Κώστας Σταχτής: Ένας λαγός από το καπέλο

Είτε το θέλουμε είτε όχι ο Ταχτσής υπήρξε ο συγγραφέας του ενός μυθιστορήματος. Μα την ίδια στιγμή αυτό δεν είναι αλήθεια. Καθώς περνάνε τα χρόνια καταλαβαίνει κανείς πως το «Τρίτο στεφάνι» ήταν τελικά ένας χάρτινος μαγνήτης που είχε φτιαχτεί για να κολλήσει πάνω του οτιδήποτε είχε γράψει περιφερειακά ο Ταχτσής και δεν ήθελε με τίποτα να χαθεί. Μερικές φορές η περιφέρεια είναι το κέντρο.

Παρ’ όλο που οι αναγνώστες αγάπησαν δικαίως αυτό το σπουδαίο μονοφωνικό μυθιστόρημα, που ήταν ευλογία και μαζί κατάρα για την ελληνική λογοτεχνία, ήταν πολύ αφελείς για να καταλάβουν πως είχαν πέσει στην παγίδα. Γιατί το συγγραφικό πρόγραμμα του Ταχτσή ήταν περισσότερο περίπλοκο και τολμηρό απ’ όσο θα άντεχαν. Το αναγνωστικό κοινό λειτουργεί συνήθως παραδοσιακά. Σχεδόν συντηρητικά.

Μέσα από τη μόνιμη δυσκολία του να γράψει το επόμενο μυθιστόρημα, ο Ταχτσής άφησε πίσω του ένα ανολοκλήρωτο σώμα δουλειάς που μ’ έναν μαγικό τρόπο αποτελεί ένα από τα πλέον ολοκληρωμένα στα ελληνικά γράμματα και περιλαμβάνει σχεδόν τα πάντα: διηγήματα, προσωπικές αφηγήσεις, ημερολόγια, αυτοβιογραφία, αλληλογραφία, συνεντεύξεις, κείμενα για άλλους καλλιτέχνες, μεταφράσεις, κριτική. Κι όλα αυτά σε απλά ελληνικά που έρρεαν λες και είχαν γραφτεί με τη μία, χωρίς καμιά επεξεργασία. Με την αμεσότητα ενός ξυραφιού που κόβει.

Ο Ταχτσής ήταν ένας ευρωπαίος συγγραφέας ακόμα κι αν δεν τον κατανόησαν στην Ευρώπη. Δεν μπορώ να σκεφτώ κάποιον άλλον δικό μας συγγραφέα που να ήταν τόσο εκτεθειμένος στην ευρωπαϊκή παράδοση και ταυτόχρονα να βρίσκεται πεισματικά ριζωμένος στην ελληνική πραγματικότητα. Ισως μόνο τη Μαργαρίτα Καραπάνου που επίσης δυσκολευόταν να γράψει.

Πάντως ο συγγραφικός τρόπος του Ταχτσή φαίνεται πως προέβλεψε την εποχή μας. Οχι επειδή τα κείμενά του θα μπορούσαν άνετα να ενταχθούν στην πρόσφατη «σχολή» της αυτομυθοπλασίας, όπως σωστά γράφει ο Δημήτρης Παπανικολάου, επιμελητής του αδημοσίευτου κειμένου που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Αλλά επειδή η συγγραφική του αγωνία μοιάζει με μια ετεροχρονισμένη αντίδραση στη σύγχρονη λογοτεχνική, και όχι μόνο, φλυαρία, την έπαρση της παραγωγής, τη δικτατορία του ολοκληρωμένου έργου, την εξουσία της γλώσσας.  Σ’ έναν κόσμο που όλοι πια πολυλογούν, οι πραγματικοί συγγραφείς αρνούνται να γράψουν. Οχι επειδή δεν μπορούν. Επειδή δεν θέλουν: «Τι εννοείς ποιο είναι το πρόβλημα! Το πρόβλημα είναι ότι όλοι αυτοί οι μαλάκες γράφουν, ενώ εγώ δεν μπορώ, ΕΓΩ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΓΡΑΨΩ».

Εκεί λοιπόν που άλλους συγγραφείς, πολυγραφότατους ή μη, προσπαθούμε να τους ξεχάσουμε, τον Ταχτσή προσπαθούμε να τον τεντώσουμε μήπως βγάλει κι άλλους λαγούς από το μανίκι του. Ετσι το έργο του συνεχίζει να διαστέλλεται και ο ίδιος να μας «εκπλήσσει από τον τάφο» (όπως είχα διαβάσει κάπου με αφορμή ένα επίσης αδημοσίευτο μυθιστόρημα του Μπολάνιο). Κάτι που συνέβη με το «Αλλο κρεβάτι».

