- Advertisement -

Οση ώρα περιμένω τον Ανδρέα Αγγελιδάκη να ολοκληρώσει μια τηλεφωνική συνομιλία στο διπλανό δωμάτιο, το βλέμμα μου σταματά σε δύο μεταλλικές μακέτες του περιπτέρου που σχεδίασε εκπροσωπώντας την Ελλάδα στην 61η Μπιενάλε της Βενετίας. Ξεφυλλίζω τις μικρογραφίες των πάνινων βιβλίων όταν μπαίνει στο σαλόνι με ένα μπουκάλι νερό και λιχουδιές για τον σκύλο του, τον Λούπο.
Εχει επιστρέψει μόλις το προηγούμενο απόγευμα από τη Βενετία. Μέσα σε μια ανοιχτή βαλίτσα υπάρχει ένα αντίτυπο του καταλόγου της έκθεσης. Πλάι στον καναπέ είναι ακουμπισμένη μια πλαστική ασπίδα, απομίμηση εκείνης που κρατούν οι δυνάμεις των ΜΑΤ, σαν εκείνες που είχε αναρτήσει – πειραγμένες με τα χερούλια βιδωμένα στην εξωτερική πλευρά – στην είσοδο του περιπτέρου. Και γύρω τριγύρω είναι διάσπαρτα μικρά και μεγαλύτερα πουφ, που παραπέμπουν σε αρχαιοελληνικούς κίονες.
Είναι προφανές ότι μέχρι και πριν από έναν μήνα ο συγκεκριμένος χώρος λειτουργούσε ως εργαστήριο για τον διακεκριμένο εικαστικό και αρχιτέκτονα. Εδώ γίνονταν οι δοκιμές για να στηθεί το «Δωμάτιο απόδρασης» που σχεδίασε και παρουσίασε στη μεγαλύτερη εικαστική διοργάνωση παγκοσμίως. Το επιβεβαιώνει και μου δείχνει την αρχική ιδέα και την τελική μακέτα που τελικά ταξίδεψε στη Βενετία, υλοποιώντας έναν στόχο που είχε από τα πρώτα του βήματα στον εικαστικό χώρο, τη δεκαετία του 1990: να συμμετάσχει στην Μπιενάλε.
«Η συμμετοχή αυτή ήταν στα θέλω μου. Για όλους τους καλλιτέχνες το εθνικό περίπτερο είναι πάντα ο στόχος. Αυτό ήταν το βραβείο, το βήμα να βγεις προς τα έξω. Τώρα υπάρχουν κι άλλοι θεσμοί, υπάρχει το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Οταν ξεκίνησα όμως, και έως πρόσφατα, δεν υπήρχε τίποτα άλλο», λέει και εξομολογείται πως δεν ήταν η πρώτη φορά που επιχείρησε να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στην Μπιενάλε. Είχε καταθέσει πρόταση ξανά και για τη διοργάνωση του 2022 με επιμελήτρια την Κλέα Χαρίτου. Τώρα παραδέχεται ότι ήταν περισσότερο έτοιμος και πως αυτή ήταν η κατάλληλη στιγμή, αναγνωρίζοντας ταυτοχρόνως τη συμβολή του επιμελητή της φετινής πρότασης, Γιώργου Μπεκιράκη. Ηταν τόσο βέβαιος για το έργο του, ώστε από την πρώτη μέρα που ξεκίνησε να τη δουλεύει – πολύ πριν πάρει το πράσινο φως από την αρμόδια επιτροπή και μπουν οι σχετικές υπογραφές – σκεφτόταν τι θα φορέσει στην τελετή απονομής του Χρυσού Λέοντα, διότι, όπως υποστηρίζει, «με οτιδήποτε ασχολούμαι στόχος μου είναι να το κάνω στο μάξιμουμ που μπορώ».
