Στις 29 Νοεμβρίου 1970, δύο πεζοπόροι αντίκρισαν κάτι που δύσκολα θα μπορούσε να ξεχαστεί. Στην Ίσνταλεν, μια απομονωμένη κοιλάδα λίγο έξω από το Μπέργκεν της Νορβηγίας, ανάμεσα σε βράχους και χαμηλή βλάστηση, βρισκόταν το απανθρακωμένο σώμα μιας γυναίκας. Η φωτιά είχε καταστρέψει μεγάλο μέρος της σορού και είχε αφήσει πίσω της ελάχιστα πράγματα που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην ταυτότητά της. Δεν υπήρχε διαβατήριο, δεν υπήρχε κάποιο προσωπικό έγγραφο, ούτε ένας άνθρωπος που να μπορεί να πει με βεβαιότητα ποια ήταν.
Η αστυνομία άρχισε να ψάχνει από την αρχή, σχεδόν σαν να προσπαθούσε να ανασυνθέσει μια ζωή από στάχτες. Η γυναίκα ήταν περίπου 30 με 40 ετών, με σκούρα μαλλιά και καστανά μάτια, και είχε μαζί της αντικείμενα που περισσότερο μπέρδευαν παρά βοηθούσαν. Σύντομα, οι ερευνητές θα ανακάλυπταν ότι το πρόβλημα δεν ήταν απλώς πως δεν ήξεραν το όνομά της.
Η ίδια φαίνεται πως είχε φροντίσει να μην μπορεί κανείς να το βρει.
Η γυναίκα που ταξίδευε χωρίς να αφήνει πίσω της ίχνη
Οι δύο βαλίτσες της, που εντοπίστηκαν στον σιδηροδρομικό σταθμό του Μπέργκεν, αποτέλεσαν το πρώτο πραγματικό παράθυρο στη ζωή της. Στο εσωτερικό τους υπήρχαν ρούχα, γυαλιά, περούκες και προσωπικά αντικείμενα, όμως έλειπε κάτι που συνήθως θεωρούμε αυτονόητο: οι ετικέτες. Από αρκετά ρούχα είχαν αφαιρεθεί τα στοιχεία που θα μπορούσαν να δείξουν πού είχαν αγοραστεί ή ποιος τα είχε κατασκευάσει. Κάποια αντικείμενα είχαν επίσης χάσει οποιοδήποτε αναγνωριστικό σημάδι.
Οι αστυνομικοί άρχισαν να εξετάζουν ξενοδοχεία σε διάφορες νορβηγικές πόλεις και εκεί εμφανίστηκε για πρώτη φορά το μοτίβο που θα έκανε την υπόθεση διάσημη. Η άγνωστη γυναίκα είχε ταξιδέψει σε Όσλο, Μπέργκεν, Στάβανγκερ και Τρόντχαϊμ, ενώ είχε περάσει και από άλλες ευρωπαϊκές πόλεις. Σχεδόν κάθε φορά όμως παρουσιαζόταν με διαφορετικά στοιχεία. Άλλαζε όνομα, ημερομηνία γέννησης, τόπο καταγωγής και διεύθυνση. Η βελγική υπηκοότητα εμφανιζόταν συχνά στα έγγραφα, όμως οι διευθύνσεις που δήλωνε δεν μπορούσαν να επιβεβαιωθούν.
Κάπως έτσι, από ένα άγνωστο πτώμα σε μια νορβηγική κοιλάδα, οι ερευνητές βρέθηκαν μπροστά σε μια γυναίκα που είχε περάσει τους προηγούμενους μήνες δημιουργώντας μια σειρά από ζωές που δεν φαίνεται να υπήρχαν.
Η Ζενεβιέβ Λανσιέ
Η πρώτη από αυτές τις ταυτότητες εμφανίστηκε στο Όσλο, τον Μάρτιο του 1970. Στις 21 Μαρτίου, μια γυναίκα καταγράφηκε στο Hotel Viking ως Ζενεβιέβ Λανσιέ, υποστηρίζοντας πως συνδεόταν με τη Λουβέν του Βελγίου. Λίγες ημέρες αργότερα βρέθηκε στο Μπέργκεν και χρησιμοποίησε διαφορετικό όνομα.
