Τι μπορεί να συμβεί όταν έξι άγνωστοι καθίσουν γύρω από ένα έργο τέχνης;

Μέσα σε έναν κόσμο που κατακερματίζεται από πολέμους, φόβο, πολιτικές και κοινωνικές διενέξεις, η Παυλίνα Βαγιωνή επιλέγει να κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Απέναντι ακριβώς από την είσοδο της κεντρικής έκθεσης (Αρσενάλε) της 61ης Μπιενάλε της Βενετίας – μια διοργάνωση στην οποία κυριαρχούν η πολιτική ένταση και οι δημόσιες αντιπαραθέσεις – παρουσιάζεται τη δική της εικαστική πρόταση σε εντελώς διαφορετικό κλίμα. Δημιουργεί έναν χώρο εμπειρίας, όπου ο θεατής καλείται να περάσει από την αίσθηση του διαχωρισμού σε εκείνη της κοινής παρουσίας, υπό τον τίτλο «Οικείωσις»  σε επιμέλεια δρος. Λόρα Ογκούστα. 

 Αντλώντας στοιχεία από την προσωκρατική σκέψη, τη στωική φιλοσοφία, τη μουσική, τον ήχο και τη σωματική συμμετοχή, η ελληνίδα  διεπιστημονική καλλιτέχνις που ζει μεταξύ Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών δημιουργεί μια πολυαισθητηριακή διαδρομή, που αποτελεί και την πρώτη δράση του ιδρύματος «Ελληνική Διασπορά» εκτός ελληνικών συνόρων. Από το Νείκος, την εμπειρία του κατακερματισμού, έως τη Φιλότητα, τη δύναμη που ενώνει τα επιμέρους στοιχεία σε ένα κοινό σύνολο, διερευνά τι σημαίνει να βρισκόμαστε πραγματικά μαζί. 

Μιλήσαμε μαζί της για τη συν-παρουσία, τη μνήμη του σώματος, τη σχέση τέχνης και τεχνολογίας, αλλά και για το πώς η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει ως ένας χώρος εγγύτητας σε έναν κόσμο που συχνά μας εκπαιδεύει στην απόσταση.

Στην έκθεσή σας το «ανήκειν» δεν παρουσιάζεται ως ταυτότητα αλλά ως εμπειρία. Πιστεύετε ότι σήμερα έχουμε χάσει την ικανότητα να αισθανόμαστε πραγματικά μέρος ενός κοινού κόσμου;

Δεν θα έλεγα ότι την έχουμε χάσει. Έχουμε μάθει να την αγνοούμε. Έχουμε μάθει να την αγνοούμε. Ζούμε σε μια εποχή που μας πιέζει να ορίζουμε με ακρίβεια ποιοι είμαστε: σε ποια ομάδα, σε ποια θέση, σε ποια άποψη ανήκουμε. Αυτό είναι ένα είδος «ανήκειν» που δηλώνεται. Υπάρχει όμως και ένα άλλο, που δεν χρειάζεται όνομα. Για παράδειγμα, δύο άγνωστοι περπατούν στο δρόμο, βλέπουν κάτι αστείο να συμβαίνει μπροστά τους, ανταλλάσσουν ένα βλέμμα και χαμογελούν, δίχως λέξη. Για μια στιγμή είναι συντονισμένοι μέσα σε ένα κοινό συναίσθημα. Αυτό βιώνεται απλά, χωρίς να χρειάζεται κανείς να γνωρίζει κάτι για τον άλλον. Σήμερα τέτοιες στιγμές γίνονται σπάνιες. Όχι επειδή έχουμε γίνει αδιάφοροι, αλλά επειδή ο θόρυβος, η ταχύτητα και η συνεχής ανάγκη να ξεχωρίσουμε δεν αφήνουν χώρο να αναπτυχθούν. Η έκθεση προσπαθεί να είναι ένας τέτοιος χώρος. Συνομιλεί με τη φετινή Biennale και τη μετατόπισή της προς τους «χαμηλούς τόνους». Δημιουργεί τις συνθήκες ώστε ο επισκέπτης να ξαναβρεί ένα κομμάτι του εαυτού του. Αόρατο, ήσυχο, και τόσο αναγκαίο.

