Φονικά στη σκηνή και στο πεντάγραμμο

Στο δημοτικό τραγούδι «Ο Μενούσης», ένας άντρας σκοτώνει τη γυναίκα του τυφλωμένος από ζήλια, αφού ο Μεχμέτ Αγάς περιγράφει πώς ήταν ντυμένη όταν τη συνάντησε στο πηγάδι. Η «Παπαλάμπραινα» ξεκινά από μια πραγματική ληστεία το 1860 στο σπίτι του παπα-Λάμπρου Ζέρβα στο Ρωμύλι της Πυλίας και σήμερα συνοδεύει γαμήλια γλέντια.

Στο ρεμπέτικο το έγκλημα βρίσκει σχεδόν δημοσιογραφική διάσταση. Η «Κακούργα πεθερά», με στίχους του Ιάκωβου Μοντανάρη και μουσική του Μάρκου Βαμβακάρη, εξιστορεί τη δολοφονία του εργολάβου Δημήτρη Αθανασόπουλου το 1931, τον οποίο σκότωσαν στον ύπνο του η πεθερά του και ο ανιψιός της και τον διαμέλισαν για να εξαφανίσουν το πτώμα. Ο Κώστας Ρούκουνας έγραψε το «Ξύπνα, καημένε Πίκινε» ως αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας του ιδιοκτήτη μιας μπιραρίας στο Θησείο.

Ο Τσιτσάνης μελοποίησε το 1977 την κατάσχεση 11 τόνων χασίς στο «Γκλόρια», υπονοώντας ότι η υπόθεση ήταν «στημένη». Ο Νίκος Κοεμτζής σκότωσε τρεις ανθρώπους και τραυμάτισε οκτώ επειδή άλλοι χόρεψαν πάνω στη δική του παραγγελιά. Η αυτοβιογραφία του ενέπνευσε το «Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο» του Διονύση Σαββόπουλου και την ταινία «Παραγγελιά» του Τάσιου. Το τραγούδι δεν δικαιολογεί το έγκλημα, προσπαθεί να καταλάβει τον κόσμο που το γέννησε.

Αλλοτε η τέχνη λειτουργεί σαν καταγγελία. Η Σπυριδούλα, μια μικρή υπηρέτρια που τη δεκαετία του ’50 βασανίστηκε με καυτό σίδερο από τα αφεντικά της επειδή την κατηγόρησαν για κλοπή, ενέπνευσε ποίημα στον Αντώνη Παπαδημητρίου και φαίνεται πως έδωσε το όνομά της στο συγκρότημα του Παύλου Σιδηρόπουλου. Το τραγούδι για τον Μιχάλη Καλτεζά, τον μαθητή που πυροβολήθηκε πισώπλατα από αστυνομικό το 1985, μετατρέπει ένα πολιτικό γεγονός σε συλλογική μνήμη.

Το έγκλημα περνά από τη ζωή στην τέχνη, χωρίς να χάνει το τραγικό του βάρος. Είτε γίνεται τραγούδι είτε θεατρική παράσταση, η αφήγησή του δεν αφορά μόνο την ίδια την πράξη, αλλά όσα προηγήθηκαν, όσα την καθόρισαν και τις ζωές που σημάδεψε. Μια τέτοια ιστορία αφηγείται το «Νούμερο 21» της Χριστίνας Λαμπούση, που βασίζεται σε πραγματική δικαστική υπόθεση και παρουσιάζεται από τις 17 Οκτωβρίου στο Μικρό Γκλόρια, σε σκηνοθεσία Ερμίνας Κυριαζή.

Η τελευταία εξηγεί τι κρύβεται πίσω από τον τίτλο της παράστασης: «Η ανθρώπινη ζωή αποτελεί πια απλώς έναν αριθμό. Είναι κάτι που μας πονάει βαθιά ως κοινωνία. Με τρομάζει πόσο εύκολα ένας άνθρωπος γίνεται στατιστική, είδηση, τσουβαλιάζεται, ανήκει σε μια λίστα, γίνεται αναλώσιμος. Γι’ αυτό, ίσως, με συγκίνησε τόσο ο τίτλος, γιατί με έφερε αντιμέτωπη με αυτή τη σκληρότητα, την κυνικότητα, την απαξίωση προς τον άνθρωπο και, εν τέλει, προς την ίδια τη ζωή».

Η ανάγκη να ξαναδούμε τον άνθρωπο πίσω από τον αριθμό γίνεται ακόμη πιο επιτακτική όταν η ιστορία αφορά τη βία, τα όριά της και τη λεπτή γραμμή που χωρίζει το θύμα από τον θύτη. «Μια γυναίκα στραγγάλισε τον σύζυγό της, αφού αυτός την κακοποίησε βάναυσα. Είναι η πρώτη φορά που ύστερα από έναν χρόνο προφυλάκισης μια γυναίκα αθωώνεται», εξηγεί η σκηνοθέτρια.

Για την Ερμίνα Κυριαζή η κοινωνία θέτει συνεχώς λάθος ερωτήματα. «”Γιατί δεν έφυγε;”, αγνοώντας τι μπορεί να παγιώθηκε μέσα σε μια ψυχή για να παραλύει απέναντι στον κακοποιητή της. Δεν είμαι βέβαιη ότι η αλλαγή στη “γλώσσα” που χρησιμοποιούμε σήμερα για τη βία σημαίνει και αλλαγή στη συνείδηση». Για να εξηγήσει τον μηχανισμό, επικαλείται τον Φρόιντ: «Η ενέργεια που αποτελεί τον έρωτα έχει άμεσο συσχετισμό με την ενέργεια που διέπει την επιθετικότητα και την εχθρικότητα».