Οι εγγραφές στα ξενοδοχεία είχαν όμως ένα κοινό στοιχείο που αποδείχθηκε καθοριστικό: τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα. Έτσι οι αστυνομικοί κατάφεραν να ενώσουν τις διαφορετικές γυναίκες των μητρώων σε ένα και μόνο πρόσωπο. Η Ζενεβιέβ Λανσιέ δεν ήταν μια άγνωστη γυναίκα που αναζητούσαν ξεχωριστά. Ήταν η ίδια γυναίκα που είχε ήδη αρχίσει να αλλάζει ταυτότητα.
Από το Όσλο ταξίδεψε προς το Στάβανγκερ και στη συνέχεια στο Μπέργκεν, όπου εμφανίστηκε με το όνομα Κλαούντια Τίελ. Η δεύτερη ταυτότητα δήλωνε καταγωγή από τις Βρυξέλλες. Η διεύθυνση που είχε δώσει όμως αποδείχθηκε επίσης πλαστή.
Η Κλαούντια Τίελ και οι ταυτότητες που πολλαπλασιάζονταν
Με το όνομα Κλαούντια Τίελ, η άγνωστη γυναίκα έμεινε σε δύο ξενοδοχεία του Μπέργκεν από τα τέλη Μαρτίου έως τις αρχές Απριλίου. Στις φόρμες εμφανιζόταν ως Βελγίδα και συμπλήρωνε τα στοιχεία της στα γαλλικά ή στα γερμανικά. Όσο περνούσε ο καιρός, όμως, γινόταν σαφές ότι δεν επρόκειτο για μια απλή αλλαγή ονόματος.
Η ημερομηνία γέννησης μπορούσε να αλλάξει. Ο τόπος γέννησης μπορούσε να αλλάξει. Το επάγγελμα μπορούσε επίσης να αλλάξει. Στους υπαλλήλους των ξενοδοχείων παρουσιαζόταν κατά περίπτωση ως πωλήτρια που ταξίδευε για τη δουλειά της ή έμπορος αρχαιοτήτων. Η εικόνα που σχηματιζόταν ήταν μιας κομψής γυναίκας, προσεκτικής με τις κινήσεις της και αρκετά ταξιδεμένης ώστε να μην προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι βρισκόταν συνεχώς σε διαφορετικό μέρος.
Μετά την 1η Απριλίου, τα ίχνη της στη Νορβηγία χάνονται για αρκετούς μήνες. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι σταμάτησε να ταξιδεύει· σημαίνει απλώς ότι εκεί τελειώνει το συγκεκριμένο κομμάτι του καταγεγραμμένου ίχνους της. Τον Οκτώβριο θα επέστρεφε και μαζί της θα επέστρεφαν και τα ψεύτικα ονόματα.
Η Βέρα Σλόσενεκ, η Κλαούντια Νίλσεν και η Αλέξια Ζάρνε-Μερσές
Το φθινόπωρο του 1970 η διαδρομή της γίνεται ακόμη πιο δύσκολο να παρακολουθηθεί. Μια από τις ταυτότητες που συνδέθηκαν μεταγενέστερα με το ταξίδι της ήταν η Βέρα Σλόσενεκ, όνομα που εμφανίζεται σε αρχειακές έρευνες για τις μετακινήσεις της εκτός Νορβηγίας, μεταξύ άλλων και στο Παρίσι. Στη συνέχεια, η γυναίκα επέστρεψε στη Σκανδιναβία και άρχισε ξανά να αλλάζει πρόσωπο μέσα από τα χαρτιά των ξενοδοχείων.
Στο Στάβανγκερ καταγράφηκε ως Κλαούντια Νίλσεν, με τόπο καταγωγής τη Γάνδη. Στη συνέχεια βρέθηκε στο Μπέργκεν, αυτή τη φορά ως Αλέξια Ζάρνε-Μερσές, η οποία υποτίθεται πως καταγόταν από τη Λιουμπλιάνα. Η αλλαγή δεν περιοριζόταν στο όνομα. Κάθε νέα εγγραφή δημιουργούσε ένα διαφορετικό παρελθόν, μια διαφορετική διεύθυνση και έναν ακόμη μικρό κρίκο σε μια αλυσίδα που δεν οδηγούσε πουθενά.
