- Advertisement -

Για αιώνες κάθονται σ’ αυτά τα σκαλοπάτια

Για αιώνες κάθονται σ’ αυτά τα σκαλοπάτια
2

- Advertisement -

Η πρώτη φορά που είδε το διάσημο ρετάμπλ των αρχών του 16ου αιώνα ήταν τον χειμώνα του 1963, όταν ήταν γεμάτος ελπίδα και αισιοδοξία. Η δεύτερη ήταν δέκα χρόνια αργότερα, όταν πια είχαν διαψευστεί οι ελπίδες που είχε γεννήσει ο Μάης κι αισθανόταν αποπροσανατολισμένος και ηττημένος. Το έργο ήταν φυσικά το ίδιο. Αλλά οι αντιδράσεις του ήταν αντίστροφες με τη διάθεσή του: αν τότε οι βιβλικές σκηνές του Ματίας Γκρίνεβαλντ του είχαν φανεί σκοτεινές και απελπισμένες, τώρα είδε να αντανακλούν ένα σωτήριο φως

Ο Τζον Μπέρτζερ διηγείται αυτή την εμπειρία στο δοκίμιό του «Ανάμεσα σε δύο Κολμάρ», που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1973. Και το έργο στο οποίο αναφέρεται είναι η Αγία Τράπεζα του Ιζενχάιμ (1512-16), ένα πολύπτυχο με τρία ζευγάρια κλείστρων όπου ανάλογα με το ποιο είναι ανοιχτό και ποιο κλειστό παρουσιάζονται διαφορετικές ομάδες θρησκευτικών εικόνων. «Σε μια περίοδο επαναστατικών προσδοκιών, είδα ένα έργο τέχνης ως ένδειξη της απελπισίας του παρελθόντος», έγραψε. «Σε μια περίοδο δύσκολη όπως η σημερινή, βλέπω το ίδιο έργο να προσφέρει ως εκ θαύματος έναν στενό διάδρομο μέσα από την απελπισία».

Την ερχόμενη εβδομάδα κλείνουν 100 χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου βρετανού κριτικού τέχνης. Σύμφωνα με τον κριτικό των ιδεών Α.Ο. Σκοτ, είναι ο άνθρωπος που μας δίδαξε πώς να δίνουμε προσοχή. Τα έργα του, γράφει στους «New York Times», προσφέρουν το καλύτερο αντίδοτο σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από μια κρίση της προσοχής και ένα ατελείωτο σκρολάρισμα.

Το βασικό επιχείρημα που ανέπτυξε ο Μπέρτζερ για την προσοχή τόσο στο βιβλίο του «Ways of Seeing» («Η εικόνα και το βλέμμα», εκδ. Μεταίχμιο, μτφ. Ειρήνη Σταματοπούλου), όσο και στην ομώνυμη σειρά τεσσάρων επεισοδίων του BBC, είναι ότι δεν πρόκειται για μια παθητική, ατομική κατάσταση, αλλά περισσότερο για μια δράση. Δεν βλέπουμε απλώς αυτό που έχουμε μπροστά στα μάτια μας, το ερμηνεύουμε, αναζητούμε μοτίβα, νοήματα και συνδέσμους. Το πώς το κάνουμε εξαρτάται από το πού είμαστε, με ποιους είμαστε και πώς βλέπουμε τον εαυτό μας.

«Κάποια σκαλοπάτια στην Πιάτσα Ματζόρε οδηγούν στη δυτική πρόσοψη της Βασιλικής του Αγίου Πετρωνίου, η οποία, όπως κι άλλα ιστορικά κτίρια της Μπολόνιας, είναι χτισμένη με τούβλα», γράφει ο Μπέρτζερ στην «Κόκκινη τέντα της Μπολόνιας» (εκδ. Αντίποδες, μτφ. Δημήτρης Καρακίτσος). «Για αιώνες οι άνθρωποι κάθονται σ’ αυτά τα σκαλοπάτια για να παρατηρούν όσα συμβαίνουν στην πλατεία, προσπαθώντας να διακρίνουν τις λεπτές αποχρώσεις ανάμεσα στο χθες και το σήμερα. Κάθομαι κι εγώ σ’ αυτά τα σκαλοπάτια».

