Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να εξελιχθεί σε μία από τις σημαντικότερες πηγές αύξησης της παραγωγικότητας στην Ευρώπη. Για την Ελλάδα, όμως, υπάρχει ο κίνδυνος η νέα τεχνολογική επανάσταση να αναδείξει και να διευρύνει παλιές αδυναμίες της οικονομίας.
Τα στοιχεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου δείχνουν ότι η χώρα ξεκινά την κούρσα από δυσμενέστερη θέση σε σχέση με πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες. Στον δείκτη AI Preparedness του ΔΝΤ, ο οποίος αξιολογεί τις ψηφιακές υποδομές, το ανθρώπινο κεφάλαιο και τις πολιτικές αγοράς εργασίας, την καινοτομία και οικονομική ενσωμάτωση, καθώς και το ρυθμιστικό πλαίσιο, η Ελλάδα συγκεντρώνει βαθμολογία περίπου 0,58. Η Ιταλία βρίσκεται στο 0,62, η Γαλλία στο 0,70, ενώ η Ολλανδία φθάνει στο 0,77 και η Εσθονία στο 0,76.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η AI μπορεί να μεγαλώσει τις αποστάσεις ανάμεσα στις ευρωπαϊκές οικονομίες. Οι χώρες που διαθέτουν ήδη ισχυρές ψηφιακές υποδομές, εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό, πρόσβαση σε κεφάλαια και ώριμα οικοσυστήματα καινοτομίας μπορούν να αξιοποιήσουν γρηγορότερα την τεχνολογία. Όσες υστερούν κινδυνεύουν να δουν το παραγωγικό χάσμα να μεγαλώνει.
Για την Ελλάδα, το ΔΝΤ υπολογίζει ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να αυξήσει την παραγωγικότητα κατά περίπου 0,8% σωρευτικά σε πέντε χρόνια. Η εκτίμηση θεωρείται σχετικά περιορισμένη και συνδέεται μεταξύ άλλων με το υψηλό κόστος κεφαλαίου και τη χαμηλότερη ψηφιακή επένδυση.
Ένα από τα βασικά προβλήματα βρίσκεται στις επιχειρήσεις. Το απόθεμα κεφαλαίου πληροφορικής της Ελλάδας, ιδιαίτερα σε λογισμικό και βάσεις δεδομένων, εξακολουθεί να υπολείπεται του αντίστοιχου των άλλων χωρών της ευρωζώνης. Το ΔΝΤ συνδέει αυτή την υστέρηση τόσο με τη μεγάλη παρουσία υπηρεσιών εντάσεως εργασίας στην ελληνική οικονομία όσο και με τις χαμηλές επενδύσεις μέσα στους ίδιους τους κλάδους.
Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά. Η μεγάλη συμμετοχή των υπηρεσιών στην ελληνική οικονομία σημαίνει ότι η AI θα μπορούσε να προσφέρει σημαντικά περιθώρια αύξησης της προστιθέμενης αξίας, εφόσον διαχυθεί πέρα από τις μεγάλες επιχειρήσεις και φθάσει στις μικρομεσαίες.
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ελληνική πρόκληση. Δεν αρκεί να χρησιμοποιούν τεχνητή νοημοσύνη ορισμένες τράπεζες, τηλεπικοινωνιακοί όμιλοι ή μεγάλες εταιρείες. Για να υπάρξει ουσιαστικό μακροοικονομικό αποτέλεσμα, η τεχνολογία πρέπει να περάσει στις χιλιάδες μικρότερες επιχειρήσεις που αποτελούν τον κορμό της οικονομίας.
Κρίσιμο είναι και το ζήτημα της εργασίας. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι στις προηγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες περίπου 60% των εργαζομένων απασχολείται σε επαγγέλματα εκτεθειμένα στην AI. Αυτό δεν σημαίνει ότι έξι στους δέκα κινδυνεύουν να χάσουν τη δουλειά τους. Η «έκθεση» περιλαμβάνει τόσο επαγγέλματα στα οποία ορισμένες εργασίες μπορούν να αυτοματοποιηθούν όσο και θέσεις στις οποίες η AI μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά, αυξάνοντας την παραγωγικότητα του εργαζομένου.
Για την Ελλάδα, επομένως, το στοίχημα είναι πρωτίστως οι δεξιότητες.
Η ζήτηση μετατοπίζεται προς εργαζομένους που μπορούν να χρησιμοποιήσουν νέα ψηφιακά εργαλεία, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη συνεχή κατάρτιση και επανακατάρτιση. Το ΔΝΤ έχει ήδη συστήσει ειδικά για την ελληνική οικονομία περισσότερα προγράμματα διά βίου μάθησης και στοχευμένες πολιτικές για την αντιμετώπιση των ελλείψεων δεξιοτήτων.
Υπάρχουν, πάντως, και εργαλεία που μπορούν να περιορίσουν την απόσταση. Το Ταμείο χαρακτηρίζει την εθνική στρατηγική για την AI σημαντική βάση και ξεχωρίζει τη δημιουργία του ελληνικού AI Factory, που μπορεί να προσφέρει σε νέες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις πρόσβαση σε υπολογιστικές υποδομές υψηλών επιδόσεων με χαμηλότερο κόστος. Παράλληλα ζητεί μεγαλύτερη πρόσβαση των καινοτόμων επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση, venture capital και αναπτυξιακά κεφάλαια, αλλά και στενότερη συνεργασία επιχειρήσεων και πανεπιστημίων.
Το ελληνικό στοίχημα, συνεπώς, δεν είναι απλώς να «μπει» η χώρα στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης. Είναι να καταφέρει να μετατρέψει την AI σε επένδυση και παραγωγικότητα.
Διαφορετικά, η τεχνολογική επανάσταση που υπόσχεται να κάνει την Ευρώπη παραγωγικότερη μπορεί να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα για την Ελλάδα: να μεγαλώσει ακόμη περισσότερο την απόσταση από τις οικονομίες που διαθέτουν ήδη περισσότερα κεφάλαια, καλύτερες ψηφιακές υποδομές και εργατικό δυναμικό περισσότερο προετοιμασμένο για τη νέα εποχή.