Στις ξενοδοχειακές μαρτυρίες εκείνης της περιόδου εμφανίζεται μια γυναίκα καλοντυμένη, σχετικά συγκρατημένη και συχνά επιφυλακτική. Σε ορισμένες περιπτώσεις ζητούσε να αλλάξει δωμάτιο. Οι μαρτυρίες αυτές καταγράφηκαν μετά τον θάνατό της και δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως απόλυτη καταγραφή της συμπεριφοράς της, όμως προσθέτουν μια ακόμη διάσταση στην εικόνα μιας ταξιδιώτισσας που φαίνεται να ήθελε να ελέγχει προσεκτικά τον χώρο γύρω της.
Η Βέρα Γιάρλε και η Φενέλα Λορκ
Στις αρχές Νοεμβρίου η διαδρομή συνεχίστηκε προς το Τρόντχαϊμ, όπου η ίδια γυναίκα παρουσιάστηκε ως Βέρα Γιάρλε. Αυτή τη φορά δήλωνε πως είχε γεννηθεί στην Αμβέρσα. Λίγες ημέρες αργότερα έφυγε ξανά, κατευθυνόμενη προς το Όσλο και στη συνέχεια το Στάβανγκερ.
Εκεί χρησιμοποίησε το όνομα Φενέλα Λορκ.
Οι διαφορετικές εγγραφές δεν αποτελούσαν πλέον απλές συμπτώσεις. Η αστυνομία είχε καταφέρει να συνδέσει τα ονόματα μέσω του γραφικού χαρακτήρα και της διαδρομής της, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι πίσω από αυτές τις διαφορετικές ταυτότητες βρισκόταν το ίδιο πρόσωπο. Ακόμη και σήμερα, οι πηγές παρουσιάζουν ορισμένες διαφοροποιήσεις στον τρόπο γραφής των ονομάτων, όμως ο βασικός κορμός της ιστορίας παραμένει ίδιος: μια γυναίκα ταξίδευε στην Ευρώπη χρησιμοποιώντας επανειλημμένα διαφορετικά στοιχεία.
Η Ελίζαμπεθ Λέενχουερ ήταν το τελευταίο της όνομα
Στις 19 Νοεμβρίου 1970, έφτασε στο Hotel Hordaheimen του Μπέργκεν. Αυτή τη φορά δήλωσε πως ονομαζόταν Ελίζαμπεθ Λέενχουερ, γεννημένη στο Όστεντ του Βελγίου. Έμεινε στο δωμάτιό της για μεγάλο μέρος της διαμονής της και, σύμφωνα με το προσωπικό του ξενοδοχείου, έδειχνε προσεκτική στις επαφές της. Τέσσερις ημέρες αργότερα πλήρωσε τον λογαριασμό της με μετρητά, αναχώρησε με ταξί και πήγε στον σιδηροδρομικό σταθμό, όπου άφησε τις βαλίτσες της.
Ήταν η τελευταία φορά που καταγράφηκε ζωντανή.
Έξι ημέρες αργότερα, στις 29 Νοεμβρίου, το σώμα της θα βρισκόταν στην Ίσνταλεν. Η αστυνομία είχε πλέον μια σορό, έναν σωρό από καμένα αντικείμενα και μια σειρά από ονόματα που δεν αντιστοιχούσαν σε κανέναν άνθρωπο. Το πραγματικό της όνομα εξακολουθούσε να λείπει.
Ένας θάνατος που άφησε περισσότερα ερωτήματα από απαντήσεις
Η έρευνα για τον θάνατό της ήταν από την αρχή δύσκολη. Η φωτιά είχε καταστρέψει μεγάλο μέρος των στοιχείων και η γυναίκα είχε βρεθεί σε ένα σημείο αρκετά απομονωμένο ώστε να μην υπάρχουν αυτόπτες μάρτυρες για τις τελευταίες στιγμές της. Οι αρχές κατέληξαν τότε στην εκδοχή της αυτοκτονίας, θεωρώντας ότι είχε καταναλώσει υπνωτικά χάπια και αλκοόλ και στη συνέχεια είχε βάλει φωτιά.
