Φανταστείτε ένα μέλλον στο οποίο η ανθρωπότητα έχει ανακαλύψει ότι το μυστικό της μακροβιότητας βρίσκεται στην παρεμπόδιση των ονείρων. Εναν κόσμο στον οποίο αν δεν ονειρεύεσαι ζεις περισσότερο.
Σε αυτό το νέο καθεστώς όπου το όνειρο θεωρείται απαγορευμένο, κάποιοι «επαναστάτες» αρνούνται πεισματικά να εγκαταλείψουν την ικανότητά τους να ονειρεύονται. Προτιμούν μια σύντομη αλλά συναρπαστική ζωή με ημερομηνία λήξης από το να χαραμίσουν την ανάγκη τους να ονειρεύονται.
Αυτός είναι ο κόσμος της ταινίας «Αναγέννηση» (Resurrection) που δημιούργησε ο κινέζος auteur Μπι Γκαν. Από την περασμένη Πέμπτη, η ταινία, τρίτη μεγάλου μήκους του Μπι Γκαν μετά τις «Kaili Blues» (2015) και «Το μεγάλο ταξίδι της μέρας στη νύχτα» (2018), καλεί το «σκληροπυρηνικό» σινεφίλ της Αθήνας σε μία μόνο αίθουσα, τη Newman, για να την παρακολουθήσει (διανομή Weird Wave).
Για όσους είναι συνηθισμένοι στη συμβατική κινηματογραφική αφήγηση, η «Αναγέννηση» δεν θα είναι μια εύκολη εμπειρία. Εμπειρία όμως είναι η μόνη λέξη που μπορείς να χρησιμοποιήσεις για αυτή την ταινία στην οποία κεντρικό πρόσωπο είναι ένας νεαρός ονειροπόλος (Τζάκσον Γι) που «μετενσαρκώνεται» μέσα από πέντε εποχές. Καθώς ο 20ός αιώνας εκτυλίσσεται, μια γυναίκα ακολουθεί τα ίχνη του.
Πέντε όνειρα
Ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός ότι με όχημα την ταινία ο θεατής ζει πέντε όνειρα που όχι μόνο αντιστοιχούν σε καθεμία από τις ανθρώπινες αισθήσεις, αλλά, χρονολογικά, και σε μια διαφορετική περίοδο της ιστορίας του κινηματογράφου.
Η «Αναγέννηση» περιλαμβάνει πολλές αναφορές στην ιστορία της έβδομης τέχνης· είναι στ’ αλήθεια ένα καλειδοσκόπιο εικόνων που κάπου παραπέμπουν. Θαρρείς ότι σε αυτό το ταξίδι ονείρου ουσιαστικός πρωταγωνιστής είναι ο ίδιος ο κινηματογράφος· είναι το σινεμά του Ζορζ Μελιές και των αδελφών Λιμιέρ, του Ντέιβιντ Λιν, του Ζαν Λικ Γκοντάρ, του Ντέιβιντ Λιντς και του Γουόνγκ Καρ Βάι – όλα μαζί μέσα σε μία ταινία.
«Ως κινηματογραφιστής ασφαλώς και έχω μια σχέση με την κινηματογραφική ιστορία, όμως εδώ, σε αυτή την ταινία, δεν είχα κάποια πρόθεση να φτιάξω ένα κινηματογραφικό “τέρας”, δεν ήταν κάτι που είχα βάλει ως στόχο», μας είπε ο σκηνοθέτης στο περσινό Φεστιβάλ των Καννών, όπου η «Αναγέννηση» προβλήθηκε εντός συναγωνισμού αποσπώντας το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής. «Παρ’ όλ’ αυτά, ενώ έγραφα το σενάριο, με έναν φυσικό θα έλεγα τρόπο, τελείως οργανικά, είδα ότι αυτό που έγραφα όντως μετατρέπεται σε κινηματογραφικό “τέρας”».
Περισσότερο όμως από τον κόσμο του ίδιου του κινηματογράφου, προτεραιότητα του Μπι Γκαν ήταν να εστιάσει σε ιστορίες προερχόμενες από την παράδοση της χώρας του, ιστορίες με τις οποίες είχε έρθει για πρώτη φορά σε επαφή όταν ήταν ακόμα παιδί. «Η γιαγιά μου αφηγούνταν τέτοιες ιστορίες φαντασίας», είπε, «και σήμερα, στο δικό μου παιδί, αφηγούμαι εγώ παρόμοιες ιστορίες. Επομένως νομίζω ότι μπορούμε να κοιτάξουμε αυτή την ταινία ως μια ιστορία γεννημένη μέσα από τις παραδόσεις του κινηματογράφου». Ωστόσο, ο Μπι Γκαν επεσήμανε ότι πρώτα ξεκίνησε με το «κάδρο» της ταινίας, δηλαδή την εικόνα, και μετά την έντυσε με τις ιστορίες.
