ΕΝας από τους πιο δημοφιλείς ήρωες της αστυνομικής λογοτεχνίας και με συχνή παρουσία στον κινηματογράφο και την τηλεόραση της Γαλλίας, ο επιθεωρητής Ζιλ Μαιγκρέ των μυθιστορημάτων του Ζορζ Σιμενόν, επανέρχεται ανανεωμένος μέσω μιας νέας ταινίας, της «Ο επιθεωρητής Μαιγκρέ και η ερωμένη του πρέσβη» (Maigret et le mort amoureux, Γαλλία, 2026) του Πασκάλ Μπονιτζέρ.
Αν και το έργο γράφτηκε στη δεκαετία του 1950, ο Μπονιτζέρ τοποθετεί την ιστορία στα πρώτα χρόνια του νέου μιλένιουμ, ενώ ο Μαιγκρέ, με τη μορφή του Ντενί Πονταλιντές, αποκτά μια εντελώς αλλιώτικη εικόνα από αυτή που έχουν στο μυαλό τους όσοι γνωρίζουν τον ήρωα (στο παρελθόν τον έχουν υποδυθεί ηθοποιοί όπως ο Ζαν Γκαμπέν, ο Ζαν Ρισάρ, ο Μπρούνο Κρεμέρ, ο Ρόουαν Ατκινσον, ο Ζεράρ Ντεπαρντιέ κ.ά.). Ισως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο αυτής της ταινίας να είναι η ίδια η εικόνα του επιθεωρητή που με τη χαλαρά φορεμένη ρεπούμπλικα, την καπαρντίνα, τη λυμένη γραβάτα και την πίπα θυμίζει τύπο που προέρχεται από έναν τελείως άλλο κόσμο.
Είναι ένας δεινόσαυρος παγιδευμένος σε πράγματα και καταστάσεις που καταλαβαίνει μεν, αλλά τον υπερβαίνουν. Το ακόμα πιο ενδιαφέρον στοιχείο της συγκεκριμένης ταινίας είναι ότι ο Μαιγκρέ έχει στα χέρια του μια υπόθεση φόνου, σε έναν κόσμο ακόμα πιο παλιό από τον δικό του, ακόμα πιο μουχλιασμένο.
Οι εκπρόσωποι της αριστοκρατίας με τους οποίους συγκρούεται μοιάζουν βγαλμένοι από τον 19ο αιώνα, άκαμπτοι μπροστά στις συνήθειες και τα ταμπού τους, την ξεπερασμένη υπεροψία και τον αστείο σνομπισμό τους. Βέβαια, το ερώτημα που προκύπτει είναι αν η παρατηρητικότητα και το κοφτερό μυαλό του Μαιγκρέ μπορούν να βάλουν τα πράγματα στη θέση τους. Μήπως αυτός ο ασήμαντος επιθεωρητής που βρίσκεται στην πλευρά του νόμου είναι και ο ίδιος πιόνι ενός συστήματος που δεν μπορεί να σπάσει;
Χειροποίητο και ευφάνταστο
Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω πού μπορεί να πάει το μυαλό κάποιου ακούγοντας έναν τίτλο όπως «DJ Βοσκός» (DJ Ahmed, Βόρεια Μακεδονία, Τσεχία, Σερβία, Κροατία, 2025), πάντως ο τίτλος ταιριάζει πέρα για πέρα με το περιεχόμενο της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του Γκεόργκι Ουνκόφσκι που γεννήθηκε το 1988 στη Νέα Υόρκη, αλλά πέρασε τα περισσότερα χρόνια της παιδικής και εφηβικής του ηλικίας στη Βόρεια Μακεδονία.
Αυτό το συγκινητικό, «χειροποίητο» φιλμ κινείται κάπου ανάμεσα στην «ταινία ενηλικίωσης», το αγροτικό δράμα και την αισθηματική ταινία, ενώ παρακολουθεί την προσπάθεια του 15χρονου Αχμέντ (Αριφ Γιακούπ) να ξεφύγει από έναν καταπιεστικό πατέρα, να αφοσιωθεί με το πάθος του, τη μουσική και να κατακτήσει το κορίτσι με το οποίο είναι ερωτευμένος (Ντόρα Ακάν Ζλάτανоβα), αλλά που προορίζεται για άλλον.
Εκ πρώτης όψεως, η κοινοτοπία του θέματος «βγάζει» μάτι, όμως τελικά η ταινία σε κερδίζει χάρη στην προσγειωμένη σκηνοθεσία του Ουνκόφσκι, τις ερμηνείες των άπειρων αλλά αφοσιωμένων νεαρών ηθοποιών, το έντονο χρώμα της φύσης έτσι όπως αποτυπώνεται από τον φακό του Ναούμ Ντοκσέφσκι και τον ευφάνταστο συνδυασμό όλων των παραπάνω με την πρωτότυπη μουσική των Αλεν και Νενάντ Σινκαούζ.