Η υπόθεση όμως δεν έκλεισε ποτέ πραγματικά στη συνείδηση όσων ασχολήθηκαν μαζί της. Η παρουσία πολλών πλαστών ταυτοτήτων, οι μετακινήσεις της, οι περούκες και η προσπάθεια να εξαφανίσει τα στοιχεία που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν την προέλευσή της δημιούργησαν ένα εύλογο ερώτημα: γιατί μια γυναίκα να ζει με τόσο συστηματικό τρόπο πίσω από ψεύτικα ονόματα;
Από εκείνο το σημείο και μετά, η υπόθεση άρχισε να γεννά θεωρίες. Η πιο γνωστή ήταν πως η γυναίκα μπορεί να είχε σχέση με τις μυστικές υπηρεσίες και να βρισκόταν στη Νορβηγία για κατασκοπευτική αποστολή. Η εποχή, άλλωστε, ήταν ο Ψυχρός Πόλεμος, ενώ η Νορβηγία είχε ιδιαίτερη στρατηγική σημασία. Όμως η θεωρία αυτή δεν αποδείχθηκε ποτέ. Τα στοιχεία μπορούν να θεωρηθούν ύποπτα, όχι όμως αρκετά για να μετατρέψουν την υπόθεση της κατασκοπείας σε γεγονός.
Το σημειωματάριο που έκρυβε τη διαδρομή της
Ανάμεσα στα πράγματά της βρέθηκε ένα μικρό σημειωματάριο με γράμματα και αριθμούς που αρχικά έμοιαζαν με κώδικα. Η αποκωδικοποίησή του δεν αποκάλυψε κάποιο μυστικό μήνυμα ή μια εντολή που θα έδινε απάντηση στην υπόθεση. Οι καταχωρίσεις αντιστοιχούσαν σε μεγάλο βαθμό σε ημερομηνίες και τοποθεσίες, επιτρέποντας στους ερευνητές να συνδέσουν το σημειωματάριο με τις κινήσεις της.
Και αυτό ήταν ίσως το πιο παράξενο χαρακτηριστικό της ιστορίας. Η γυναίκα είχε αφήσει πίσω της αρκετές πληροφορίες για να ανασυσταθεί ένα μεγάλο κομμάτι της διαδρομής της, αλλά σχεδόν τίποτα που να οδηγεί στην πραγματική της ζωή. Οι ερευνητές μπορούσαν να ακολουθήσουν τα βήματά της από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο, από πόλη σε πόλη και από όνομα σε όνομα, όμως στο τέλος του δρόμου δεν υπήρχε οικογένεια, σπίτι ή πραγματική ταυτότητα.
Η γυναίκα πίσω από τα ονόματα
Αυτό είναι ίσως το πιο ανθρώπινο κομμάτι της υπόθεσης και ταυτόχρονα εκείνο που έχει χαθεί περισσότερο μέσα στις θεωρίες. Πίσω από τη Ζενεβιέβ Λανσιέ, την Κλαούντια Τίελ, την Κλαούντια Νίλσεν, την Αλέξια Ζάρνε-Μερσές, τη Βέρα Γιάρλε, τη Φενέλα Λορκ και την Ελίζαμπεθ Λέενχουερ υπήρχε ένας πραγματικός άνθρωπος. Είχε μεγαλώσει κάπου, είχε μάθει γλώσσες, είχε δημιουργήσει σχέσεις, είχε αποκτήσει συνήθειες και κάποια στιγμή αποφάσισε —ή αναγκάστηκε— να ταξιδεύει μέσα από μια σειρά από κατασκευασμένες ζωές.