Χρησιμοποιείτε συχνά την έννοια της συν-παρουσίας. Τι είναι αυτό που μπορεί να συμβεί ανάμεσα σε αγνώστους μέσα σε έναν εκθεσιακό χώρο και δεν μπορεί να συμβεί στην καθημερινή κοινωνική ζωή;

Στην καθημερινή ζωή η σιωπή ανάμεσα σε αγνώστους θεωρείται αμήχανη. Πρέπει να γεμίσει. Στο μετρό, στην ουρά, στην καφετέρια κοιτάμε αλλού, αποφεύγουμε το βλέμμα του άλλου και συνήθως κοιτάμε την οθόνη του κινητού μας. Δεν επιτρέπεται να σταθούμε δίπλα σε κάποιον άγνωστο, σιωπηλοί, χωρίς αφορμή. Στον εκθεσιακό χώρο όμως αυτή η σιωπή γίνεται αποδεκτή. Μπορεί να επιμηκυνθεί, να αναπνεύσει, να γίνει αυτό που πραγματικά είναι: μια κατάσταση συν-παρουσίας χωρίς προϋποθέσεις. Στη Φιλότητα έξι επισκέπτες κάθονται γύρω από μια εξάγωνη κατασκευή με καθρέπτες, σε ζεστά καθίσματα από αλάτι. Είναι κοντά ο ένας στον άλλον, στραμμένοι προς το κέντρο. Κανείς όμως δεν τους ζητάει να μιλήσουν ή να γνωριστούν. Στην αρχή παρατηρώ μια μικρή αμηχανία. Κάποιοι ρίχνουν τα βλέμματα προς τα κάτω. Άλλοι διστάζουν να καθίσουν. Το έργο τους περιμένει για δεκαπέντε δευτερόλεπτα πριν ξεκινήσει ο ήχος και η εικόνα, για να τους δώσει χρόνο να επιβραδύνουν. Και μέσα σε λίγο παραπάνω από ένα λεπτό, οι άμυνες πέφτουν. Κάποιοι κλείνουν τα μάτια. Κάποιοι χαμογελούν. Αλλού τέτοιες στιγμές διαλύονται, ενώ εδώ έχουν κάπου να ριζώσουν. Ο ρόλος μου είναι να φτιάχνω τις συνθήκες και τα υπόλοιπα τα ολοκληρώνουν οι ίδιοι οι επισκέπτες.

Το έργο σας ενεργοποιείται πλήρως μόνο μέσα από την παρουσία των επισκεπτών. Τι σημαίνει για εσάς αυτή η μετατόπιση από το αυτόνομο αντικείμενο στη συμμετοχική εμπειρία;

Για μένα, κανένα έργο τέχνης δεν είναι ποτέ πραγματικά αυτόνομο αντικείμενο. Ακόμη και ένας πίνακας ή ένα γλυπτό μένει σαν ένα ημιτελές αντικείμενο στο εργαστήριο, μέχρι να συναντήσει το βλέμμα κάποιου. Αυτή η πεποίθηση με συνοδεύει σε όλη μου την πορεία. Και στα δύο έργα της έκθεσης, αυτό που αλλάζει δεν είναι η ίδια η ανάγκη για τον θεατή, αλλά η μορφή που παίρνει η συμμετοχή του. Δεν αρκεί το βλέμμα. Χρειάζεται το σώμα. Στο Νείκος, ο επισκέπτης βλέπει τον εαυτό του διαιρεμένο σε δεκάδες αντανακλάσεις μέσα στις εσωτερικές επιφάνειες του διαφανούς κύβου. Χωρίς αυτόν, το έργο είναι μόνο γεωμετρία. Με την παρουσία του, γίνεται η εμπειρία του κατακερματισμού. Στη Φιλότητα, ο ήχος και το φως ξεκινούν μόνο όταν κάποιος καθίσει. Και στα δύο έργα η μετάβαση είναι από το βλέμμα στην ενσώματη παρουσία. Αυτό σημαίνει για μένα να εγκαταλείψω εν μέρει τον έλεγχο που έχω πάνω στα έργα. Στο Νείκος δεν μπορώ να προβλέψω σε ποιες γωνίες θα κινηθεί κάθε επισκέπτης, ούτε ποια κομμάτια του εαυτού του θα δει. Στη Φιλότητα δεν ξέρω ποιοι θα συναντηθούν εκεί κάθε φορά, ούτε τι θα δημιουργηθεί ανάμεσά τους. Ξέρω μόνο ότι κανείς δεν θα έχει ζήσει την ίδια έκθεση με κανέναν άλλον.

