H επιτυχία της ελληνικής ακτοπλοΐας κατά την επόμενη δεκαετία θα εξαρτηθεί κυρίως από τη δυνατότητα διαμόρφωσης ολοκληρωμένης εθνικής στρατηγικής, η οποία θα συνδέει τη ναυτιλιακή πολιτική με τη βιομηχανική ανάπτυξη, την ενεργειακή πολιτική, τη νησιωτικότητα, την καινοτομία και την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα. Επίσης θα εξαρτηθεί από τις επιχειρηματικές αποφάσεις των εταιρειών και τη διαθεσιμότητα χρηματοδοτικών πόρων.
Αυτό επισημαίνει στην έκθεσή της με τίτλο «Ελληνική Ακτοπλοΐα 2026: Ωρα Ευθύνης και Αποφάσεων – Κάλεσμα για οικουμενική προσπάθεια για την ανανέωση του στόλου», η XRTC Business Consultants, η οποία παρουσιάζει τρία σενάρια για τις εξελίξεις:
Το αισιόδοξο σενάριο
Η διεθνής οικονομία αναπτύσσεται με σταθερούς ρυθμούς, οι ενεργειακές αγορές σταθεροποιούνται και οι γεωπολιτικές εντάσεις αποκλιμακώνονται. Η Ελλάδα αξιοποιεί αποτελεσματικά τους ευρωπαϊκούς πόρους, ενεργοποιεί το εθνικό ταμείο «πράσινης» ακτοπλοΐας και κινητοποιεί σημαντικά ιδιωτικά κεφάλαια. Η ανανέωση του στόλου επιταχύνεται, τα ελληνικά ναυπηγεία ενισχύονται και οι λιμένες εκσυγχρονίζονται. Η χώρα εξελίσσεται σε ευρωπαϊκό πρότυπο «πράσινης» επιβατηγού ναυτιλίας και σε περιφερειακό κόμβο ναυτιλιακής τεχνολογίας, σημειώνεται.
Το βασικό σενάριο
Η αγορά συνεχίζει να αναπτύσσεται με ήπιους αλλά σταθερούς ρυθμούς. Οι επενδύσεις προχωρούν σταδιακά, η πρόσβαση στη χρηματοδότηση βελτιώνεται αλλά παραμένει επιλεκτική και η συγκέντρωση της αγοράς συνεχίζεται μέσω συνεργασιών, συγχωνεύσεων και εξαγορών. Η «πράσινη» μετάβαση εξελίσσεται χωρίς σημαντικές ανατροπές, αλλά με διαφορετικές ταχύτητες μεταξύ των επιχειρήσεων. Το σενάριο αυτό θεωρείται σήμερα από την XRTC ως το πιθανότερο να υλοποιηθεί.
Το δυσμενές σενάριο
Η διεθνής αστάθεια παρατείνεται, οι τιμές της ενέργειας διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα και η πρόσβαση σε επενδυτικά κεφάλαια περιορίζεται. Οι επενδύσεις αναβάλλονται, η ανανέωση του στόλου επιβραδύνεται και αρκετές μικρότερες επιχειρήσεις δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις νέες περιβαλλοντικές απαιτήσεις. Η συγκέντρωση της αγοράς επιταχύνεται και αυξάνεται ο κίνδυνος περιορισμού της συνδεσιμότητας ορισμένων νησιωτικών περιοχών, εκτιμάται.
Οι πιο μικρές εταιρείες
Αναφορικά με τις προκλήσεις για πρόσβαση σε χρηματοδότηση για ακτοπλοϊκές εταιρείες, η έκθεση χαρακτηρίζει το πρόβλημα αυτό ως ιδιαίτερα οξύ για τις μικρές εταιρείες. «Σχεδόν όλες οι μικρές ακτοπλοϊκές που δραστηριοποιούνται κυρίως σε άγονες και ενδονησιωτικές γραμμές, αδυνατούν να απευθυνθούν σε τράπεζες για κατασκευή νέων πλοίων χωρίς ισχυρές εγγυήσεις ή συμβάσεις δημόσιας υπηρεσίας. Το μεγαλύτερο αγκάθι είναι η κάλυψη των ιδίων κεφαλαίων, αφού ο τραπεζικός δανεισμός δεν καλύπτει ποτέ το 100% του κόστους κατασκευής», εκτιμάται.
Οι νέες τετραετείς συμβάσεις για τις άγονες γραμμές μπορούν να παράσχουν προβλεψιμότητα, επιτρέποντας στις εταιρείες να απευθύνονται πιο εύκολα σε τράπεζες και να εξασφαλίζουν χρηματοδότηση, αναφέρεται.
Τα συμπεράσματα
Στα τελικά συμπεράσματα επισημαίνεται πως «η ελληνική ακτοπλοΐα έχει αποδείξει διαχρονικά ότι διαθέτει υψηλή ανθεκτικότητα, επιχειρηματική ευελιξία και ικανότητα προσαρμογής. Η επόμενη δεκαετία, όμως, απαιτεί κάτι περισσότερο από προσαρμογή: απαιτεί στρατηγικό επανασχεδιασμό.
Εάν η πολιτεία διαμορφώσει ένα σταθερό και φιλικό επενδυτικό περιβάλλον, εάν η Ευρωπαϊκή Ενωση αναγνωρίσει τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής νησιωτικότητας, εάν το χρηματοπιστωτικό σύστημα υποστηρίξει ενεργά τη μετάβαση και εάν οι ίδιες οι επιχειρήσεις επενδύσουν στην καινοτομία, στην τεχνολογία και στο ανθρώπινο δυναμικό τους, τότε η ελληνική ακτοπλοΐα μπορεί να εξέλθει από αυτή την περίοδο ισχυρότερη από ποτέ. Η πρόκληση της περιόδου 2027-2035 δεν είναι μόνο η αντικατάσταση πλοίων ή η συμμόρφωση με νέους περιβαλλοντικούς κανόνες. Είναι η διαμόρφωση ενός νέου αναπτυξιακού προτύπου για τη νησιωτική Ελλάδα και η ανάδειξη της ελληνικής ακτοπλοΐας σε διεθνές πρότυπο βιώσιμης, ψηφιακής και ανθεκτικής επιβατηγού ναυτιλίας. Η επιτυχία αυτού του εγχειρήματος θα αποτελέσει όχι μόνο επιτυχία ενός κλάδου, αλλά σημαντική εθνική επένδυση για την οικονομία, την κοινωνική συνοχή και τη διεθνή θέση της Ελλάδας στον παγκόσμιο θαλάσσιο χάρτη», καταλήγει η έκθεση.