Οδεύοντας προς το τέλος του, το 83ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας, αφήνει πίσω του όμορφες, κυρίως, εντυπώσεις και κάποιες καλές ταινίες που θα απασχολήσουν εν καιρώ το κοινό με τη διανομή τους στις αίθουσες. Κλείνοντας τον κύκλο των φετινών ανταποκρίσεων, αξίζει να σταθούμε σε τρεις ταινίες που δύσκολα θα απουσιάζουν από τα βραβεία τα οποία θα δοθούν το Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου στην αίθουσα Salla Grande, που όπως πάντα έτσι και φέτος θα φιλοξενήσει την τελετή λήξης του φεστιβάλ.
Εντονο πολιτικό χρώμα στο Λίντο τις τελευταίες ημέρες της διοργάνωσης, με την ταινία «Naza» των Γιουβάλ Αμπραάμ και Ρέιτσελ Ζορ να μιλάει για τους βομβαρδισμούς στη Γάζα διά στόματος εκείνων που αναλαμβάνουν αυτές τις επιχειρήσεις: στρατιωτικών του Ισραήλ. Κινηματογραφημένοι σε ταράτσες του υπερπολυτελούς Τελ Αβίβ, οι άνθρωποι αυτοί, των οποίων τα πρόσωπα δεν βλέπουμε ποτέ καθαρά (και των οποίων οι φωνές είναι ντουμπλαρισμένες), αναφέρονται με όλες τις εφιαλτικές λεπτομέρειες στο τι συμβαίνει στους θαλάμους επιχειρήσεων βομβαρδισμών της Γάζας. Naza στα ισραηλινά σημαίνει παράπλευρες απώλειες. Αθώοι άνθρωποι για τους οποίους, ωστόσο, όχι απλώς κανείς δεν νοιάζεται αλλά τους σκοτώνουν γνωρίζοντας ότι είναι αθώοι! Ενας στρατιωτικός αναφέρεται στον βομβαρδισμό ενός παιδιού παρά το γεγονός ότι γνώριζαν ότι δεν αποτελούσε κίνδυνο.
Είναι τόσο πολλά, τόσο ρεαλιστικά και τόσο βάρβαρα τα όσα με ηρεμία λένε οι στρατιωτικοί, που η ταινία σού δίνει την εντύπωση ότι πολύ απλά για κάποιους η ανθρώπινη ζωή δεν έχει απολύτως καμία αξία. Το ντοκιμαντέρ των Αμπραάμ και Ζορ, που μάλλον δεν θα λείψει από τα βραβεία, έχει αγοραστεί στη χώρα μας και θα παιχτεί σε λίγο καιρό.
Το εργασιακό ζήτημα
Την ίδια ώρα, δύο ταινίες, από δύο εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους χώρες, δύο εντελώς διαφορετικούς πολιτισμούς (Ευρώπη – Ασία), αφουγκράζονται την αγωνία και το άγχος που περισσότερο από ποτέ προκαλεί στους καιρούς μας το εργασιακό ζήτημα.Σκηνοθέτης ευθύβολων, άμεσων και πάντα επίκαιρων ταινιών κοινωνικοπολιτικού χαρακτήρα, όπως ο «Νόμος της αγοράς» και το «Σε πόλεμο», ο Γάλλος Στεφάν Μπριζέ, στην τελευταία ταινία του, «Un bon petit soldat» (Ενας καλός μικρός στρατιώτης) καταπιάνεται και πάλι με το επίμαχο ζήτημα των εργασιακών δικαιωμάτων, αγγίζοντας με τη σοβαρότητα που ασφαλώς περιμένεις, γνωρίζοντας τη ματιά του, όλες τις πλευρές του ζητήματος – κυρίως την ηθική.
Η ανάγκη της Ιταλίδας Κάρλα Μορέτι (Αλμπα Ρορβάχερ), νεοπροσληφθείσας υπεύθυνης του ανθρώπινου δυναμικού μιας μεγάλης γαλλικής ασφαλιστικής εταιρείας στο Παρίσι, να προσφέρει όσο το δυνατόν τον καλύτερο εαυτό της στη δουλειά, γκρεμίζεται από τον ρεαλισμό των καταστάσεων. Και αυτό σημαίνει, άλλα προσφέρουμε και άλλα δείχνουμε ότι προσφέρουμε. Στιγμές απύθμενου κυνισμού στις συσκέψεις των διευθυντών τμημάτων όπου ηγείται ο CEO της εταιρείας (Βενσάν Λιντόν) προσγειώνουν την Κάρλα στη σκληρή πραγματικότητα, την ώρα που βλέπει την προσωπική ζωή της να βυθίζεται όλο πιο βαθιά στο χάος.