Η χρήση του αλατιού στην έκθεση παραπέμπει ταυτόχρονα σε ίαση, φθορά και διατήρηση. Πώς προέκυψε αυτό το υλικό και τι συμβολικό βάρος κουβαλά για εσάς;

Το αλάτι έχει για μένα προσωπική σημασία. Στην προσωπική μου ζωή είναι παρόν εδώ και χρόνια, μέσα σε πρακτικές φυσικής θεραπείας όπως το Ρέικι. Όταν άρχισα να σκέφτομαι τη Φιλότητα, το αλάτι ήταν ήδη εκεί. Οικείο και δοκιμασμένο. Με γοητεύει εδώ και χρόνια ως υλικό αντιφάσεων. Είναι θεραπευτικό και διαβρωτικό. Αρχέγονο και ευμετάβλητο. Διατηρεί τη μνήμη όσων χάνονται και ταυτόχρονα διαλύεται κάτω από νερό. Παραπέμπει στο σώμα, στα δάκρυα, στη θάλασσα, στις τελετές καθαρμού. Η συγκεκριμένη απόφαση να μπει στη Φιλότητα ήρθε όταν έβαλα στον εαυτό μου την ερώτηση: αν η αγάπη ήταν μια σωματική αίσθηση, ποια θα ήταν; Ρώτησα και άλλους γύρω μου. Όλοι απάντησαν: ζεστασιά. Έπρεπε λοιπόν να βρω ένα υλικό που να την προσφέρει. Όχι όμως οποιοδήποτε. Ένα ύφασμα, ένα ξύλο, ακόμα και ένα μέταλλο μπορούν να ζεσταθούν. Δεν θα είχαν ποτέ την ίδια συμβολική πυκνότητα. Επιπλέον, κανείς δεν περιμένει ζεστασιά από αλάτι. Το συνδέουμε με κάτι ψυχρό, ορυκτό, στατικό. Όταν λοιπόν το ίδιο υλικό σε ζεσταίνει, η ίδια η αντίφαση γίνεται μέρος της εμπειρίας. Το αλάτι Ιμαλαΐων έχει επιπλέον μια ιδιότητα που κανένα άλλο υλικό δεν δίνει. Φωτισμένο από μέσα, οι φλέβες του λάμπουν σε αποχρώσεις του ρόδινου και του κεχριμπαρένιου. Είναι παρόμοιες με αυτές που βλέπει ένα έμβρυο όταν κοιτάει μέσα από την κοιλιά της μητέρας του. Όταν ένας επισκέπτης μου είπε για το έργο «είναι σαν μήτρα», κατάλαβα ότι το υλικό ολοκλήρωσε το σκοπό του. Άλλωστε ο τίτλος Οικείωσις έρχεται από τη λέξη οίκος, σπίτι, εστία. Και το πρώτο σπίτι όλων μας είναι η μήτρα. Τα κομμάτια που έβαλα στο έργο έχουν εκατομμύρια χρόνια ζωής. Κάποτε ήταν θάλασσα. Φέρουν μέσα τους έναν ωκεανό που πέτρωσε. Όμως αρκεί ένα σώμα να καθίσει πάνω τους για να ενδώσουν λίγο. Μέχρι τον Οκτώβριο, τα καθίσματα θα είναι πιο λεία, πιο χαμηλά σε ύψος, καθώς θα φέρουν το αποτύπωμα όλων αυτών που κάθισαν πάνω τους. Μια γλυκιά μελαγχολία απώλειας και μνήμης μαζί.