Ακόμη και οι πιο σύγχρονες προσπάθειες δεν κατάφεραν να δώσουν το οριστικό κομμάτι του παζλ. Αναλύσεις DNA και ισοτόπων έδωσαν νέες ενδείξεις για τη γεωγραφική της καταγωγή και βοήθησαν να περιοριστούν ορισμένες πιθανότητες, όμως το όνομα και η ακριβής ιστορία της εξακολουθούν να παραμένουν άγνωστα. Η τεχνολογία κατάφερε να πλησιάσει περισσότερο το παρελθόν της· δεν κατάφερε να το αποκαλύψει.
Ποια ήταν τελικά η Γυναίκα του Ίσνταλ;
Περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα, η Γυναίκα του Ίσνταλ εξακολουθεί να βρίσκεται σε μια παράξενη θέση ανάμεσα στην ιστορία και τον θρύλο. Οι αστυνομικοί του 1970 κατάφεραν να βρουν τις διαδρομές της, τα ξενοδοχεία της και τα ονόματα που χρησιμοποιούσε, όμως το πραγματικό της όνομα έμεινε έξω από την εικόνα. Οι μεταγενέστερες έρευνες έφεραν νέες πληροφορίες για την καταγωγή της, χωρίς να μπορέσουν να αποκαταστήσουν την πλήρη ταυτότητά της.
Ίσως γι’ αυτό η υπόθεση εξακολουθεί να γοητεύει τόσο πολύ. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι μια γυναίκα βρέθηκε νεκρή σε μια απομονωμένη νορβηγική κοιλάδα. Είναι η αντίφαση που κρύβεται σε ολόκληρη την ιστορία της: άφησε πίσω της πάρα πολλά ίχνη για να ξεχαστεί, αλλά σχεδόν κανένα για να αναγνωριστεί.
Η Ίσνταλεν κράτησε το τελευταίο κομμάτι της ιστορίας της. Και μέχρι σήμερα, πίσω από όλα εκείνα τα ονόματα, παραμένει μια γυναίκα που κάποτε είχε ένα πραγματικό όνομα, μια πραγματική ζωή και ανθρώπους που πιθανότατα την ήξεραν.
Κατάσκοπος, δολοφονημένη ή μια γυναίκα που ήθελε να εξαφανιστεί;
Η πιο διάσημη θεωρία θέλει τη Γυναίκα του Ίσνταλ να ήταν κατάσκοπος. Οι πολλές ταυτότητες, τα ταξίδια με διαφορετικά ονόματα, οι περούκες, τα ρούχα χωρίς ετικέτες, τα μετρητά και η συνήθειά της να αποφεύγει να αφήνει προσωπικά στοιχεία πίσω της έμοιαζαν με συμπεριφορά ανθρώπου που γνώριζε καλά πώς να κρύβει τα ίχνη του. Το γεγονός ότι όλα αυτά συνέβησαν το 1970, στην καρδιά του Ψυχρού Πολέμου, έκανε την υπόθεση ακόμη πιο ελκυστική. Το Μπέργκεν ήταν σημαντικό λιμάνι του ΝΑΤΟ και η Νορβηγία βρισκόταν στην πρώτη γραμμή της αντιπαράθεσης με τη Σοβιετική Ένωση.
Ωστόσο, όσο πειστική κι αν ακούγεται η ιστορία μιας μυστικής πράκτορα που βρέθηκε νεκρή σε μια απομονωμένη κοιλάδα, δεν έχει βρεθεί κάποιο έγγραφο, κάποια υπηρεσία ή κάποιος άνθρωπος που να αποδεικνύει ότι η γυναίκα εργαζόταν για τις μυστικές υπηρεσίες. Ακόμη και το περίφημο σημειωματάριό της, που για χρόνια αντιμετωπίστηκε σαν πιθανός κώδικας, φαίνεται να καταγράφει κυρίως ημερομηνίες και ταξιδιωτικές διαδρομές.
Μια δεύτερη εκδοχή βλέπει πίσω από τον θάνατό της μια δολοφονία που παρουσιάστηκε ως αυτοκτονία. Η απομονωμένη τοποθεσία, η κατάσταση στην οποία βρέθηκε η σορός και ορισμένα ευρήματα της ιατροδικαστικής εξέτασης έχουν χρησιμοποιηθεί από μεταγενέστερους ερευνητές για να αμφισβητήσουν το αρχικό συμπέρασμα των αρχών.
