Δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε τον παραιτηθέντα πρόεδρο της Σερβίας να αφήνει τα 2 μέτρα του να πέσουν σε μια καρέκλα στο γραφείο του, πλημμυρισμένος από ένα ανάμεικτο συναίσθημα απόγνωσης και οργής. «Γιατί και πώς έτυχε αυτό σε μένα, ειδικά σε μένα;», αναρωτιέται φωναχτά, μην μπορώντας να πιστέψει όσα είχαν συμβεί πριν από λίγες ώρες. Αν και οι δρόμοι του Βελιγραδίου, του Νόβι Σαντ και άλλων πόλεων έχουν ήδη αδειάσει και οι ξέφρενοι πανηγυρισμοί των χιλιάδων φοιτητών και απλών ανθρώπων για τον πρωτοφανή εκλογικό θρίαμβο της Λίστας τους έχουν κοπάσει, ο ίδιος νομίζει ότι τους ακούει ακόμη να του φωνάζουν «άντε γεια!» και ότι τους βλέπει να του βγάζουν τη γλώσσα.
Έμπειρος καθώς είναι, ωστόσο, προσπαθεί να βάλει τις σκέψεις του και τα πράγματα σε μία τάξη, ώστε να σχεδιάσει όσο καλύτερα μπορεί τα επόμενα βήματά του. Σκεπτόμενος, ενδεχομένως, ότι ίσως και να είχε παρασυρθεί και να έκανε λάθος όταν, νωρίτερα, είχε σπεύσει να αποδώσει όσα συνέβησαν σχεδόν αποκλειστικά σε παρέμβαση «διάφορων ευρωπαϊκών κρατών, καθώς και του βαθέος αμερικανικού κράτους, το οποίο βρίσκεται απέναντι και στον πρόεδρο Τραμπ».
Ο,τι έγινε, έγινε, όμως. Γι’ αυτό και ζητά από τους βοηθούς του να καλέσουν αμέσως και να του περάσουν στη γραμμή τον άνθρωπο ο οποίος φάνηκε να έχει ξεχωρίσει μέσα από αυτό το ανεξήγητα και επικίνδυνα απρόσωπο – όπως πίστευε – συνονθύλευμα που τον ανέτρεψε. Και μάλιστα, με τέτοια διαφορά στις κάλπες που δεν του έδωσε καν την ευκαιρία να θέσει σε εφαρμογή κάποια σχέδια που, όπως φημολογείται, είχε προετοιμάσει για να αμφισβητήσει το εκλογικό αποτέλεσμα.
«Ποιος είναι;», ρώτησε η φωνή που αποκρίθηκε, βραχνή ακόμη από όσα είχαν προηγηθεί. «Ο Βούτσιτς. Μιλάω με τον κύριο Ιλια Σρντάνοβιτς;», ήταν η απάντηση που έλαβε, η οποία τον έκανε να κομπιάσει για λίγο. Οχι επειδή δεν περίμενε πως κάποια στιγμή θα μιλούσαν, αλλά διότι δεν έχει καμία διάθεση να το κάνει τώρα. «Βεβαίως. Σε τι μπορώ να σας φανώ χρήσιμος;». Χωρίς να το πολυσκεφτεί, ο έμπειρος πολιτικός περνά αμέσως στην επίθεση. «Ας μη χάνουμε χρόνο με τα τυπικά», του λέει και συνεχίζει, σαν να θέλει να πάρει μια πρόωρη ρεβάνς: «Νικήσατε, όλοι το γνωρίζουμε. Κι εγώ το αποδέχτηκα επισήμως. Αυτό που δεν ξέρουμε και μάλλον δεν ξέρετε ούτε εσείς είναι τι θα την κάνετε αυτή τη νίκη. Πώς θα κυβερνήσετε μια ολόκληρη χώρα αφού δεν έχετε ιδέα πώς γίνεται αυτό;». Θεωρώντας δε ότι πέτυχε διάνα, προσθέτει χωρίς χρονοτριβή: «Θα τα κάνετε θάλασσα και θα τρέξετε για να σας βοηθήσουμε, εγώ και οι συνεργάτες μου. Αλλά μην είστε σίγουρος ότι δεν θα σας αφήσουμε να πνιγείτε». Ο καρδιολόγος όμως, που μέσα σε μερικούς μήνες έχει γίνει ένας πολιτικός πρώτης γραμμής, δεν είναι εύκολο «θύμα» και δεν πτοείται. Νιώθει, εξάλλου, ότι έχει στο πλευρό του μεγάλο τμήμα ενός ολόκληρου λαού, ενώ απέναντί του βρίσκεται ένας ηττημένος ο οποίος ψάχνεται. «Θα πρέπει να σας ζητήσω, κατ’ αρχάς, να μη χαίρεστε προκαταβολικά. Γιατί, απλούστατα, κινδυνεύετε να απογοητευτείτε ακόμη περισσότερο από ό,τι τώρα», του λέει.
