Μία αναπάντεχη έκπληξη, που κατά κάποιο τρόπο σε πιάνει στον ύπνο, είναι η τελευταία κινηματογραφική εκδοχή της ομηρικής «Οδύσσειας» (The Odyssey, ΗΠΑ, 2026) που σκηνοθέτησε, σε δικό του (υποδειγματικό) σενάριο ο Κρίστοφερ Νόλαν. Αν και είναι σχεδόν βέβαιο ότι η ταινία θα προκαλέσει ενστάσεις σε αρκετό κόσμο, οι λόγοι αυτοί θα είναι μάλλον διαφορετικοί σε σχέση με το κινηματογραφικό «σώμα» της που είναι πραγματικά άρτιο.
Πρόκειται για μια εξαιρετικά προσεγμένη, τρομερά φιλόδοξη, πληθωρική παραγωγή που αντιμετωπίζει με τον πρέποντα σεβασμό το πρωτότυπο κείμενο και παράλληλα κάνει τις δικές της παρεμβάσεις – αλλαγές, κάτι φυσικό αφού μιλάμε για κινηματογράφο και στον κινηματογράφο οι συνθήκες είναι διαφορετικές από αυτές στη λογοτεχνία (κάτι που καλό θα ήταν να γνωρίζουν όσοι παρακολουθούν κινηματογράφο και διαβάζουν λογοτεχνία). Οι μελετητές της «Οδύσσειας» έχουν κάθε δικαίωμα να πεταλώνουν τον ψύλλο, προσπαθώντας να βρουν ατέλειες και «λάθη», όμως η ταινία δεν παύει να υπηρετεί το έπος του Ομήρου με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Μάλιστα οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε από την αρχή ότι οι τόνοι μελανιού και τα εκατομμύρια λέξεων σε ψηφιακά κείμενα που σπαταλήθηκαν για τα περί σκούρου χρώματος της Ωραίας Ελένης (Λουπίτα Νιόνγκο) ήταν μια… τρύπα στο νερό. Από την αρχή ανήκα σε εκείνους που προτιμούσαν να μην πουν κουβέντα αν δεν δουν πρώτα την ταινία – πόσο μάλλον να την απορρίψω. Και πράγματι, αν θέλουμε να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, όλος αυτός ο θόρυβος που προηγήθηκε έγινε απλώς για να γίνει, γιατί όπως πολύ καλά γνωρίζουμε, ούτως ή άλλως, πρέπει ντε και καλά να… γίνεται πάντα θόρυβος άπαξ και ένα κινηματογραφικό θέμα αφορά την Ελλάδα. Ε, λοιπόν, η κατάμαυρη Νιόνγκο ουδόλως προσβάλλει το έργο, πόσο μάλλον τον Ομηρο. Η φαιά ουσία των προφητών του γλυκού νερού, καταλήγει εις τον κάλαθο των αχρήστων!
Γιατί η Ωραία Ελένη εμφανίζεται στιγμιαία στην ταινία, τόσο σύντομα που κυριολεκτικά την ξεχνάς – πέρα από το ότι δεν είναι η μόνη μελαμψή ως χαρακτήρας στην κινηματογραφική «Οδύσσεια», κάτι που προσωπικά όχι μόνο δεν με ενόχλησε αλλά το βρήκα και πολύ ενδιαφέρον. Αλλά ας μη λέμε τα ίδια και κουράζουμε. Η Ωραία Ελένη δεν προσδιορίζεται εμφανισιακά στο κείμενο του Ομήρου, ο ποιητής αφήνει την «απροκρυστάλλωση» της μορφής της στη φαντασία του αναγνώστη. Επομένως, ο Νόλαν που έκανε ο ίδιος την υποδειγματική σεναριακή διασκευή της «Οδύσσειας» για την ταινία του, την έβαλε όπως τη φαντάστηκε και τη φαντάστηκε μαύρη και καλά έκανε. Ακόμα και αν άλλοι λόγοι ήταν που τον οδήγησαν σε αυτή την απόφαση, με γειά του και με χαρά του. Μια χαρά τα κατάφερε.
Χαμένη ταυτότητα
Από εκεί και πέρα, αυτό που μένει είναι να προχωρήσουμε στην ουσία της ταινίας που για τον υπογράφοντα του ανά χείρας κειμένου, ουδόλως είναι το ηρωικό πνεύμα του Οδυσσέα (Ματ Ντέιμον). Είναι η χαμένη ταυτότητά του. Αυτός ο ικανότατος και πολυμήχανος άνθρωπος, ο λιγομίλητος Βασιλιάς της Ιθάκης του οποίου το μυαλό δουλεύει διαρκώς σαν μια καλοκουρδισμένη μηχανή, δεν «πατά» με σταθερότητα στη γη μετά τον βάρβαρο πόλεμο της Τροίας. Και ο λόγος, βεβαίως, είναι ο ίδιος ο πόλεμος, η έκβαση του οποίου ήταν δική του ευθύνη με την ιδέα του Δουρείου Ιππου που είχε ως αποτέλεσμα τον αφανισμό ενός ολόκληρου έθνους.
