Στην… πρέσατου ΟΠΕΚΕΠΕ και των υποκλοπών

Δύο δικαστικές εξισώσεις, που ουδείς μπορεί να προβλέψει ούτε τον τρόπο επίλυσής τους, ούτε το αποτέλεσμά τους έχει να διαχειριστεί η κυβέρνηση στον δρόμο προς τις εκλογές, όποτε και αν στηθούν οι κάλπες.

Η υπόθεση με τους 11 γαλάζιους βουλευτές που ελέγχονται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για την υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά και η δικογραφία για τις τηλεφωνικές υποκλοπές εξακολουθούν να βρίσκονται ψηλά στην ατζέντα της επικαιρότητας, παρά την προσπάθεια εξοστρακισμού τους από το Μαξίμου.

«Οσο οι υποθέσεις αυτές δεν κλείνουν, τόσο αβέβαιο παραμένει το μέγεθος τους αποτυπώματός τους στην πολιτική σκηνή της χώρας», όπως λένε νομικοί και παραπέμπουν τόσο στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία που οδήγησε στο αίτημα για την άρση της ασυλίας των 11 βουλευτών, όσο και στην πρόσφατη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου που έβαλε τον θεμέλιο λίθο για περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης των υποκλοπών, έστω και αν ο φάκελος παραμένει αρχειοθετημένος μετά την απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.

Δεν είναι τυχαίο ότι η έρευνα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, στον φακό της οποίας βρίσκονται οι ελεγχόμενοι βουλευτές, έφερε νομοθετική ρύθμιση από τον υπουργό Δικαιοσύνης Γιώργο Φλωρίδη για άμεση εκκαθάριση των ποινικών υποθέσεων με πολιτικά πρόσωπα, ώστε να μη… σέρνονται επί μακρόν στη Δικαιοσύνη και να ξεκαθαρίζει το τοπίο το συντομότερο δυνατό. Στη διάταξη που εισάγεται άμεσα προς ψήφιση στη Βουλή προβλέπονται στενά χρονικά όρια, ώστε εντός τριμήνου από την ολοκλήρωση του πρώτου σταδίου της έρευνας να εκδικάζονται οι υποθέσεις από τα δικαστήρια.

Για τα κακουργήματα μάλιστα η νομοθετική ρύθμιση προβλέπει την έρευνα να διενεργεί εφέτης ειδικός ανακριτής, δηλαδή δικαστικός λειτουργός με μεγαλύτερη εμπειρία. Η αξία της διάταξης αυτής έγκειται στο γεγονός ότι θα έχει αναδρομική ισχύ και θα μπορεί να εφαρμοστεί στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και των βουλευτών για τους οποίους έχει ήδη αρθεί η ασυλία τους.

Κλήση για εξηγήσεις

Ο επόμενος κρίσιμος σταθμός για την υπόθεση αυτή είναι στις 22 Μαΐου, οπότε οι ελεγχόμενοι βουλευτές έχουν κληθεί να δώσουν εξηγήσεις με την ιδιότητα του υπόπτου τέλεσης αξιόποινης πράξης περιμένοντας την κρίση από τους εντεταλμένους ευρωπαίους εισαγγελείς Πόπη Παπανδρέου και Διονύση Μουζάκη. Από τη δική τους απόφαση με βάση το σύνολο των στοιχείων θα εξαρτηθεί πόσοι και ποιοι από τους βουλευτές θα βρεθούν κατηγορούμενοι και για πόσους τελικά η υπόθεση τεθεί στο αρχείο. Και ενώ η έρευνα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, δεν περνά απαρατήρητο το γεγονός ότι ένας ακόμα φάκελος που έφτασε στη Βουλή για τη διερεύνηση τυχόν ποινικών ευθυνών πρώην υπουργών επί της ουσίας με την κυβερνητική ψήφο φαίνεται να καταλήγει στις ελληνικές καλένδες.

Μέχρι σήμερα η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει… σκοντάψει τρεις φορές σε ενδεχόμενες υπουργικές ευθύνες – μία φορά για την σύμβαση 717 που συνδέεται με την τραγωδία των Τεμπών και δύο φορές για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ – διαβιβάζοντας αμελλητί κατά το Σύνταγμα τα στοιχεία στη Βουλή, χωρίς ωστόσο να προχωρήσουν οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Το αποτέλεσμα;

Οι υποθέσεις αυτές να μην ερευνηθούν από τη Βουλή, τα μέλη της οποίας έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα ως προς την αναζήτηση τυχόν ποινικών ευθυνών υπουργών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Νέα στοιχεία από Σπίρτζη

Αχαρτογράφητα παραμένουν τα νερά και για την υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών. Η πρόσφατη απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να μην ανασύρει από το αρχείο τη δικογραφία, προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων σε νομικό και πολιτικό επίπεδο.

Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθήνας ετοιμάζεται να μεταφέρει τη μάχη στο Δικαστήριο του Στρασβούργου, ενώ και τα θύματα των υποκλοπών περνούν στην αντεπίθεση. Ο πρώην υπουργός Χρήστος Σπίρτζης ήδη κατέθεσε νέα στοιχεία ζητώντας την επανεξέταση της υπόθεσης για το αδίκημα της κατασκοπείας, ενώ άμεσα αναμένονται νέες μηνύσεις, αλλά και αγωγές αποζημίωσης από θύματα του Predator, συμπεριλαμβανομένων προσώπων που μέχρι σήμερα είχαν αποφασίσει να μην προσφύγουν στη Δικαιοσύνη. Γι’ αυτό και όσοι γνωρίζουν εκ των έστω τις παραμέτρους επιμένουν ότι η υπόθεση των υποκλοπών δεν έχει κλείσει, παρά την αρχειοθέτησή της.