Συναίσθημα
Με τον ίδιο τρόπο, βέβαια, μπορούμε να αποκαλέσουμε την «Αναγέννηση» ένα σχεδόν τρίωρης διάρκειας όνειρο καθώς σε πολλές περιπτώσεις είναι αρκετά δύσκολο να ακολουθήσει κανείς τις ιστορίες για να κάνει τους συνδυασμούς που ο Μπι Γκαν έχει στο μυαλό του.
Φέρνοντας παράδειγμα τον ίδιο μου τον εαυτό, είπα στον σκηνοθέτη ότι η «Αναγέννηση» είναι μια ταινία που προσωπικά μου προκάλεσε την ανάγκη να ξαναδώ. Είναι θετική ή αρνητική αυτή η αντίδραση για εκείνον; «Προσωπικά το βρίσκω υπέροχο», απάντησε ο σκηνοθέτης γελώντας. «
Εδώ και αρκετά χρόνια ο κόσμος είναι εθισμένος σε προϊόντα ευρείας κατανάλωσης, όπου τα πάντα εξηγούνται και το συναίσθημα των αποδεκτών οφείλει να είναι συγκεκριμένο – είτε μιλάμε για κινηματογραφικές ταινίες είτε για σειρές της τηλεόρασης. Νομίζω ότι στις περισσότερες περιπτώσεις απλώς καταναλώνουμε χωρίς να το καταλαβαίνουμε και τελικά δεν αισθανόμαστε. Δεν το θέλω αυτό στις δικές μου ταινίες. Προτιμώ ο κόσμος να μην καταλαβαίνει τα πάντα αλλά να έχει μια αίσθηση, να νιώθει. Θέλω αυτό που βλέπει να του προκαλεί κάποιο συναίσθημα. Ακόμα και αν για να γίνει κάτι τέτοιο θα πρέπει να ξαναδεί την ταινία».
Οσο για τη σχέση του ιδίου με τα όνειρα, είπε ότι τα δικά του δεν τα θυμάται. «Κοιμάμαι τόσο λίγο, που μετά δεν θυμάμαι τίποτα (γέλια). Αλλά καλύτερα έτσι. Εφόσον η δουλειά μου είναι τα όνειρα, είναι προτιμότερο να μη συνδέω το όνειρο με την προσωπική μου ζωή».
Είναι σημαντικό να ειπωθεί ότι ο Μπι Γκαν δεν έχει συγκεκριμένες προσδοκίες από τον θεατή. «Αν κάποιος κοιμηθεί βλέποντας μια ταινία μου, ας κοιμηθεί. Δεν μπορώ να κάνω κάτι για αυτό. Πιστεύω όμως ότι χρειάζεται χρόνος για να παρακολουθήσει κάποιος μια ταινία και δεν συμβαίνει πάντα να χωνεύουμε μια ταινία κατά τη διάρκεια της πρώτης παρακολούθησής της, εκείνη δηλαδή τη βραδιά που την είδαμε για πρώτη φορά. Επίσης, η ζωή κάθε θεατή αλλάζει στο πέρασμα του χρόνου. Οταν προκύπτουν κάποιες σημαντικές στιγμές στη ζωή του θεατή, η αναδρομή σε μια ταινία, η ανάμνηση μιας ταινίας, ενδεχομένως να μπορεί να τον βοηθήσει. Δεν ζητώ από τους θεατές να συγκεντρώσουν ακριβείς πληροφορίες ή να έχουν ένα τελικό συναίσθημα ενώ βλέπουν μια ταινία μου. Αλλά θα ήθελα από αυτούς να φέρνουν στη μνήμη τους μια ταινία μου όταν μια σημαντική στιγμή, αγάπης, θλίψης ή οτιδήποτε, προκύψει αργότερα στη ζωή τους».
Το μέλλον μας
Κλείνοντας, ρώτησα τον Μπι Γκαν για τη δική του πρόβλεψη σε ό,τι αφορά το μέλλον της ανθρωπότητας. Πώς φαντάζεται τον άνθρωπο σε πενήντα χρόνια από σήμερα; «Αυτό που έχω καταλάβει είναι ότι ο κόσμος πλέον αναζητεί την τελειότητα, και η ΑΙ είναι ένα τρανό παράδειγμα», απάντησε. «Ομως εγώ ανέκαθεν έβρισκα την ομορφιά του ανθρώπου στην ευθραυστότητά του, στο πόσο ευάλωτος είναι. Δεν μπορώ να ξέρω πώς θα είναι ο άνθρωπος σε πενήντα χρόνια ή αν ο κόσμος θα είναι καλύτερος ή χειρότερος, όμως πιστεύω ότι αυτή η ευθραυστότητα θα εξακολουθεί να υπάρχει. Και ως καλλιτέχνης, από τη στιγμή που ο άνθρωπος θα εξακολουθεί να είναι εύθραυστος, θα μπορώ να εξακολουθώ να δημιουργώ».