- Advertisement -

Έρευνα για το ΕΣΥ: Γιατρούς έχουμε, μηχανήματα έχουμε, νοσηλευτές δεν έχουμε

Έρευνα για το ΕΣΥ: Γιατρούς έχουμε, μηχανήματα έχουμε, νοσηλευτές δεν έχουμε
1

- Advertisement -

Ανευ σχεδίου φαίνεται να έχει οικοδομηθεί το Εθνικό Σύστημα Υγείας, με τους διαθέσιμους πόρους να μην κατανέμονται πάντα εκεί όπου υπάρχουν οι μεγαλύτερες ανάγκες. Η Ελλάδα διαθέτει έναν από τους υψηλότερους αριθμούς γιατρών στην Ευρώπη, αλλά περισσότεροι από έξι στους δέκα συγκεντρώνονται στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, την ώρα κατά την οποία τα νησιά και πολλές περιοχές της Περιφέρειας αντιμετωπίζουν σημαντικές ελλείψεις.

Αντίστοιχα, η χώρα διαθέτει μεγάλο αριθμό αξονικών και μαγνητικών τομογράφων, χωρίς ωστόσο να υπάρχει ακόμη ολοκληρωμένη εικόνα για την απόδοσή τους: πόσοι ασθενείς εξυπηρετούνται, σε ποιες περιοχές, ποιοι είναι οι χρόνοι αναμονής και πόσο αξιοποιείται ο διαθέσιμος εξοπλισμός.

Αυτά είναι μερικά μόνο από τα ελληνικά παράδοξα που αναδεικνύει πρόσφατη έκθεση με τίτλο «Policy Roadmaps for Acting Early on NCDs: Greece», την οποία υπογράφουν οι καθηγητές Κώστας Αθανασάκης, Παναγιώτα Ναούμ, Γιάννης Αγοραστός και Ηλίας Κυριόπουλος.

Πιο συγκεκριμένα, η χώρα μας συντηρεί μια εικόνα έντονων αντιθέσεων. Παραδοσιακά καταγράφει μία από τις υψηλότερες αναλογίες γιατρών στην Ευρώπη, με 6,6 ενεργούς γιατρούς ανά 1.000 κατοίκους, έναντι 4,2 κατά μέσο όρο στην ΕΕ. Την ίδια ώρα, όμως, διαθέτει μόλις 3,8 νοσηλευτές ανά 1.000 κατοίκους, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ανέρχεται σε 8,4.

Και όπως φαίνεται, η ανισορροπία αυτή δεν πρόκειται να διορθωθεί εύκολα. Πρόσφατη μελέτη που επικαλούνται οι συγγραφείς καταλήγει ότι λιγότερο από 1% των εφήβων στην Ελλάδα επιθυμεί να ακολουθήσει το επάγγελμα του νοσηλευτή, ποσοστό πολύ χαμηλότερο από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, που ανέρχεται σε 2,1%. Αντίθετα, περισσότεροι από 8% δηλώνουν ότι θέλουν να γίνουν γιατροί.

10% στα νησιά

Κι όμως, η πληθώρα λειτουργών του Ιπποκράτη δεν ισοδυναμεί με απόλυτη κάλυψη των εγχώριων αναγκών.

Και αυτό διότι πάνω από το 60% των γιατρών συγκεντρώνεται στην Αττική και την Κεντρική Μακεδονία, ενώ μόλις 10% βρίσκεται στις νησιωτικές περιοχές. «Αυτή η ανισορροπία μεταξύ των μητροπολιτικών και των περιφερειακών περιοχών – μία από τις πιο έντονες μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ – υπονομεύει την ισότιμη πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες για την πρόληψη, τη διάγνωση και τη θεραπεία των μη μεταδοτικών ασθενειών», υπογραμμίζεται στην έκθεση.

Αφετέρου, υπάρχει μια άναρχη παραγωγή ειδικευμένων γιατρών, χωρίς αυτή να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες του συστήματος.  Είναι ενδεικτικό ότι στην Ελλάδα το ποσοστό των γενικών γιατρών είναι ιδιαίτερα χαμηλό, μόλις 6%, όταν ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος φτάνει το 21%. Επίσης, χρόνο με τον χρόνο διευρύνεται η «μαύρη τρύπα» σε κρίσιμες ειδικότητες, όπως οι παθολόγοι και οι αναισθησιολόγοι.

Το δεύτερο μεγάλο παράδοξο αφορά τον εξοπλισμό. Η Ελλάδα καταλαμβάνει την 5η θέση μεταξύ των 38 χωρών του ΟΟΣΑ ως προς τη διαθεσιμότητα απεικονιστικού εξοπλισμού αιχμής – αξονικών και μαγνητικών τομογράφων, καθώς και PET. Προηγούνται η Ιαπωνία, η Αυστραλία, οι ΗΠΑ και η Νότια Κορέα.

Ανάλογη είναι η εικόνα και στα αιμοδυναμικά εργαστήρια, με την Ελλάδα να καταλαμβάνει την τρίτη θέση στην Ευρώπη, ενώ και εδώ η προσφορά εμφανίζεται δυσανάλογη προς το μέγεθος του πληθυσμού.

Και σε αυτήν την περίπτωση, πάντως, προκύπτει ένα σημαντικό κενό στον στρατηγικό σχεδιασμό. Οπως επισημαίνουν οι συγγραφείς, δεν υπάρχει επί του παρόντος ολοκληρωμένο πλαίσιο αξιολόγησης τεχνολογιών υγείας (HTA) για ιατρικά μηχανήματα, διαγνωστικά μέσα και τεχνολογίες ψηφιακής υγείας, γεγονός που μπορεί να οδηγεί σε κατακερματισμένη και ενδεχομένως αναποτελεσματική υιοθέτησή τους.

Ειδικά στις δημόσιες δομές του ΕΣΥ, δεν υπάρχει ακόμη συστηματική καταγραφή κρίσιμων δεικτών, όπως οι χρόνοι αναμονής για μια εξέταση, η γεωγραφική κατανομή των μηχανημάτων και τα ποσοστά χρήσης τους. Υπό τα δεδομένα αυτά ένα από τα βασικά μηνύματα της έκθεσης είναι ότι η απόκτηση περισσότερων πόρων (έμψυχων και άψυχων) δεν είναι η μοναδική πρόκληση που αντιμετωπίζει το ΕΣΥ.

Η οργάνωση με βάση τις ανάγκες του πληθυσμού, η ενίσχυση της πρόληψης και της πρωτοβάθμιας φροντίδας και η συστηματική μέτρηση και αξιολόγηση  των υπηρεσιών αποτελούν «χρήσιμα» εργαλεία, που εντούτοις δεν αξιοποιούνται.

- Post Down -

Comments are closed.