Υπάρχει ένας τρόπος να γνωρίσει κανείς τη μουσική, όχι μέσα από παρτιτούρες, αλλά μέσω της οδού που την «εμπεριέχει». Ο γερμανός μουσικός, κλασικός τραγουδιστής και πολυοργανίστας Τομπίας Σλιρφ, ο οποίος ειδικεύεται στην παλαιά (μεσαιωνική και αναγεννησιακή) καθώς και στη σύγχρονη μουσική, το έκανε πράξη. Περπάτησε 900 χιλιόμετρα στον Δρόμο του Αγίου Ιακώβου, εκεί όπου εδώ και αιώνες τα βήματα των προσκυνητών χαράζουν μια διαδρομή πίστης, συνάντησης κι εσωτερικής αναζήτησης, με στόχο να φτάσουν στον καθεδρικό ναό του Σαντιάγο δε Κομποστέλα στη Βορειοδυτική Ισπανία, στον οποίο φυλάσσονται τα λείψανα του Αγίου Ιακώβου.
Η μουσική του γεννιόταν στις στάσεις του ταξιδιού, ανάμεσα σε τοπία και στιγμές που κατέγραφε ο 23χρονος γιος του με την κάμερά του, μετατρέποντας την περιπλάνηση σ’ ένα προσωπικό οπτικοακουστικό ημερολόγιο. Αυτό το σύνθετο εγχείρημα θα ξεδιπλωθεί στις 29 Νοεμβρίου στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στην παράσταση «Camino Medieval: Το μακρύ οδοιπορικό της πίστης», στο πλαίσιο των Ημερών Παλαιάς Μουσικής, σε καλλιτεχνική επιμέλεια Μάρκελλου Χρυσικόπουλου. Με τη φωνή και τα μεσαιωνικά όργανά του, ο δημιουργός θα αναμετρηθεί ξανά με τις μελωδίες που συνόδευσαν τον δρόμο του, ενώ οι εικόνες από τη διαδρομή θα επαναφέρουν στη σκηνή τον τόπο και τη στιγμή της δημιουργίας τους.
900 χιλιόμετρα
«Οταν μου τηλεφώνησε ο Μάρκελλος, ήταν ανήμερα την πέμπτη επέτειο του θανάτου του πατέρα μου, ο οποίος είχε κάνει αυτή τη διαδρομή έξι φορές και είχε ενθουσιαστεί. Υπήρξε ένα ταξίδι ζωής για εκείνον. Για μένα ήταν πολύ δύσκολο να καταλάβω πραγματικά τι ήταν αυτό που τον έκανε να νιώθει έτσι. Το είδα σαν σημάδι. Από την πρώτη στιγμή δεν είχα καμία αμφιβολία ότι ήθελα να κάνω όλο το εγχείρημα και να βιώσω κάτι που να συνδέεται με ό,τι άκουγα τόσα χρόνια. Ηθελα να έχω την πλήρη εμπειρία», αναφέρει ο Τομπίας Σλιρφ μιλώντας στα «Πρόσωπα».