Για τον Μπέρτζερ, σημειώνει ο κριτικός των «New York Times», η πράξη της παρατήρησης, τόσο του καλλιτέχνη όσο και του θεατή, μεταφέρει αρχέγονες ανθρώπινες παρορμήσεις όπως η περιέργεια, η απόλαυση, το δέος. Μολονότι η τέχνη δεν υπάρχει σε κενό, δεν μπορεί ούτε να περιοριστεί στην πολιτική, στο εμπόριο ή σε οποιονδήποτε άλλο χώρο. Μια ελαιογραφία μπορεί να είναι ένα αντικείμενο ή ένα εμπόρευμα, αλλά δεν είναι ποτέ μόνο αυτό, αποτυπώνει και την υποκειμενικότητα του ζωγράφου, την προσπάθεια δύο χεριών να διαπεράσουν τον χρόνο και τη γεωγραφία για να βρουν δεκτικά μάτια. Η τέχνη είναι προσωπική, κάποιος την κάνει, κάποιος τη βλέπει. Η τέχνη, έγραψε ο Μπέρτζερ, «θεωρεί επίσης ότι η ομορφιά δεν αποτελεί μια εξαίρεση, αλλά τη βάση για μια βαθύτερη τάξη πραγμάτων».

Τι γίνεται όμως όταν η τέχνη κάνει παύση; Γιατί το χάος που επικρατεί στην εποχή μας (Brexit, Τραμπ, Covid, Ουκρανία, Ιράν) δεν παράγει πρωτότυπες ιδέες, νέα είδη μουσικής, ενδιαφέρουσα τέχνη; Φταίνε οι καλλιτέχνες ή εμείς που ξεμάθαμε να κοιτάμε; Η απάντηση ίσως να είναι πιο πεζή, έγραφε τις προάλλες ο Τζάναν Γκανές στους «Financial Times». Δεν ζούμε σε μια ενδιαφέρουσα εποχή. Οποιος νομίζει ότι το χάος γύρω μας είναι ασυνήθιστο πάσχει από ιστορική άγνοια. Ο πληθωρισμός είναι ο μισός σε σχέση με τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Οι πόλεμοι είναι τοπικοί. Οι σημερινοί τεχνοκράτες έχoυν τους τρόπους να μετριάζουν πιθανές καταστροφές, είτε είναι οικονομικές είτε βιοϊατρικές. Ο Ορσον Γουέλς είχε δίκιο όταν έλεγε στον «Τρίτο Άνθρωπο» ότι 30 χρόνια αιματοχυσίας στην Ιταλία των Βοργία παρήγαγαν τον Μιχαήλ Αγγελο, τον Λεονάρντο ντα Βίντσι και την Αναγέννηση, ενώ 500 χρόνια ειρήνης και δημοκρατίας στην Ελβετία δεν παρήγαγαν παρά τα ρολόγια με κούκο. Η αναταραχή είναι δημιουργική. Αλλά στη σημερινή εποχή, παρά τα φαινόμενα, δεν είναι και τόσο μεγάλη. Κι έτσι, οι μεγάλες ταινίες της χρονιάς ήταν η «Οδύσσεια» και ο «Σπάιντερμαν».

Αυτά που έχουμε χάσει οριστικά

Οπως πολλοί άλλοι διανοούμενοι της γενιάς του, γράφει ο Α.Ο.Σκοτ, ο Μπέρτζερ ήταν στα νιάτα του αριστερός. Εβρισκε ίχνη ταξικής πάλης σε κάθε γωνιά της ιστορίας της τέχνης, έψαχνε τις ζωές των ζωγράφων για να βρει τις κοινωνικές επιπτώσεις της δουλειάς τους, πρόσφερε το μισό χρηματικό βραβείο του Booker του 1972 στους Βρετανούς Μαύρους Πάνθηρες. Στο δεύτερο μισό της καριέρας του, όμως, ανέπτυξε μια ευαισθησία που συνοδευόταν από συντηρητισμό. Δεν έβλεπε με καλό μάτι ούτε τη νεωτερικότητα ούτε την τεχνολογική πρόοδο. Η στροφή αυτή είχε ασφαλώς σχέση με τη μετακόμισή του στα μέσα της δεκαετίας του 1970 στο Κενσί, ένα χωριό των γαλλικών Αλπεων, και τη συμβίωσή του με τις τοπικές αγροτικές κοινότητες. Η ανησυχία του για έναν τρόπο ζωής που χανόταν δεν είναι μακριά από τη διάχυτη οργή της σημερινής εποχής γι’ αυτά που έχουμε χάσει οριστικά.

- Post Down -

Comments are closed.