Το Παρίσι σχοινοβατεί για το σχέδιο του Μερτς

Είναι γνωστό ότι σε όλα τα μεγάλα ζητήματα που απασχολούν την Ευρωπαϊκή Ένωση, πολλά κρίνονται από το τι θα πράξουν οι δυνάμεις του «άξονα», Γερμανία και Γαλλία. Εφόσον συμφωνήσουν, τότε τα πράγματα γίνονται πιο εύκολα και οι υπόλοιποι, αργά ή γρήγορα, κάποια στιγμή ακολουθούν. Σε διαφορετική περίπτωση, σχηματίζονται αντίπαλα στρατόπεδα και ο συμβιβασμός μεταξύ τους αποδεικνύεται εξαιρετικά επώδυνος και χρονοβόρος.

Από τη στιγμή, λοιπόν, που το Βερολίνο έχει ξεκαθαρίσει τι επιδιώκει από τον νέο προϋπολογισμό, το ερώτημα είναι ποια στάση θα υιοθετήσει το Παρίσι. Συνήθως, στα ζητήματα αυτά επιδιώκει να είναι η «γέφυρα» ανάμεσα στις πλουσιότερες χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά και τις πιο φτωχές του Νότου και του πρώην «ανατολικού μπλοκ» που πλέον ανήκουν στην ΕΕ.

Μόνο που αυτή τη φορά, δεν είναι δύσκολο να διαπιστώσει κανείς ότι ο Εμανουέλ Μακρόν με την κυβέρνησή του προσέρχονται στην τελική ευθεία των διαπραγματεύσεων για το μεσοπρόθεσμο της περιόδου 2028-34 εξαιρετικά αποδυναμωμένη, για δύο κυρίως λόγους.

Ο πρώτος έχει να κάνει με τα δημοσιονομικά της Γαλλίας, που τείνουν να ξεφύγουν εκτός ελέγχου και περιορίζουν τη διαπραγματευτική ικανότητα του Παρισιού. Ενδεικτικό είναι το σημερινό πρώτο θέμα της εφημερίδας «Le Monde», που κρούει τον κώδωνα του κινδύνου και σημειώνει πως «το γαλλικό χρέος είναι το υψηλότερο από το 1949».

Επικαλείται δε τα πιο πρόσφατα στοιχεία, για το δεύτερο τρίμηνο και το γεγονός ότι το χρέος στα τέλη Ιουνίου άγγιξε τα 3,6 τρισ. ευρώ (3,595 για την ακρίβεια). Πρόκειται για ποσό που αντιστοιχεί στο 119% του ΑΕΠ της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης (έναντι στόχου 60% από το Σύμφωνο Σταθερότητας), είναι υψηλότερο κατά 59,6 δισ. σε σύγκριση με το τέλος Μαρτίου και «δεν μπορεί παρά να αυξηθεί περαιτέρω», όπως σημειώνει το σχετικό ρεπορτάζ. Οσο για το δημοσιονομικό έλλειμμα, φέτος θα ξεπεράσει το 5% (έναντι στόχου 3%).

Η συγκεκριμένη εικόνα θέτει τη Γαλλία στο στόχαστρο της Κομισιόν, ενώ την καθιστά ευάλωτη και στις επιθέσεις των Γερμανών και των συμμάχων τους, που την κατηγορούν για δημοσιονομική απειθαρχία και υπονόμευση της οικονομικής και νομισματικής σταθερότητας της Ενωσης. Παραπέμπουν δε και στις αποδόσεις των ομολόγων της, με το δεκαετές να κινείται χθες στο 4,77%, δηλαδή πάνω από 100 μονάδες βάσης σε σύγκριση με το αντίστοιχο γερμανικό – με το spread, μάλιστα, να διευρύνεται σημαντικά το περασμένο 24ωρο.

Στην «εξίσωση» και η Λε Πεν

Η δεύτερη αιτία έχει να κάνει με τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις και τους συσχετισμούς που διαμορφώνονται ενόψει των προεδρικών εκλογών της ερχόμενης άνοιξης, όπου οι δημοσκοπήσεις φέρνουν αντίπαλους στον δεύτερο γύρο τους εκπροσώπους των «άκρων»: την Μαρίν Λε Πεν και τον Ζαν-Λικ Μελανσόν.

Η εξήγηση είναι απλή: Το γεγονός ότι η Λε Πεν και η Εθνική Συσπείρωση έχουν βάλει στο στόχαστρο τις Βρυξέλλες και κατηγορούν τον Μακρόν ότι εκχωρεί σε αυτές μεγάλο μέρος της γαλλικής κυριαρχίας και διαθέτει απαράδεκτα υψηλά ποσά για τις ανάγκες της ΕΕ, τους καθιστά αντικειμενικά συμμάχους της Γερμανίας και των υπόλοιπων «frugals» της βόρειας Ευρώπης.

Με άλλα λόγια: Εάν ο Μακρόν αντιταχθεί στο σχέδιο του Μερτς και αρνηθεί τις περικοπές στον νέο επταετή προϋπολογισμό, τότε πιθανότατα θα δώσει στη Λε Πεν ένα ακόμη καλό χαρτί ενόψει της κάλπης, χωρίς να αποκλείεται ότι θα «κλειδώσει» οριστικά τη νίκη της.

Γι’ αυτό και το Παρίσι δείχνει πλέον να επιδίδεται σε… ακροβατισμούς, με την τελευταία του πρόταση να συνίσταται στην κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού με τα ποσά που (υπολογίζει ότι) θα προκύψουν από τη φορολόγηση της Google και των άλλων αμερικανικών Big Tech στην Ευρώπη, καθώς και τις ποινές σε βάρος τους – κάτι, όμως, στο οποίο το Βερολίνο επίσης αντιδρά.

Τι σημαίνουν όλα τα παραπάνω; Οτι οι «μικροί» της ΕΕ δεν θα πρέπει να εναποθέτουν τις ελπίδες τους στον Μακρόν για να τους στηρίξει και να μην πληγούν από τις περικοπές σε ζωτικά γι’ αυτούς κονδύλια.