Οι πολεμικές σκηνές εντός Τροίας είναι αποκρουστικές σε σημείο σοκαριστικό και σε αυτές δεν θα βρεις απολύτως τίποτα το ηρωικό. Οι σφαγές και οι στυγνές δολοφονίες γυναικόπαιδων δεν είναι ηρωισμός. Οι Ελληνες δεν ήταν ήρωες. Για την ακρίβεια, τίποτα ηρωικό δεν θα βρεις σε όλη την ταινία του Νόλαν. Η εικόνα του Ντέιμον/Οδυσσέα προκαλεί κυρίως θλίψη· θλίψη για μια ζωή που πήγε χαμένη χωρίς κανέναν ουσιαστικό λόγο. Και τώρα δεν μένει παρά μια τελευταία ευκαιρία για λίγη χαρά, πίσω στην πατρίδα Ιθάκη, πίσω στην οικογένεια, τη σύζυγο Πηνελόπη (Αν Χάθαγουεϊ) και το γιο Τηλέμαχο (Τομ Χόλαντ). Σε όλη την ταινία το πρόσωπο του Οδυσσέα είναι σκεπτικό, βλοσυρό, συνοφρυωμένο και ταλαιπωρημένο. Μόνον ο νόστος θα χαράξει ένα αμυδρό χαμόγελο σε αυτό το καταθλιπτικό πρόσωπο.
Αλματα στην αφήγηση
Σε ό,τι αφορά τις παρεμβάσεις του Νόλαν, που επίσης προσθέτουν ενδιαφέρον στο όλο εγχείρημα, πολλές θα τις βρούμε στην ίδια την αφήγηση που κατά κάποιο τρόπο έχει τη λογική προηγούμενων ταινιών του όπως ο «Οπενχάιμερ» και η «Δουνκέρκη». Ας μη ξεχνάμε ότι οι ραψωδίες της «Οδύσσειας» είναι 26, οπότε θα ήταν αδύνατον να υπήρχαν τα πάντα γύρω από αυτές, ακόμα και σε μια ταινία 2 ωρών και 45 λεπτών. Η γραμμικότητα στην αφήγηση απουσιάζει πλήρως, η ιστορία κυλά διάσπαρτη στον άχρονο χρόνο και εν τέλει όλα καταλήγουν σε ένα συμπαγές σύνολο. Να θυμίσω ότι τα «πηδήματα» στον χρόνο είναι χαρακτηριστικό των περισσότερων ταινιών του Νόλαν· στ’ αλήθεια, αν υπάρχει ένα πράγμα που ξέρει να χειρίζεται τέλεια, αυτό είναι ο χρόνος.
Οπότε τη μια στιγμή θα βρεθείς στο πεδίο της μάχης στην Τροία, την άλλη το νησί της Κίρκης (Σαμάνθα Μόρτον), μετά στην Ιθάκη όπου η Πηνελόπη «παλεύει» με τους υποψήφιους μνηστήρες, τα άθλια αποβράσματα που στοχεύουν στον θρόνο του βασιλιά και την πιέζουν να αποφασίσει. Ο Ρόμπερτ Πάτινσον περισσότερο από κάθε άλλη φορά «βγάζει» έναν βαθιά αρνητικό χαρακτήρα στον ρόλο του Αντίνοου που είναι ο πιο «τσαμπουκάς» και συγχρόνως ο πιο θρασύδειλος των υποψηφίων μνηστήρων.
Αλλαγές και παραλείψεις
Οσο για τις απώλειες, όπως για παράδειγμα της Ναυσικάς και της νήσου των Φαιάκων, είναι φυσικό να υπάρχουν, όπως φυσικό είναι να έχουν γίνει παραλλαγές του μύθου (η κατάβαση του Οδυσσέα στον Αδη παρουσιάζεται αρκετά διαφορετικά σε σχέση με το πώς την περιγράφει ο Ομηρος). Ολα αυτά, όμως, «δένουν» σε αυτό που η ταινία θέλει να είναι, ένα φιλοσοφικό παραμύθι. Ακόμα και όταν η αισθητική της «Οδύσσειας» αγγίζει το γκροτέσκο (η μετατροπή σε γουρούνια των ανδρών του Οδυσσέα, οι σκηνές με τον Κύκλωπα που καταβροχθίζει κάποιους άντρες σαν να μασουλά σουβλάκι), αντιλαμβάνεσαι ότι την υποστηρίζει ένας οραματιστής, τολμηρός δημιουργός που αγαπάει το ρίσκο και τολμά την υπέρβαση.
Αυτή η εναλλαγή των σκηνών που τη μια στιγμή σε κάνουν να νιώθεις ότι παρακολουθείς ταινία – χλαμύδα της Τσινετσιτά στη δεκαετία του 1960 και την επόμενη αρχαία τραγωδία, όπου ο λόγος επικρατεί του θεάματος, είναι ένα στοιχείο που λειτουργεί αποτελεσματικά στο όλο εγχείρημα, το οποίο με ένα περίεργο τρόπο απηχεί το σήμερα σε ό,τι αφορά τον πόλεμο. Και αποδεικνύει ότι ο Κρίστοφερ Νόλαν ήταν, είναι και κατά πάσα πιθανότητα θα παραμείνει ένας από τους τελευταίους, γνήσιους auteur του αγγλόφωνου κινηματογράφου – αν όχι του κινηματογράφου γενικότερα.