Για όσους γνωρίζουν τον Ανδρέα Αγγελιδάκη μπορεί η έγνοια του για την εμφάνισή του στην τελετή απονομής των βραβείων να μοιάζει ξένη συγκριτικά με αντίστοιχες συμπεριφορές του στο παρελθόν. Οταν για παράδειγμα τιμήθηκε με το βραβείο καλύτερης διπλωματικής εργασίας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης, όπου έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην αρχιτεκτονική, εκείνος προτίμησε να κυνηγήσει έναν έρωτα κάτω από μια γέφυρα στην Πενσιλβάνια, ενώ σε κάποια άλλη τελετή βράβευσής του και πάλι ως φοιτητής εκείνος επέλεξε να απολαύσει το μπάνιο του σε μια ελληνική παραλία. «Πράγματι, αλλά στην προκειμένη περίπτωση θα είχα υποχρέωση να εμφανιστώ, διότι δεν είμαι μόνος μου. Και το γεγονός ότι δεν θα δοθούν τελικά βραβεία είναι ευτυχία για μένα. Δεν χρειάστηκε να περιμένω όλη μέρα τα μέλη της επιτροπής να έρθουν και να τους εξηγώ το έργο μου. Δεν ήταν, επίσης, σίγουρο ότι θα το δώσουν σ’ εμένα, οπότε προτιμώ τα πράγματα όπως εξελίχθηκαν, που είναι ενδεικτικά της κατάστασης που ζούμε. Είναι χρήσιμο που η επιτροπή παραιτήθηκε δύο μέρες πριν από την απονομή για να δείξει ότι κάνει πολιτική, ενώ δεν μίλησε για την Αμερική, παρά το γεγονός ότι βλέπουμε ξεκάθαρα πως η Αμερική είναι εκείνη που δημιουργεί τα προβλήματα», υποστηρίζει. Και όσο για το βραβείο κοινού που θα απονεμηθεί με το κλείσιμο της διοργάνωσης (από τη διαδικασία ψηφοφορίας έχουν ζητήσει να εξαιρεθούν μέχρι στιγμής περισσότερες από 20 χώρες) πιστεύει ότι θα το κερδίσει η Αυστρία καθώς χαρακτηρίζει το έργο της Φλορεντίνα Χόλτζιγκερ – πρόκειται για μια τριπλή περφόρμανς με το πλέον δημοφιλές της μέρος να είναι η καμπάνα που χτυπά όχι χάρη σε ένα γλωσσίδι, αλλά σε ένα γυμνό γυναικείο σώμα – ως δυνατό.
«Είναι ένα περίπτερο ακριβώς ανάποδο από το ελληνικό. Εγώ έκανα ένα περίπτερο που διευρύνει την έννοια του περιπτέρου. Δεν θα επέτρεπα ποτέ να δημιουργηθεί ουρά. Θέλω η είσοδος να είναι ελεύθερη και η πρόσβαση άμεση. Στο πάρτι των εγκαινίων δεν υπήρχαν προσκλήσεις. Με ενδιέφερε ένα περίπτερο που να δημιουργεί την αίσθηση στον επισκέπτη ότι βγήκε από την Μπιενάλε και ότι βρέθηκε στην ντισκοτέκ της γειτονιάς. Διότι κάνεις τον κόσμο να σκεφτεί όταν τον βγάζεις από τη ρουτίνα του», λέει ο Ανδρέας Αγγελιδάκης.