Με οδηγό το παράδειγμα του πατέρα του που ήταν δεινός αλπινιστής όπως κι ο ίδιος, ο γερμανός μουσικός άρχισε να προετοιμάζει το δικό του προσκύνημα, αναζητώντας από την αρχή έναν τρόπο να συνδέσει τη σωματική δοκιμασία της πορείας με την καλλιτεχνική της διάσταση. «Εγώ κουβαλούσα ένα σακίδιο 17 κιλών, με το οποίο μετέφερα τη βιέλα (σ.σ.: μεσαιωνικό και αναγεννησιακό έγχορδο μουσικό όργανο που παίζεται με δοξάρι), κι ο γιος μου ένα σακίδιο 13 κιλών, όπου υπήρχε κι ένας υπολογιστής. Πιστεύαμε ότι θα μπορούσαμε να μοντάρουμε τα βίντεο και να στέλνουμε αναφορές. Αλλά είναι δύσκολο να δημιουργείς μουσική, να γυρίζεις βίντεο και να περπατάς 10 ώρες την ημέρα. Τις περισσότερες φορές περπατούσαμε 30 με 40 χιλιόμετρα καθημερινά. Συνολικά, κάναμε περισσότερα από 900 χιλιόμετρα, για πέντε εβδομάδες, από τις 22 Απριλίου έως τις 22 Μαΐου. Περπατήσαμε από τα γαλλικά σύνορα στο Σεντ Ζαν Πιερ ντε Πορ μέχρι τη Φιστέρα, που είναι 90 χιλιόμετρα μετά το Σαντιάγο δε Κομποστέλα, στο τέλος του γνωστού κόσμου κατά τη μεσαιωνική εποχή. Ακολουθήσαμε την κλασική διαδρομή μέσα από τα Πυρηναία, επειδή περνούσε από το Μπούργκος. Ηθελα να συμπεριλάβω την περιοχή επειδή εκεί βρίσκεται ένα μοναστήρι το οποίο φιλοξενεί ένα από τα σημαντικότερα φεστιβάλ μεσαιωνικής μουσικής. Η ιδέα ήταν να περπατάμε και να δίνουμε κάτι σαν μικρές συναυλίες. Ο γιος μου έπαιζε τη μελόντικα – από ελληνική μουσική μέχρι τζαζ – ενώ περπατούσε, όπως κι εγώ φλάουτο· γι’ αυτό όλοι μάς γνώριζαν στη διαδρομή. Επειδή όμως εγώ είχα και τη βιέλα, έπρεπε ν’ αναζητώ μέρη για να σταματήσω και να παίξω. Κάποιες φορές η συναυλία διαρκούσε ώρες κι επειδή καθυστερούσαμε, δεν μπορούσαμε να βρούμε μετά ένα ωραίο μέρος για διανυκτέρευση. Δεν περίμενα συνήθως να έχω ακροατήριο. Σε κάποιες περιπτώσεις είχα πραγματική παρέα, σε άλλες ήμουν μόνος», θυμάται ο ίδιος.
Προκειμένου να ολοκληρώσει τη διαδρομή, ο συνθέτης έπρεπε ν’ αντιμετωπίσει τις προσωπικές δοκιμασίες του, τις στιγμές κόπωσης κι αμφιβολίας όταν το σώμα του έμοιαζε να ζητά να σταματήσει. Κι όμως, μέσα στην κούραση και τ’ ατελείωτα βήματα, κατάφερε να βρει έναν άλλο δρόμο που δεν τον οδήγησε στον προορισμό του μόνο, αλλά και σε βαθύτερες αναζητήσεις. «Συνήθως είμαι λίγο σκεπτικιστής με τα ζητήματα της θρησκείας. Κάνω γιόγκα κι έχω μια διαφορετική προσέγγιση. Η μουσική για μένα είναι εργαλείο για να βρίσκω τον πνευματισμό. Οπότε, ήταν μια πρόκληση να διανύσω τα 900 χιλιόμετρα του προσκυνήματος και να συνδεθώ με τους ανθρώπους που εδώ κι αιώνες βαδίζουν αυτόν τον ίδιο δρόμο. Σου προσφέρει μια εντελώς διαφορετική εκτίμηση των πραγμάτων αυτή η διαδρομή. Είναι υπέροχο να μπορείς να ζεις την εμπειρία. Οι άνθρωποι είμαστε φτιαγμένοι για περπάτημα, ακόμα κι όταν προκύπτουν προβλήματα. Εγώ έπρεπε να προσαρμόσω το βάδισμά μου για ν’ αντιμετωπίσω τις ενοχλήσεις στο γόνατο, ενώ ο γιος μου είχε αποκτήσει φουσκάλες στα πέλματά του από την πρώτη κιόλας ημέρα. Συναντήσαμε στον δρόμο πολλούς ανθρώπους με σοβαρά προβλήματα υγείας. Ολα είναι όμως δυνατά, κι αυτό είναι ένα μήνυμα ζωής. Δεν είναι κάτι ιερό, αλλά κάτι που πρέπει να ζήσεις ο ίδιος για να μοιραστείς τις εμπειρίες. Ο καθένας στη διαδρομή έχει διαφορετικά κίνητρα. Ο καθένας ψάχνει κάτι άλλο, αλλά η εμπειρία είναι μοναδική και θα την επιχειρήσω επίσης στο μέλλον», τονίζει ο μουσικός.