Πέντε επανεκδόσεις
«Klute» (ΗΠΑ, 1971). Γνωστή στην Ελλάδα και με τον τίτλο «Η εξαφάνιση», αυτή η ταινία του Αλαν Τζ. Πάκουλα (1928-1998) είναι μια σχεδόν κλινική καταγραφή της έρευνας ενός ιδιωτικού ντετέκτιβ, του Τζον Κλουτ (Ντόναλντ Σάδερλαντ) προκειμένου να ανακαλύψει τα ίχνη μιας εξαφανισμένης γυναίκας. Μάλιστα, αυτή η καταγραφή υπήρξε στοιχείο αρκετά πρωτοποριακό για τα στάνταρντ της εποχής, αφού η λύση του μυστηρίου έρχεται σε δεύτερη μοίρα μπροστά στη διαδικασία της ίδιας της έρευνας.
Ακόμα πιο παράξενο, όμως, είναι ότι η έρευνα του Κλουτ μπαίνει επίσης στο περιθώριο όταν στην υπόθεση εισχωρεί η Μπρι Ντάνιελς (Τζέιν Φόντα, που εδώ κέρδισε το πρώτο Οσκαρ της), ένα επιτυχημένο κολ γκερλ της Νέας Υόρκης που γνώριζε τη γυναίκα η οποία εξαφανίστηκε. Ο Κλουτ θέλει να τη χρησιμοποιήσει προσπαθώντας να φτάσει στην αλήθεια, όμως η Μπρι Ντάνιελς ξεφεύγει τελείως από το κλισέ της γυναίκας – βοηθού του κεντρικού κινηματογραφικού ήρωα (που επίσης την ερωτεύεται). Η Μπρι είναι η ψυχή, η σάρκα και η καρδιά του «Klute» σε σημείο που αναρωτιέσαι για ποιο λόγο ο ξένος τίτλος φέρει το επώνυμο του ντετέκτιβ, την ώρα που το πιο ουσιώδες πρόσωπο της ιστορίας είναι το κολ γκερλ.
«Ας περιμένουν οι γυναίκες» (Ελλάδα, 1998) του Σταύρου Τσιώλη. Το χιούμορ και η συντροφικότητα, στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις περισσότερες ταινίες του Σταύρου Τσιώλη, κάνουν κάτι παραπάνω από έντονη την παρουσία τους στη δεύτερη ταινία της άτυπης «γυναικείας τριλογίας» του (ανάμεσα στις «Παρακαλώ γυναίκες μη κλαίτε», 1992 και «Γυναίκες που πέρασαν από δω», 2017).
Τρία μπατζανάκια και συνάμα φιλαράκια, ο Γιάννης Ζουγανέλης, ο Αργύρης Μπακιρτζής και ο Σάκης Μπουλάς, μιλούν για γκόμενες, μάχονται για τα πολιτικά και τσακώνονται για ποδόσφαιρο στη λίμνη Βόλβη, όπου έχουν σταματήσει για λίγο το ταξίδι τους, περιμένοντας την… ανάρρωση του πρώτου από το τραύμα του έρωτα. Τελικός προορισμός τους είναι η Θάσος, εκεί, όπου τους περιμένουν οι γυναίκες τους – και άφησέ τες να περιμένουν… Ο φακός του Νίκου Καψούρου «χαϊδεύει» με στοργή το ελληνικό τοπίο, αναζητώντας τη λάμψη χρωμάτων που σιγά σιγά ξεθωριάζουν, και οι τρεις πρωταγωνιστές προσφέρουν γενναιόδωρα τον καλύτερό τους εαυτό, διατηρώντας τις ισορροπίες ανάμεσα στη μεταξύ ανδρών πλάκα και τη βαθιά πίκρα.
«To εξπρές του μεσονυχτίου» (Midnight Express, 1978, ΗΠΑ). Στην προσπάθειά του να μεταφέρει έξω από τα σύνορα της Κωνσταντινούπολης μια σημαντική ποσότητα χασίς, ένας Αμερικανός τουρίστας (Μπραντ Ντέιβις) συλλαμβάνεται από τις Αρχές, περνά από μια δίκη – παρωδία και καταδικάζεται σε ισόβια κάθειρξη στις χειρότερες φυλακές του πλανήτη.