Το αν βγαίνει ή όχι από τη ρουτίνα του όποιος βρίσκεται μέσα στο «Δωμάτιο απόδρασης» είναι υποκειμενικό. Πιο πιθανό είναι ότι σε έναν χώρο με κόκκινα φώτα και έντονα φωτορυθμικά, με βίντεο που αιχμαλωτίζουν την εικόνα του ίδιου του επισκέπτη, με δάπεδο που δημιουργεί την αίσθηση του άπειρου βάθους, πουφ δεμένα με αλυσίδες από την οροφή, πάνινα βιβλία στις σελίδες των οποίων έχουν θέση από τον Ζακ Κωστόπουλο έως την Πέγκι Γκούγκενχαϊμ και από τον Ιωάννη Μεταξά έως τον Γιάννη Τσαρούχη, μπορεί να ξαπλώσει για να ξεκουραστεί, να χορέψει, να αναζητήσει πληροφορίες μέσω Διαδικτύου για όλα εκείνα τα πρόσωπα που ενδεχομένως – ειδικά αν δεν είναι Ελληνας – δεν του είναι γνωστά. Και σε κάθε περίπτωση να βυθιστεί στο σύμπαν που συνέθεσε ο καλλιτέχνης – ένα κολάζ όπως το χαρακτηρίζει ο ίδιος – και να ανταποκριθεί στην πρόκληση να προσεγγίσει την ελληνική Ιστορία υπό ένα διαφορετικό πρίσμα
«Η χώρα είναι το θέμα της δουλειάς μου, γι’ αυτό και χαρακτήρισα το έργο αυτό είναι προσωπικό. Δεν δείχνω την επίσημη εκδοχή της, αλλά τη δική μου Ελλάδα, τη δική μου αλήθεια για την Ελλάδα, όπως την έχω καταλάβει συγκεντρώνοντας υλικό από διάφορες πηγές. Είναι ένα έργο διαρκείας, όχι της ημέρας των εγκαινίων ή για κατανάλωση μισής ώρας. Είναι ένα ζωντανό περίπτερο, όπου επί οκτώ μήνες μπορεί κάποιος να αναζητά στοιχεία και πληροφορίες. Οι επισκέπτες ουσιαστικά κάνουν περφόρμανς όταν μπαίνουν στον χώρο, περιεργάζονται τα αντικείμενα και αναζητούν στοιχεία. Πιστεύω ότι η Ιστορία που μαθαίνουμε το σχολείο – και εγώ φοίτησα σε ελληνικό δημόσιο σχολείο – είναι απολύτως μονόπλευρη. Ξένοι ιστορικοί, για παράδειγμα, υποστηρίζουν ότι η Ελληνική Επανάσταση ήταν ανταλλαγή εξουσίας, όχι απελευθέρωση από το οθωμανικό κράτος, καθώς υπήρχε συμφωνία μεταβίβασης της Ελλάδας προς τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής. Και παρόλο που υπάρχουν αρχεία σχετικά με αυτά τα θέματα δεν τα διδασκόμαστε. Πώς λέει ο Ακύλλας “Φέρτο”; Ε, ο Αγγελιδάκης λέει “Ψάξτο”. Ψάχνω τη χώρα μου», εξηγεί ο 58χρονος εικαστικός με τη διεθνή παρουσία που μεγάλωσε βλέποντας την Ελλάδα από μια μικρή απόσταση, όπως λέει, καθώς η μητέρα του είναι Νορβηγίδα και ο πατέρας του Ελληνας. «Μεγάλωσα σε ένα εντελώς ΝΑΤΟϊκό σπίτι. Οι γονείς μου όταν γνωρίστηκαν δούλευαν για την αμερικανική κυβέρνηση. Η μητέρα μου είχε περισσότερο ενδιαφέρον για την Ελλάδα λόγω καταγωγής. Ο πατέρας μου προερχόταν από αστική οικογένεια και ανήκε στη γενιά που θεωρούσε οτιδήποτε ελληνικό, λίγο λαϊκό. Κι εγώ κάνω μια Ελλάδα που να τους χωράει όλους».
Η εθνική μικροψυχία
Ωστόσο λίγες μόλις ημέρες πριν από τα εγκαίνια του ελληνικού περιπτέρου μια δικαστική απόφαση ακύρωνε την υπουργική απόφαση για την επιλογή της συμμετοχής του Ανδρέα Αγγελιδάκη. Και παρά το γεγονός ότι δεν επηρέασε ουσιαστικά την ελληνική συμμετοχή καθώς επρόκειτο για διοικητική αστοχία που τακτοποιήθηκε σύμφωνα με το υπουργείο Πολιτισμού, δημιούργησε έστω και προσωρινά μια αναστάτωση. «Μου άρεσε που η δίκη είχε οριστεί για τις 21 Απριλίου. Ηταν λες και το είχα σκηνοθετήσει. Δεν ασχολήθηκα περαιτέρω, διότι η μικροψυχία είναι το εθνικό μας χαρακτηριστικό. Την απόλυτη μικροψυχία άλλωστε την έχω τοποθετήσει στην είσοδο του περιπτέρου και δεν είναι άλλη από την περίπτωση της χαράκτριας Βάσως Κατράκη: έναν χρόνο μετά τη βράβευσή της στην Μπιενάλε της Βενετίας βρέθηκε εξόριστη στη Γυάρο».