Διαισθανόμενος, μάλιστα, πως έχει ανακτήσει την πρωτοβουλία, συνεχίζει την αντεπίθεσή του: «Δεν μάθατε πως δεν είναι καλό να εμφανίζεστε τόσο βέβαιος; Θυμάστε όταν, πολύ πρόσφατα, πιστέψατε πως κηδεύοντας με τιμές ήρωα τον στρατηγό Μλάντιτς θα κάνατε τους συμπατριώτες μας να κυριευτούν εκ νέου από πατριωτικό οίστρο και να σας ψηφίσουν; Πέσατε έξω. Γιατί το 2026 δεν είναι 1990, ούτε καν 2000. Τα παιδιά που κατεβαίνουν τώρα στον δρόμο και φιλοδοξούν να σας βγάλουν στη… σύνταξη δεν είχαν γεννηθεί τότε».
Η «χορδή» που χτύπησε είναι ιδιαιτέρως ευαίσθητη. Αλλά ο Βούτσιτς παραμένει ψύχραιμος, καθώς καταλαβαίνει ότι η τροπή που τείνει να πάρει η συζήτηση θα οδηγήσει σε ένα επικίνδυνο (και για τους δύο) αδιέξοδο και, ενδεχομένως, σε μια αχρείαστα πρόωρη ρήξη. Ετσι, επιχειρεί πάλι να τη στρέψει στην ουσία. «Και για πείτε μου, ποιος θα είναι τελικώς ο νέος πρωθυπουργός; Εσείς, άραγε; Ο κύριος Ντέγιαν Σόσκιτς μήπως, που ξέρει καλά την οικονομία, τις αγορές και τους κανόνες τους, ως πρώην διοικητής της κεντρικής τράπεζας; Ή θα μας κάνετε μία ακόμη έκπληξη, με κάποιον άλλο;».
Η αλήθεια είναι ότι σε αυτά τα ερωτήματα έτοιμη και εύκολη απάντηση δεν έχει ο συνομιλητής του. Κι αυτό που μέχρι να κλείσουν οι κάλπες ήταν το πιο καλό χαρτί της Λίστας, τώρα μπορεί να αποδειχθεί αχίλλειος πτέρνα της και να της προκαλέσει τις πρώτες σοβαρές τριβές – προτού καν ξεκινήσει τη θητεία της η νέα κυβέρνηση. «Είναι ακόμη πολύ νωρίς», αποκρίνεται. «Πρέπει να συνεδριάσουν οι διάφορες επιτροπές, όπως συνέβη και για την επιλογή των υποψηφίων. Το ίδιο πρέπει να κάνουν όσοι έχουν εκλεγεί βουλευτές. Εκεί θα τα πούμε όλα και θα δούμε πού θα καταλήξουμε». «Πρέπει να σας πληροφορήσω», τον διακόπτει ο απερχόμενος πρόεδρος, «ότι στην πολιτική ο χρόνος δεν είναι απεριόριστος και κάθε καθυστέρηση μπορεί να κοστίσει ακριβά. Γι’ αυτό κι εγώ», συνεχίζει παίρνοντας συνειδητά το ύφος του «εθνάρχη», «σας συνιστώ να είστε πολύ προσεκτικοί στα βήματα που θα κάνετε. Για το καλό της Σερβίας». Η σύντομη συνομιλία τελειώνει κάπου εδώ. Οι δυο τους, άλλωστε, θα έχουν και άλλες ευκαιρίες να τα πουν. Πιθανότατα και δημοσίως, ενώπιον του κοινοβουλίου και των ΜΜΕ. Ενα είναι σίγουρο, ωστόσο. Οτι και οι πολιτικοί και οι καρδιολόγοι απεχθάνονται, αν δεν φοβούνται, τα σοκ που προκαλούν οι μεγάλες και δυσάρεστες εκπλήξεις. Είναι κι αυτό μια βάση για συνεννόηση…