Η ταινία μοιάζει με σφοδρό κατηγορητήριο εναντίον της Τουρκίας, την οποία παρουσιάζει ως χώρα – κάτεργο, κάτι που οφείλεται κυρίως στο βραβευμένο με Οσκαρ σενάριο του μετέπειτα σκηνοθέτη Ολιβερ Στόοουν, βασισμένο στο αυτοβιογραφικό μπεστ σέλερ του Μπίλι Χέιζ, του ανθρώπου που βίωσε τα όσα περιγράφονται στο φιλμ. Μαζί με τη στομφώδη σκηνοθεσία του Αλαν Πάρκερ, το «Εξπρές του μεσονυχτίου» παρασύρει τον θεατή στον κόσμο ενός πέρα για πέρα λαϊκίστικου αλλά συγχρόνως ελκυστικού κινηματογραφικού θεάματος. Είναι πάντως κλασικό παράδειγμα υπερτιμημένης ταινίας που έγραψε Ιστορία (προκαλώντας μάλιστα θύελλα διαμαρτυριών στο Φεστιβάλ των Καννών όπου πρωτοπροβλήθηκε). Κέρδισε επίσης το Οσκαρ μουσικής (Τζόρτζιο Μορόντερ).
«Οι αρμονίες του Βερκμάιστερ» (Werckmeister harmóniákr, Ουγγαρία/Γερμανία/Ιταλία/Γαλλία, 2000). Με την εξαίρεση ενός μεγάλου αφιερώματος του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης στο έργο του Μπέλα Ταρ (1955-2026) που είχε γίνει στη δεκαετία του 1990, αυτή η ταινία του είναι η πρώτη που προβλήθηκε εμπορικά στη χώρα μας. Ασπρόμαυρο φιλμ, μακράς διάρκειας σεκάνς, σκιές, ομίχλη, μεγάλα «διαλείμματα» χωρίς διαλόγους· στοιχεία που μας βυθίζουν σε έναν κόσμο αδιευκρίνιστο και ασαφή, ενώ παρακολουθούμε την περιπλάνηση ενός αλαφροΐσκιωτου ταχυδρομικού υπαλλήλου σε μια περιοχή χωρίς όνομα, όπου κάποιο τσίρκο πρόκειται να δώσει παράσταση.
Τη μνήμη γαργαλούν οι χρόνοι των ταινιών του Αντρέι Ταρκόφσκι, η ποίηση εκείνων του Θόδωρου Αγγελόπουλου, ακόμα και οι περίφημες φάτσες του Φεντερίκο Φελίνι – τι αν όχι «φελινική» φιγούρα θυμίζει ο Λαρς Ρούντολφ που πρωταγωνιστεί; Ομως, οι «Αρμονίες του Βερκμάιστερ» δεν είναι κάτι απ’ όλ’ αυτά. Είναι προτιμότερο να δεχτεί κανείς την ταινία περισσότερο ως μια μυστηριακή βόλτα στοχασμού σε μια επίγεια κόλαση, υπό τους ήχους της υπέροχης, μελαγχολικής μουσικής του Μιχάλι Βιγκ.
«Michael» (Γερμανία, 1924) Κλασική περίπτωση ταινίας – ερωτικού τριγώνου, αλλά με πολύ έντονο το στοιχείο της ομοφυλοφιλίας σε μια εποχή κατά την οποία κάτι τέτοιο θεωρούνταν άκρως προκλητικό και σκανδαλώδες (δεκαετία του 1920), η έκτη ταινία του κορυφαίου Δανού σκηνοθέτη Καρλ Τέοντορ Ντράγιερ (1889-1968) είναι και μία από τις πιο συναισθηματικές του. Στον ρόλο του τίτλου, ο Γουόλτερ Σλέζακ υποδύεται το μοντέλο αλλά και ερωτικό «όνειρο» του Ζόρετ (Μπέντζαμιν Κρίστενσεν), ενός μεγαλύτερού του σε ηλικία ζωγράφου, ενώ το τρίτο πρόσωπο στην ιστορία είναι μια κόμησσα που έλκει τον Μίκαελ έτσι όπως ο Ζόρετ ελκύεται από εκείνον.
Αν παραβλέψουμε τη σκέψη ότι η έλξη του καλλιτέχνη προς τον Μίκαελ (του οποίου η υποτιθέμενη αμφιφυλοφιλία έχει σαφώς καιροσκοπικό υπόβαθρο) είναι τόσο σωματική όσο και κοινωνική, θα δούμε ότι η ταινία έχει την εικόνα μιας μάλλον συμβατικής, πικρόχολης ιστορίας δύο απατημένων συζύγων, σκηνοθετημένη με ασφυκτικό τρόπο από τον Ντράγιερ. Αυτή η λεπτών αποχρώσεων, γεμάτη σεξουαλικά και κοινωνικά υπονοούμενα, μουσειακή πλέον ταινία, είναι βασισμένη στο μυθιστόρημα του Χέρμαν Μπανγκ που εκδόθηκε το 1902.
Διαβάστε ακόμη: Ένας Οδυσσέας σε κατάθλιψη