Στη δουλειά σας η τεχνολογία δεν εμφανίζεται ως ψυχρό εργαλείο αλλά ως φορέας συναισθήματος και εγγύτητας. Θεωρείτε ότι η σύγχρονη τέχνη μπορεί ακόμη να επανανοηματοδοτήσει τη σχέση μας με την τεχνολογία;

Η τεχνολογία είναι ένα εργαλείο. Τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο. Όπως κάθε εργαλείο, μπορεί να χτίσει ή να γκρεμίσει, ανάλογα με την πρόθεση εκείνου που τη χρησιμοποιεί. Η τέχνη είναι ένας από τους ελάχιστους χώρους όπου η τεχνολογία μπορεί ακόμη να μπει στην υπηρεσία της ανθρώπινης παρουσίας, αντί να μας απομακρύνει από αυτήν. Κάποιοι καλλιτέχνες δουλεύουν την παράξενη όψη της. Εμένα με ενδιαφέρει το αντίθετο. Δηλαδή η τεχνολογία σαν όχημα για να ξαναβρούμε το μαγικό στη ζωή μας. Ο ίδιος αλγόριθμος που μας αποσπά καθημερινά μπορεί, με διαφορετική πρόθεση, να μας βοηθήσει να

Επισήμως η Biennale φέτος προσανατολιζόταν σε «χαμηλούς τόνους», αλλά τελικά εξελίσσεται σε μια ιδιαιτέρως φορτισμένη πολιτικά ατμόσφαιρα. Πώς συνομιλεί το έργο σας με αυτό το περιβάλλον;

Η Οικείωσις παρουσιάζεται παράλληλα με την Biennale, σε διάλογο με αυτήν αλλά εκτός του επίσημου προγράμματος. Το έργο εκτυλίσσεται σε δύο χώρους. Το Νείκος ενσαρκώνει την εμπειρία της διαίρεσης. Η Φιλότητα προσφέρει το αντίθετο: ζεστασιά και κοινή παρουσία. Οι δύο χώροι μαζί σχηματίζουν μια διαδρομή από τη δυσαρμονία προς την αρμονία. Πολλά πράγματα γύρω μας μάς ωθούν να απομακρυνθούμε ο ένας από τον άλλον. Πόλεμοι, διαιρέσεις, φόβος, η συνεχής επανεκπαίδευσή μας στη δυσπιστία. Η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει σαν αντίβαρο. Να μας θυμίσει ότι η εγγύτητα δεν είναι πολυτέλεια αλλά ζωτική συνθήκη. Η πολιτική αναταραχή γύρω από την Biennale είναι πραγματική, και υπάρχουν πολλοί τρόποι να συνομιλήσουν οι καλλιτέχνες μαζί της. Αυτό που μπορώ να προσφέρω είναι το αντίθετο από αυτό που βλέπω να σκληραίνει γύρω μας. Δεν πρόκειται για τακτική απάντηση στη συγκυρία. Είναι η δουλειά που κάνω εδώ και χρόνια, και που η στιγμή την κάνει ίσως πιο αναγκαία. Στο ποίημά της, η Koyo Kouoh μίλησε για «τη ριζοσπαστικότητα της χαράς». Αυτό προσπαθώ να προσφέρω εδώ. Έναν τρόπο να μην ξεχάσουμε ότι μπορούμε ακόμα να βρισκόμαστε αρμονικά ο ένας με τον άλλον.

Αν έπρεπε να περιγράψετε την έκθεση όχι ως έννοια αλλά ως αίσθηση, τι θα θέλατε να πάρει μαζί του ο επισκέπτης φεύγοντας από τον χώρο;

Αυτό που θα ήθελα να πάρουν μαζί τους είναι ο ήχος με τον οποίο κλείνει το έργο Φιλότητα: το γέλιο ενός παιδιού. Η ίδια αναγνώριση με τους δύο άγνωστους που χαμογελούν στον δρόμο στην αρχή της συζήτησής μας, αλλά παλαιότερη. Το παιδί μας θυμίζει πως κι εμείς είμαστε παιδιά: της γης, των άστρων, ενός κόσμου που δεν διαιρείται. Μια ζέστη που μένει στο σώμα και μετά την έξοδο. Μια πιο αργή αναπνοή. Στο βιβλίο εντυπώσεων διάβασα από μια επισκέπτρια: «μια ανάσα φρέσκου αέρα». Αυτό αρκεί.

ΙΝFO

H έκθεση της Παυλίνας Βαγιωνή «Οικείωσις» πραγματοποιείται στο Spazio Tana 2127/A, στη Βενετία (απέναντι από την είσοδο της Αρσενάλε) Ώρες: Τρίτη – Κυριακή, 11:00–19:00. Έως τις 25 Οκτωβρίου.