Βρέθηκε σε μια πλαστική σακούλα το 2023. Γράφτηκε τη δεκαετία του ’80. Δεν είναι παραπάνω από εβδομήντα σελίδες. Πρόκειται για ένα ημιτελές μυθιστόρημα δομημένο σε έξι κεφάλαια κι ένα ακόμα που μοιάζει με αιώρηση. Αν αυτό το ντοσιέ δεν είχε βρεθεί στα σκόρπια χαρτιά του Ταχτσή, θα είχε πεταχθεί στα σκουπίδια από κάποιον απόγονο. Φέτος το αρχείο του μεταφέρθηκε στη θαλπωρή της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Ομολογώ πως δεν ξέρω ποια θα ήταν η κατάλληλη θέση για τα κατάλοιπα ενός συγγραφέα που περιφρονούσε τις επισημότητες.

Ο Ταχτσής ήταν πολύ φιλόδοξος αλλά είχε και μια μόνιμη μελαγχολία όταν παρατηρούσε τα πράγματα γύρω του. Ηταν οξυδερκής και ειλικρινής. Ηταν επικίνδυνος. Δεν ήταν η ζωή του επικίνδυνη αλλά η σκέψη του. Αν ζούσε στις μέρες μας, θα εξακολουθούσε να είναι ενοχλητικός. Δεν νομίζω πως θα προσαρμοζόταν σε οποιαδήποτε τρέχουσα ατζέντα. Καμιά φορά σκέφτομαι πως δολοφονήθηκε επειδή ήταν απλώς απρεπής.

Ολα τα παραπάνω επιβεβαιώνονται ξανά στο «Αλλο κρεβάτι». Με πρόσχημα μια σειρά συνεδριών ψυχανάλυσης στη Νέα Υόρκη, ο Ταχτσής αφηγείται κομμάτια από τη ζωή του. Τα ταξίδια του, τις ευκαιριακές του δουλειές, τη νυχτερινή ζωή του: όταν φορούσε γυναικεία ρούχα και ψωνιζόταν στην Αυστραλία προκειμένου να έχει το πρωί χρόνο για να γράφει. Οπως λέει ο ίδιος, δεν είχε ηθικές αναστολές. Η μόνη του ηθική ήταν το γράψιμο. Οι περισσότεροι πιστεύουν πως μια ζωή στα άκρα τροφοδοτεί το γράψιμο. Κάνουν λάθος. Το αιχμηρό γράψιμο είναι αυτό που σε οδηγεί σε μια ζωή στην κόψη του ξυραφιού.

Αν δεν έγραφε με τέτοια ένταση, πιθανότατα να είχε αγοράσει εκείνο το σπιτάκι και να ζούσε ήσυχα, γράφοντας ένα βιβλίο ανά δύο χρόνια, να ήταν φιλικός με το σινάφι και να μάζευε βραβεία. Τώρα βέβαια θα είχε ξεχαστεί. Προτίμησε το αντίθετο. Μόλυνε την ελληνική λογοτεχνία με ένα μυθιστόρημα που γέννησε φριχτούς επιγόνους, αφού μπέρδεψαν το λαχάνιασμα με τη φλυαρία, και άφησε το κοινό του ερεθισμένο, λες και ήταν ο χειρότερος πελάτης, να περιμένει το επόμενο. Που δεν ήρθε ποτέ. Ο Ταχτσής, δύσπιστος με τις λέξεις, άφησε φεύγοντας ένα έργο σαν επιφώνημα επιβάλλοντας όμως στον καθένα να το ακούσει: «Στιγμές-στιγμές μού φαίνεται πως δεν μου μένουν πια παρά μονάχα μερικά επιφωνήματα».

Ισως γι’ αυτό το έβδομο και τελευταίο κεφάλαιο είναι το πιο συναρπαστικό από όλα. Κάτω από το νούμερο 7, δεν υπάρχουν λέξεις. Υπάρχει το λευκό κενό της σελίδας. Ομως το έβδομο κεφάλαιο γράφτηκε. Μόνο που εμείς είμαστε πολύ αφελείς για να το δούμε.