Στο μεγαλύτερο μέρος της, η ταινία είναι γυρισμένη μέσα στο κτίριο της εταιρείας, όπου η Κάρλα οφείλει να νιώθει σαν να είναι το σπίτι της. Με πανέξυπνο τρόπο, ο Μπριζέ υπογραμμίζει την απώλεια προσωπικής ζωής – η μόνη επαφή που έχει με τον έξω κόσμο είναι μέσω του κινητού, ενώ δεν τη βλέπουμε ποτέ μαζί με τον γιο της στον οποίο μιλάει μέσω Skype. Την ίδια ώρα η Κάρλα νιώθει την ιδεολογία της να γκρεμίζεται σαν χάρτινος πύργος και τη θέση της στην εταιρεία να κινδυνεύει λόγω κάποιων «συναισθηματικών» αποφάσεών της.
Το άγχος, η ανασφάλεια, η αβεβαιότητα και ο φόβος είναι συναισθήματα που πλημμυρίζουν τη σκληρή αλλά ειλικρινή αυτή ταινία, που ειρωνικά αρχίζει με το θρυλικό τραγούδι «It’s a wonderful World» του Λούις Αρμστρονγκ αλλά σε beat, γρήγορη εκτέλεση από τον Τζόι Ραμόν που περισσότερο σε αγχώνει παρά σε χαλαρώνει. Ισως τελικά στις μέρες μας, ο κόσμος να μην είναι και τόσο υπέροχος.
Από τη Νότια Κορέα
Η ταινία του Στεφάν Μπριζέ δεν είναι η μόνη του διαγωνιστικού τμήματος που ασχολείται με ένα από τα πιο σοβαρά ζητήματα των καιρών μας. Από τη Νότια Κορέα έρχεται η ταινία «Possible love» (Πιθανή αγάπη) του Λι Τσανγκ Ντονγκ, εξίσου σημαντικού σκηνοθέτη, που είχε οκτώ χρόνια να παρουσιάσει νέα ταινία μετά το αριστουργηματικό «Burning» (To παιχνίδι με τη φωτιά).
Κατά κάποιον τρόπο, η «Πιθανή αγάπη» που φέρνει σε αντιπαράθεση δύο οικογένειες προερχόμενες από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα της Νότιας Κορέας, είναι το flipside των «Παρασίτων» του Μπονγκ Τζουν Χο. Εδώ, μια ντοκιμαντερίστρια, παντρεμένη με έναν σούπερ επιτυχημένο επενδυτή, είναι αποφασισμένη να θίξει το ζήτημα της ανεργίας και της απειλής του ΑΙ στην ταινία τεκμηρίωσης που γυρίζει.
Οι έρευνές της τη φέρνουν κοντά σε ένα φτωχό παντρεμένο ζευγάρι με παιδί, που θα μπορούσε να βοηθήσει την ντοκιμαντερίστρια στην αφήγηση της ιστορίας της. Την ώρα όμως που η γυναίκα είναι απολύτως συνεργάσιμη και εξομολογητική απέναντι στην ντοκιμαντερίστρια, ο σύζυγός της είναι κλειστός σαν όστρακο μη μπορώντας να ανοίξει την ψυχή του και να μιλήσει για την κατάστασή του, η οποία χρήζει θεραπείας.
Ενώνοντας αυτούς τους δύο αντίθετους κόσμους της ίδιας κοινωνίας, ο Λι Τσανγκ Ντονγκ παρακολουθεί με όρεξη και υπομονή τους τέσσερις βασικούς χαρακτήρες της ιστορίας και το αποτέλεσμα είναι μια βαθιά ουμανιστική ταινία που προσπαθεί να κατανοήσει τις αντιδράσεις απέναντι στη μάστιγα των καιρών μας, αγγίζοντας με ευγένεια και την πρέπουσα σοβαρότητα όλες τις πτυχές της. Χωρίς να προσφέρει λύσεις, δημιουργεί έναν κινηματογραφικό κόσμο τόσο άμεσα κοντά μας που όταν η ταινία τελειώνει, δύσκολα φεύγει από το μυαλό σου.