποιήσει προεκλογικά τη στενή σχέση του με τον Τραμπ, ο οποίος τον υποστήριξε δημόσια και ζήτησε να ολοκληρωθεί η πολεμική προσπάθεια κατά του Ιράν.
Η προοπτική νέων επιθέσεων, ωστόσο, συνδέεται άμεσα με το αμερικανικό εκλογικό ημερολόγιο.
Στις 3 Νοεμβρίου, οι Αμερικανοί θα κρίνουν αν οι Ρεπουμπλικανοί θα διατηρήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου ή αν οι Δημοκρατικοί θα αποκτήσουν μεγαλύτερη δυνατότητα κοινοβουλευτικού ελέγχου της κυβέρνησης.
Μια αλλαγή συσχετισμών θα μπορούσε να επηρεάσει τη χρηματοδότηση στρατιωτικών επιχειρήσεων και τη βοήθεια προς το Ισραήλ, χωρίς, ωστόσο, να αφαιρεί από τον πρόεδρο τις σημαντικές εκτελεστικές εξουσίες του στην εξωτερική πολιτική.
Η οικονομική πίεση είναι ήδη μετρήσιμη.
Σύμφωνα με το Associated Press, η μέση τιμή της βενζίνης στις ΗΠΑ έχει φθάσει τα 4,33 δολάρια ανά γαλόνι, περίπου 45% υψηλότερα από τα προπολεμικά επίπεδα, ενώ το ντίζελ έχει ακριβύνει ακόμη περισσότερο.
Η Moody’s Analytics εκτιμά ότι το συνολικό κόστος της ενεργειακής κρίσης, των υψηλότερων επιτοκίων και των στρατιωτικών δαπανών έχει επιβαρύνει το μέσο αμερικανικό νοικοκυριό κατά σχεδόν 2.000 δολάρια.
Οι επιπτώσεις επεκτείνονται στις μεταφορές, στα αεροπορικά εισιτήρια και στο κόστος παραγωγής, δημιουργώντας πρόσθετες πιέσεις στην οικονομία.
Οι Δημοκρατικοί διεκδικούν το Κογκρέσο στη σκιά της ακρίβειας και του πολέμου
Επομένως και ολοφάνερα οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου διεξάγονται σε δυσμενές πολιτικό περιβάλλον για τον Ντόναλντ Τραμπ, με τους Δημοκρατικούς να διεκδικούν την ανάκτηση του ελέγχου του Κογκρέσου.
Σύμφωνα με την ανάλυση του BBC, η δημοτικότητα του Αμερικανού προέδρου έχει υποχωρήσει περίπου στο 37%, από επίπεδα άνω του 50% στην αρχή της δεύτερης θητείας του.
Η πτώση επιταχύνθηκε μετά την έναρξη των αμερικανοϊσραηλινών αεροπορικών επιθέσεων κατά του Ιράν, στα τέλη Φεβρουαρίου.
Οι Δημοκρατικοί εμφανίζουν ισχυρές πιθανότητες να κερδίσουν τη Βουλή των Αντιπροσώπων, όπου οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν οριακή πλειοψηφία, ενώ η μάχη για τη Γερουσία είναι δυσκολότερη.
Από τις 35 έδρες που ανανεώνονται, μόλις επτά θεωρούνται αμφίρροπες, σύμφωνα με το Cook Political Report. Οι Δημοκρατικοί χρειάζονται σημαντικές νίκες, μεταξύ άλλων στο Μίσιγκαν, στην Αλάσκα, στην Αϊόβα και στο Οχάιο, ενώ διεκδικούν ευκαιρίες ακόμη και στο Τέξας.
Κυρίαρχο ζήτημα για τους ψηφοφόρους είναι το κόστος ζωής.
Ο πόλεμος με το Ιράν διατάραξε τις ενεργειακές προμήθειες και συνέβαλε στην άνοδο της τιμής της βενζίνης στις ΗΠΑ, ενισχύοντας τη δυσαρέσκεια για την οικονομική πολιτική του προέδρου. Ωστόσο, οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούν σημαντικό πλεονέκτημα στη χρηματοδότηση και στις τηλεοπτικές διαφημίσεις.
Οι τάσεις ευνοούν τους Δημοκρατικούς, χωρίς να αποκλείεται ο Τραμπ να περιορίσει τις απώλειες του κόμματός του μέσω της αυξημένης συμμετοχής των ψηφοφόρων του.
Comments are closed.