Υπήρξαν επίσης αναφορές για τραυματισμό στον λαιμό και για το ενδεχόμενο η γυναίκα να μην ήταν σε κατάσταση να οργανώσει μόνη της όσα συνέβησαν. Παράλληλα, η συστηματική αφαίρεση ετικετών και αναγνωριστικών στοιχείων από τα υπάρχοντά της μπορεί να διαβαστεί ως προσπάθεια συγκάλυψης. Παρ’ όλα αυτά, δεν έχει εντοπιστεί δράστης ούτε υπάρχει δημόσια διαθέσιμο στοιχείο που να αποδεικνύει ότι κάποιος άλλος βρισκόταν μαζί της τη στιγμή του θανάτου. Η δολοφονία παραμένει πιθανή υπόθεση και όχι λυμένη απάντηση.
Υπάρχει ακόμη η θεωρία ότι η γυναίκα δεν ήταν κατάσκοπος, αλλά ζούσε μια κρυφή προσωπική ή παράνομη ζωή. Οι πλαστές ταυτότητες θα μπορούσαν να σχετίζονται με οικονομικές υποθέσεις, λαθρεμπόριο, προσωπικές σχέσεις, φυγή από κάποιον ή ακόμη και με την προσπάθεια να αποκοπεί από το παρελθόν της.
Τα αντικείμενα στις βαλίτσες της, τα διαφορετικά νομίσματα και τα κρυμμένα χρήματα έχουν οδηγήσει ορισμένους ερευνητές να εξετάσουν και τέτοιου είδους σενάρια. Σε μια άλλη υπόθεση που έχει προταθεί, η γυναίκα θα μπορούσε να ήταν εργαζόμενη στο σεξ, με τις συνεχείς μετακινήσεις και την ανωνυμία να αποτελούν μέρος της ζωής της. Αυτή η εκδοχή έχει παρουσιαστεί από μεταγενέστερο ερευνητή, αλλά και πάλι δεν υπάρχει κάποιο στοιχείο που να την επιβεβαιώνει οριστικά.
Τέλος, υπάρχει η πιο απλή —και ταυτόχρονα πιο δύσκολη να εξηγηθεί πλήρως— εκδοχή: Η γυναίκα μπορεί πράγματι να επέλεξε να βάλει τέλος στη ζωή της. Αυτή ήταν η βασική κατεύθυνση της αρχικής αστυνομικής έρευνας, με τα υπνωτικά χάπια, το αλκοόλ και τη φωτιά να αποτελούν βασικά στοιχεία της συγκεκριμένης εκτίμησης.
Το πρόβλημα είναι ότι η αυτοκτονία δεν απαντά στο σημαντικότερο ερώτημα της υπόθεσης: γιατί μια γυναίκα που σκόπευε να πεθάνει είχε προηγουμένως κάνει τόσο μεγάλη προσπάθεια να εξαφανίσει την ταυτότητά της; Έτσι, ακόμη και η επίσημη εκδοχή αφήνει ένα κενό που περισσότερα από πενήντα χρόνια ερευνών δεν έχουν καταφέρει να καλύψουν.
Και κάπου εκεί βρίσκεται η πραγματική γοητεία της υπόθεσης. Δεν υπάρχει μία θεωρία που να εξηγεί όλα τα κομμάτια. Η κατάσκοπος εξηγεί τις πλαστές ταυτότητες, αλλά όχι ποια υπηρεσία την έστειλε στη Νορβηγία. Η δολοφονία εξηγεί πιθανώς τον θάνατο, αλλά όχι ποιος είχε λόγο να τη σκοτώσει.
Η αυτοκτονία ταιριάζει με ορισμένα ιατροδικαστικά ευρήματα, αφήνει όμως αναπάντητη την παράξενη προετοιμασία της προηγούμενης ζωής της. Και η εκδοχή μιας γυναίκας που απλώς προσπαθούσε να ζήσει κρυφά μπορεί να εξηγεί την ανωνυμία της, χωρίς να δίνει απάντηση στο πώς και γιατί κατέληξε μόνη, καμένη και χωρίς όνομα στην Ίσνταλεν.