ESG: Τι κάνουν οι ελληνικές επιχειρήσεις για την κλιματική αλλαγή – Τα στοιχεία του ΕΒΕΑ

«Το ESG δεν αποτελεί πλέον μια παράλληλη εταιρική δραστηριότητα ή μια τυπική υποχρέωση συμμόρφωσης αλλά επηρεάζει την πρόσβαση στη χρηματοδότηση, τη συμμετοχή στις αλυσίδες αξίας, τη διαχείριση των κινδύνων και, τελικά, την ανταγωνιστικότητα και την ανθεκτικότητα των επιχειρήσεων», υπογράμμισε η Α΄ αντιπρόεδρος του ΕΒΕΑ, Σοφία Κουνενάκη-Εφραίμογλου, μιλώντας στα Athens ESG Awards, τον νέο θεσμό που διοργανώνεται από την Αναπτυξιακή Αθήνας και τον Δήμο Αθηναίων.

Η κυρία Εφραίμογλου, τόνισε ότι η μετάβαση προς ένα πιο βιώσιμο επιχειρηματικό μοντέλο έχει ήδη ξεκινήσει, ωστόσο, όπως σημείωσε, «απομένει ακόμη σημαντική απόσταση» έως ότου οι αρχές ESG ενσωματωθούν συστηματικά στη στρατηγική και την καθημερινή λειτουργία των ελληνικών επιχειρήσεων.

Επικαλούμενη στοιχεία της Έρευνας Επενδύσεων 2025 της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, ανέφερε ότι σχεδόν δύο στις τρεις ελληνικές επιχειρήσεις, ποσοστό 63%, δηλώνουν ήδη εκτεθειμένες στις φυσικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, όπως οι πυρκαγιές, οι πλημμύρες, η ξηρασία και η άνοδος της θερμοκρασίας.

Την ίδια ώρα, το 84% των επιχειρήσεων του ελληνικού δείγματος έχει εφαρμόσει τουλάχιστον ένα μέτρο για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Οι παρεμβάσεις αφορούν κυρίως τη μείωση των αποβλήτων, την ανακύκλωση, τις βιώσιμες μετακινήσεις και την ενεργειακή απόδοση.

Ωστόσο, όπως επισήμανε η κυρία Εφραίμογλου, η εικόνα είναι διαφορετική όταν η συζήτηση περνά από τις μεμονωμένες δράσεις σε οργανωμένες στρατηγικές. Μόλις 38% των ελληνικών επιχειρήσεων έχει διαθέσει μέρος των επενδύσεών του σε μέτρα ενεργειακής απόδοσης, έναντι 51% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ μόνο 28% διαθέτει οργανωμένη στρατηγική προσαρμογής στους φυσικούς κινδύνους της κλιματικής αλλαγής.

«Το ζητούμενο είναι να περάσουμε από τις μεμονωμένες ενέργειες σε ολοκληρωμένες στρατηγικές, με σαφείς στόχους και μετρήσιμα αποτελέσματα», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Η Αθήνα ως πεδίο βιώσιμης ανάπτυξης

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη διάσταση της βιώσιμης μετάβασης στις πόλεις, όπου οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής επηρεάζουν άμεσα τις υποδομές, τα κτίρια, τις μετακινήσεις, τον δημόσιο χώρο και την καθημερινότητα των πολιτών.

Για την Αθήνα, όπως είπε, η βιωσιμότητα «δεν είναι μόνο περιβαλλοντική αναγκαιότητα», αλλά και ευκαιρία για την αναβάθμιση των υποδομών, την αξιοποίηση της τεχνολογίας, την προσέλκυση επενδύσεων και τη δημιουργία ενός πιο ανταγωνιστικού επιχειρηματικού οικοσυστήματος.

Κεντρικό ρόλο στη διαδικασία αυτή έχουν οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, για τις οποίες το ESG, σύμφωνα με την κυρία Εφραίμογλου, πρέπει να μεταφράζεται σε εφαρμόσιμες επιλογές, όπως η μείωση της κατανάλωσης ενέργειας, η καλύτερη αξιοποίηση των πόρων, ο περιορισμός των αποβλήτων, η διαφάνεια και η επένδυση στους εργαζομένους.

«Η υιοθέτηση πολιτικών ESG δεν πρέπει να αποτελεί ακόμη ένα διοικητικό βάρος για τις επιχειρήσεις, αλλά να λειτουργεί ως εργαλείο για τη μείωση του κόστους, την καλύτερη διαχείριση των κινδύνων και τη δημιουργία νέων επιχειρηματικών ευκαιριών», υπογράμμισε.

Παράλληλα, έδωσε έμφαση στην κοινωνική διάσταση του ESG, σημειώνοντας ότι η βιώσιμη μετάβαση πρέπει να είναι «δίκαιη και χωρίς αποκλεισμούς», ώστε το κόστος της να μην επιβαρύνει δυσανάλογα τους πιο ευάλωτους και να μη διευρύνει τις υφιστάμενες κοινωνικές ανισότητες.

Στήριξη των μικρομεσαίων και συνεργασία φορέων

Αναφερόμενη στον ρόλο του ΕΒΕΑ, η κυρία Εφραίμογλου τόνισε την ανάγκη παροχής στις επιχειρήσεις, και ιδιαίτερα στις μικρομεσαίες, πρακτικής καθοδήγησης, πρόσβασης σε χρηματοδοτικά εργαλεία και της απαραίτητης τεχνογνωσίας, προκειμένου να ανταποκριθούν στις νέες απαιτήσεις.

Όπως σημείωσε, για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός απαιτείται στενή συνεργασία μεταξύ της τοπικής αυτοδιοίκησης, των επιμελητηρίων, των πανεπιστημίων, των τραπεζών και της επιχειρηματικής κοινότητας, ώστε οι στόχοι της βιώσιμης ανάπτυξης να μετατρέπονται σε εφαρμόσιμες λύσεις και ουσιαστικές επενδύσεις.

Στο πλαίσιο αυτό, χαρακτήρισε τα Athens ESG Awards μια σημαντική πρωτοβουλία που μπορεί να αναδείξει καλές πρακτικές, να δημιουργήσει θετικά πρότυπα και να ενθαρρύνει περισσότερες επιχειρήσεις και οργανισμούς να μετατρέψουν τις δεσμεύσεις τους σε μετρήσιμο αποτέλεσμα.

Κλείνοντας, ευχήθηκε ο νέος θεσμός να συμβάλει ουσιαστικά στη διαμόρφωση μιας Αθήνας «πιο βιώσιμης, κοινωνικά δίκαιης, ανθεκτικής και ανταγωνιστικής».