Στην αθηναϊκή συναυλία
Ολα όσα έμειναν από τη διαδρομή στον Τομπίας Σλιρφ καλείται τώρα να τα μεταφέρει στη σκηνή, όχι απλώς ως ανάμνηση της πορείας, αλλά ως το άυλο αποτύπωμα ενός βιώματος που δύσκολα χωράει σε λέξεις. «Τώρα ονειρεύομαι να δημιουργήσω ένα προϊόν που θα μπορώ να παρουσιάσω και σε άλλα μέρη. Ισως ακόμα και να το δείχνω καθ’ οδόν σε μια πιο συμπυκνωμένη μορφή. Στη συναυλία της Λυρικής θα έχω πολλά μεσαιωνικά όργανα, όπως άρπα, βιέλα, οργάνιστρο και οργανέτο. Η βιέλα συγκεκριμένα συνδέεται με τον ναό του Αγίου Ιακώβου, αφού οι άγγελοι στα αγάλματά του εμφανίζονται να την παίζουν. Θέλω να δημιουργήσω την εντύπωση ότι υπάρχει ένα μικρό συγκρότημα στη συναυλία. Δεν θα είμαι μόνος μου στη σκηνή, αφού θα έχω τη συντροφιά των οργάνων μου. Θα παίξω έργα από τον κώδικα Calixtinus και τον κώδικα Las Huelgas μαζί με άλλα από τους τροβαδούρους του 12ου αιώνα, όπου βρίσκονται η προέλευση και η απαρχή αυτής της ιδέας του προσκυνήματος, όπως του Γουλιέλμου Θ΄ της Ακουιτανίας και του Θεοβάλδου της Ναβάρρας. Θα παίξω επίσης δική μου μουσική που σχετίζεται κατά κάποιο τρόπο με τη διαδρομή με στίχους που με εκφράζουν. Θα τραγουδήσω με διαφορετικές φωνές, από βαθιά φωνή έως κόντρα τενόρος που ξεκίνησα την καριέρα μου», δηλώνει ο δημιουργός, ο οποίος ήρθε στην Ελλάδα για έναν έρωτα κι έμεινε στη χώρα μας ακόμα κι όταν αυτός τελείωσε, για να αναζητήσει έναν μεγαλύτερο με τη μουσική. «Παράλληλα, θα παίζουν τα βίντεο με τη μουσική που έπαιζα στο ταξίδι. Στη σκηνή θα έχουμε κοχύλια που φέραμε μαζί μας από την Ισπανία, το σύμβολο του προσκυνήματος, τα οποία θα μοιράσουμε στους θεατές. Θέλω να τους δώσω κάποιες από τις πολλές εικόνες από τη διαδρομή, την ομορφιά των τοπίων, των εκκλησιών, των μοναστηριών, των βράχων και των κάστρων. Να νιώσουν επίσης την ομορφιά της μεσαιωνικής μουσικής και ποίησης. Οι στίχοι είναι τόσο μακρινοί αλλά και τόσο σύγχρονοι. Σαν ένα αγαπημένο πρόσωπο που είναι τόσο επιθυμητό αλλά και τόσο απρόσιτο. Δημιουργεί αυτή η ποίηση πολύ όμορφες εικόνες, όπως και η μουσική που είναι πολύ αρχαϊκή αλλά έχει μια ρομαντική διάσταση ή μια γλύκα που πάντα με συγκινούσε. Στη συναυλία θα χρησιμοποιήσω, τέλος, και κάποια κείμενα από καθολικές εκκλησιαστικές λειτουργίες. Αμφιβάλλω αν θα μπορέσουν όλα αυτά να μεταδώσουν την ιδέα του προσκυνήματος, αλλά εγώ θα προσπαθήσω να κάνω ωραία μουσική και να έχω όλες τις αισθήσεις και τις εκπλήξεις ως αποσκευές», καταλήγει ο Τομπίας Σλιρφ.