Η πολιτική και όχι μόνο η Ιστορία είναι παρούσα στο «Δωμάτιο απόδρασης», ωστόσο ο δημιουργός του αποφάσισε να μην πάρει θέση σχετικά με τη συμμετοχή της Ρωσίας ή του Ισραήλ στην Μπιενάλε και δεν συνυπέγραψε τις επιστολές διαμαρτυρίας, όπως έκαναν αρκετοί συνάδελφοί του συμμετέχοντες είτε στην κεντρική έκθεση είτε εκπροσωπώντας κάποια χώρα. «Αν υπέγραφα μια τέτοια επιστολή θα έπρεπε να μη συμμετέχω στην Μπιενάλε. Αν θεωρήσω ότι κρίνουμε τους καλλιτέχνες με βάση την πολιτική των κρατών από τα οποία προέρχονται, δεν θα έπρεπε να αφήσουμε να περάσει κανένας κρατικός καλλιτέχνης.
Συμμετέχω όμως κι εγώ που έκανα ένα μη κρατικό έργο με την υποστήριξη του υπουργείου Πολιτισμού, πατώντας όλα εκείνα τα κουμπιά που μπορούσα να πατήσω για να μου πουν “όχι”: Αγία Σοφία, εθνικός διχασμός, ελληνικός φασισμός, κρατική καταστολή. Το πιο ενδιαφέρον για μένα είναι ότι κανείς δεν προσεβλήθη που παρουσίασα την Ελλάδα σαν σπήλαιο του Πλάτωνα. Κι εκεί εμφανίζεται η αμηχανία που με ενδιαφέρει: αφενός το σπήλαιο είναι μια φυλακή σκέψης και αφετέρου ο Πλάτωνας είναι δική μας κληρονομιά. Αρα το αγαπάμε χωρίς να ξέρουμε καν τι ακριβώς είναι», λέει ο δημιουργός που έχει θέσει το πλατωνικό σπήλαιο επανειλημμένα στο επίκεντρο της δουλειάς του.
Η αισθητική του ελληνικού περιπτέρου που παραπέμπει εν μέρει σε ένα σαδομαζοχιστικού χαρακτήρα κλαμπ ήταν ένα από τα ζητήματα που σχολιάστηκαν αρκετά και από τον διεθνή Τύπο. Αποτελεί άραγε ένα έμμεσο σχόλιο για τη σχέση που έχουμε οι Ελληνες με τη χώρα μας; «Βάζω γρίφους εξού και πρόκειται για “Δωμάτιο απόδρασης”. Δεν τους λύνω», υποστηρίζει ο Ανδρέας Αγγελιδάκης. Χωρίς λύση στον γρίφο όμως πώς μπορεί ο επισκέπτης να αποδράσει; «Δεν χρειάζεται, διότι στη δική μου εκδοχή του σπηλαίου φυλακισμένη είναι η Ιστορία, όχι ο άνθρωπος. Θέτω ζητήματα που θέλω οι επισκέπτες να μπουν στη διαδικασία να αναρωτηθούν και να ψάξουν τι είναι αυτά, ποιον αφορούν, τι συνέβη. Δεν προτείνω λύση, προτείνω να βρούμε όλοι μαζί την έξοδο».
Εθνικός επίτροπος για την ελληνική συμμετοχή στην 61η Μπιενάλε Βενετίας είναι ο Μητροπολιτικός Οργανισμός Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης – MOMus.
Comments are closed.