Ψήφος οργής ή μήπως ψήφος μετάνοιας;

Ο σημαντικός σκηνοθέτης Ken Burns, δημιουργός μιας εμβληματικής σειράς για την Αμερικανική Επανάσταση έγραφε στους «New York Times» την ημέρα των εκλογών πως κατά τη γνώμη του οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν την τέταρτη μεγάλη κρίση της ιστορίας τους μετά τον Εμφύλιο, την κρίση του 1929, και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. H διαφορά με τις προηγούμενες, συμπλήρωνε, είναι πως η αμερικανική δημοκρατία και οι θεσμοί της είχαν τότε βγει ενισχυμένοι εκφράζοντας την αγωνία του για το αν και αυτή τη φορά θα συνέβαινε το ίδιο.

Είχε δίκιο, πέρα και πάνω απ’ όλα οι εκλογές αυτές ήταν ένα τεστ για την αμερικανική δημοκρατία και το πέρασε με πολύ μεγάλη επιτυχία. Η ιδρυτική της συνθήκη να εξισορροπείται η εκτελεστική εξουσία από τη νομοθετική επιβεβαιώθηκε.

Η ανησυχία επανάληψης γεγονότων όπως η  απόπειρα κατάληψης του Κοινοβουλίου στις 6 Ιανουαρίου 2021 μετά την ήττα Τραμπ διαψεύσθηκε. Επανήλθε λοιπόν η κανονικότητα στην αμερικανική πολιτική; Θα ήταν πολύ πρόωρο ένα τέτοιο συμπέρασμα. Ηδη το γεγονός πως με τη συντριπτική επικράτηση των Δημοκρατικών αποδείχθηκε πως ο Τραμπ δεν είναι άτρωτος και υπόκειται στους κανόνες του πολιτεύματος της χώρας που προεδρεύει είναι πολύ σημαντικό.

Ωστόσο, η διετία που ξεκίνησε μέχρι τις επόμενες προεδρικές εκλογές δεν προβλέπεται ειδυλλιακή για τις σχέσεις προέδρου και νομοθετών. Αντιθέτως, θα είναι μια διετία πολύ σκληρών συγκρούσεων μεταξύ τους που θα κρίνει αν το κίνημα που ανέδειξε τον Τραμπ στην εξουσία θα επιβιώσει και μετά απ’ αυτόν. Τόσο για το δικό του στρατόπεδο όσο και για το δημοκρατικό η μάχη που ξεκίνησε έχει υπαρξιακές διαστάσεις.

Η ψήφος αυτή, πρέπει να αναρωτηθούμε, είναι ψήφος οργής όπως εκείνη που είχε επαναφέρει τον Τραμπ στην εξουσία ή ψήφος μετανοίας πολιτών που εγκατέλειψαν τους Δημοκρατικούς το 2020 και τώρα επιστρέφουν; Αυτή τη μεταστροφή θα πρέπει οι τελευταίοι να αναλύσουν και να τη μετουσιώσουν σε θετική ψήφο προκειμένου να διεκδικήσουν με αξιώσεις την προεδρία το 2028.

Δεν βρισκόμαστε ακόμη εκεί. Η αντι-Τραμπ ψήφος με την έκταση που προσέλαβε είναι προφανές ότι προήλθε και από ψηφοφόρους τόσο των Ρεπουμπλικανών όσο και του ενδιάμεσου χώρου που κινείται μεταξύ των δύο κομμάτων. Ενας πιο μετριοπαθής υποψήφιος των τελευταίων θα μπορούσε να τους προσελκύσει καθώς κύρια αιτία της αποδοκιμασίας ήταν η άσκηση εξουσίας με διαστάσεις ύβρεως.

Στα πολλά θετικά του αποτελέσματος πρέπει να προστεθούν δύο ακόμη: δεν ήταν αντισυστημική ψήφος, η αποδοκιμασία προς τον Τραμπ διοχετεύθηκε στην αντίπαλη παραδοσιακή πολιτική δύναμη, αλλά ταυτοχρόνως ανέδειξε μια νέα γενιά πολιτικών που εκφράζουν τον κοινωνικό πλουραλισμό των ΗΠΑ. Με αυτή την έννοια, αποδοκιμάστηκε ο ιδεολογικός προσανατολισμός του MAGA, η μονοχρωματική λευκή και χριστιανική Αμερική, αλλά ας μη βιαστούμε να συμπεράνουμε πως το ιδεολογικό αυτό ρεύμα έχει ηττηθεί. Ούτε ο εξτρεμισμός των Δημοκρατικών Σοσιαλιστών, της αριστερής πτέρυγας του Δημοκρατικού Κόμματος, επικράτησε. Ωστόσο, στην πορεία προς τις προεδρικές εκλογές η ιδεολογική αντιπαράθεση μεταξύ αυτής και της κεντρώας πτέρυγας θα κρίνει ποιος υποψήφιος θα αναδειχθεί.

Οι Δημοκρατικοί έχουν ένα πολύ δύσκολο έργο να κάνουν, να σταθεροποιήσουν το εκλογικό κεφάλαιο που τους προσφέρθηκε με τις ενδιάμεσες εκλογές, να διευρύνουν τη βάση τους και να απαντήσουν στις προσδοκίες της με ένα πρόγραμμα εξουσίας που θα μπορούσε να τους εξασφαλίσει την προεδρική εκλογή.

Η Ινώ Αφεντούλη είναι επικεφαλής του Παρατηρητηρίου Γεωπολιτικής και Διπλωματίας του Ελληνικού Ιδρύματος Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ)