Σε μια νέα επενδυτική κούρσα εισέρχεται η ελληνική αγορά των data centers, με τη χώρα να επιχειρεί να εξελιχθεί σε περιφερειακό ψηφιακό κόμβο για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο. Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον πόσες επενδύσεις θα ανακοινωθούν, αλλά εάν και πού μπορεί να εξασφαλιστεί η ηλεκτρική ισχύς που απαιτείται για τη λειτουργία τους.
Τη διάσταση του προβλήματος αποτυπώνει πρόσφατη μελέτη της PwC για τη χωροθέτηση των data centers στην Ελλάδα. Η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης οδηγεί σε τριπλασιασμό έως πενταπλασιασμό της απαιτούμενης υπολογιστικής ισχύος, ενώ το μέγεθος των νέων εγκαταστάσεων μπορεί να αυξηθεί έως και δέκα φορές. Eνα μεγάλο συμβατικό data center απαιτεί 20-50 MW, ενώ οι υποδομές για εφαρμογές ΑΙ μπορούν να φτάσουν τις εκατοντάδες MW ή ακόμη και το 1 GW.
Από τα 44 MW στα 2,2 GW
Το 2025 λειτουργούσαν στην Ελλάδα περίπου 21 data centers, συνολικής εγκατεστημένης ισχύος μόλις 44 MW, εκ των οποίων 34,1 MW στην Αττική. Σύμφωνα με την PwC, το εκδηλωμένο επενδυτικό ενδιαφέρον κινείται πλέον μεταξύ 1,4 και 2,2 GW, ενώ μόνο στην Αττική έχουν χορηγηθεί όροι σύνδεσης για περίπου 330 MW.
Περίπου το 65% του επενδυτικού ενδιαφέροντος συγκεντρώνεται στην Αττική, λόγω των τηλεπικοινωνιακών υποδομών και της εγγύτητας στους μεγάλους πελάτες. Η PwC κατατάσσει, όμως, την Αττική πρώτη ως προς την επενδυτική ελκυστικότητα, αλλά μόλις όγδοη στη διαθεσιμότητα ηλεκτρικού χώρου με ορίζοντα το 2034. Αντίθετα, Δυτική Μακεδονία, Θεσσαλία, Κεντρική Μακεδονία και Στερεά Ελλάδα εμφανίζουν μεγαλύτερα ενεργειακά περιθώρια.
Η πλέον ενδεικτική περίπτωση είναι το mega project που ανακοίνωσε η ΔΕΗ στον Αγιο Δημήτριο Κοζάνης, σε δεσμευτική συνεργασία με την Amazon Web Services (AWS). Η πρώτη φάση προβλέπει ένα data center ισχύος 300 MW, στις εγκαταστάσεις του παλιού λιγνιτικού σταθμού του Αγίου Δημητρίου με δυνατότητα επέκτασης έως το 1 GW. Η αρχική επένδυση ανέρχεται σε 1,2 δισ. ευρώ.
Μαζί με την παράλληλη ανάπτυξη έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) και αποθήκευσης ενέργειας για την τροφοδοσία του ψηφιακού κόμβου, το συνολικό επενδυτικό σχέδιο της ΔΕΗ στη Δυτική Μακεδονία εκτιμάται ότι θα φτάσει στα 5,75 δισ. ευρώ.
Η επιλογή της περιοχής δεν είναι τυχαία: διαθέτει ενεργειακές υποδομές, τεχνική τεχνογνωσία και, κυρίως, το μεγαλύτερο περιθώριο ηλεκτρικού χώρου μεταξύ των περιοχών που εξετάζει η PwC – περίπου 630 MW έως το 2034.
Το έργο μπορεί, παράλληλα, να αποτελέσει νέο αναπτυξιακό κεφάλαιο για τη μεταλιγνιτική Δυτική Μακεδονία, μετατρέποντας μια παραδοσιακή ενεργειακή περιοχή σε κόμβο της ψηφιακής οικονομίας.
Στην Αττική, παράλληλα, προχωρούν σημαντικές επενδύσεις από ΔΕΗ-EDGEX, αρχικής ισχύος 12,5 ΜW και προοπτικής 25 MW, η Microsoft υλοποιεί επένδυση σχεδόν 1 δισ. ευρώ για τρεις υποδομές σε Σπάτα και Κορωπί, με το πρώτο ιδιόκτητο data center, ισχύος 19,2 MW, να βρίσκεται υπό κατασκευή. Η Data4 αναπτύσσει στην Παιανία campus άνω των 300 εκατ. ευρώ, με δύο data centers και δυνατότητα τροφοδοσίας έως 90 MW, ενώ εξετάζεται και τρίτη μονάδα. Επίσης, στα Σπάτα σχεδιάζεται η επένδυση των Dromeus Capital και Apto, ύψους 300 εκατ. ευρώ και ισχύος 46 MW σε πλήρη ανάπτυξη.
Η ενεργειακή εξίσωση
Η PwC εκτιμά ότι στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική η ζήτηση ηλεκτρικού χώρου για data centers θα αυξηθεί από 18 GW το 2025 σε 58 GW το 2034, με περίπου 5 GW πρόσθετης ζήτησης να μπορούν να κατευθυνθούν στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Στην Ελλάδα, η δυνατότητα του ηλεκτρικού συστήματος να υποστηρίξει data centers εκτιμάται ότι μπορεί να αυξηθεί από 1,9 GW σε 2,9 GW έως το 2034. Ο ηλεκτρικός χώρος, επομένως, μπορεί να υπάρχει σε εθνικό επίπεδο, όχι όμως απαραίτητα εκεί όπου θέλουν να επενδύσουν οι όμιλοι.
Για την Ελλάδα, το «στοίχημα των data centers» απαιτεί συντονισμό με ΑΔΜΗΕ και ΔΕΔΔΗΕ, επενδύσεις στα δίκτυα, σαφείς κανόνες σύνδεσης, ανταγωνιστική «πράσινη» ενέργεια και κίνητρα για μετακίνηση έργων εκτός Αττικής. Γιατί, πριν από τα δεδομένα και την τεχνητή νοημοσύνη, θα πρέπει να εξασφαλιστούν τα… μεγαβάτ.