Είναι να μη σε βρει μπόσικο το κακό. Είχα αφεθεί σε ρεμβασμούς αυγουστιάτικους στη βεράντα, κι έπαιζε μέσα κάτι η τηλεόραση – ούτε που τούδινα καμία σημασία –, ώσπου ξαφνικά με χτύπησε σαν σφαίρα από εννιάρι στον αυχένα, μια φράση ξεκάρφωτη εκ τηλεοράσεως ή ραδιοφώνου ορμώμενη, η οποία και μου σφηνώθηκε στον μετωπιαίο λοβό, αφού προηγουμένως διαπέρασε τον ινιακό τοιούτο αφήνοντας ευτυχώς ανέπαφη την παρεγκεφαλίτιδα.
Για να μην σας κουράζω άλλο – άνθρωποι είστε κι εσείς, είναι κι αυτή η λαύρα, το καμίνι που μας σιγοψήνει –, η σφαίρα-φράση που εκτοξεύτηκε από στόμα νεαράς εκφωνητρίας αφορούσε σε έναν υπουργό, ή μια ινφλουένσερ, έναν καλλιτέχνη, γιδοβοσκό, κάποιο σημαίνον πρόσωπο που λέει:
«Είχε metevi». Πανικοβλήθηκα· λέω κι άλλος ιός. Δεν μας φτάνει ο ιός του Νείλου με τα κουνούπια του – απόγονοι της Κλεοπάτρας, αίμα
των Λαγιδών που διψάνε κι αυτά για άλλο αίμα. Αχ Ελλάδα, παντού βάζεις τη σφραγίδα σου – έτρεξα αμέσως στο σαλόνι που παίζανε κανάστα από προχθές το βράδυ:
– Ρε παιδιά το ακούσατε; Ποιος έπαθε metevi?
– Α! δεν πρόσεξα, είπε η Λέλα. Κάποιος από την κυβέρνηση, υπουργός, υφυπουργός, είχε πάει να κόψει μια κορδέλα σ’ ένα νησί.
– Κι εκεί το κόλλησε κι αρρώστησε;
–Όχι την άνοιξη θ’ αρρωστήσει που θα γίνουν εκλογές.
– Τόσους μήνες επωάζεται;
– Ποιος επωάζεται; Ο υπουργός; Τι λες παιδί μου;
– Όχι, ο ιός.
– Ποιος ιός;
– Ο metevi.
– Χρυσέ μου, το metevi δεν είναι, ούτε υπουργός ούτε υφυπουργός.
– Και τι είναι τότε;
– Ρήμα· ελληνικό. Μετέβη. Ο υπουργός
μετέβη.
– Ναι, αλλά πριν υπήρχε ένα ολόκληρο «είχε»: «Είχε μετέβη».
– Να! ορίστε, με παρέσυρες κι έκλεισε ο Χρήστος. Πάλι έχασα. Ωστε, «είχε μετέβη». Ελληνικά μας τα έλεγε η κυρία. Είναι μια σκληρή αλήθεια. Είναι η σκληρή αλήθεια για τον Σταμάτη Φασουλή, ότι τελευταία δεν καταλαβαίνω τα ελληνικά τους. Και όχι ότι με νοιάζει.
Μήπως είναι φίλοι μου; Μήπως πρέπει, ντε και καλά, να τους καταλαβαίνω; Σάμπως και να καταλάβω τι λένε, μήπως θα καταλάβω και τι νιώθουν; Εδώ και χρόνια τώρα μιλάμε, ίσα για να συνεννοηθούμε, και μόλις το καταφέρνουμε – όχι πάντα. Μάλλον σπανίως κι αυτό. Χθες στο ταξί κόντεψα μισή ώρα διαδρομή να παραφρονήσω. Με το που μπήκα και είπα διεύθυνση, ο κύριος στο τιμόνι μου δήλωσε.
– Εγώ είμαι αντισυστημικός, δεν έχω GPS.
– Καλά θα σας οδηγήσω εγώ.
– Ούτε σύνταξη παίρνω.
– Δεν έχετε τα χρόνια;
– Οχι, εβδομήντα είμαι.
– Τότε γιατί;
– Γιατί είπαμε, αντισυστημικός.
– Τι σχέση έχει;
– Δεν θέλω πάρε-δώσε με τις τράπεζες. Με τίποτα δεν θέλω. Ούτε τράπεζες θέλω ούτε εμβόλια έχω κάνει. Οσοι κάνανε εμβόλια, οι περισσότεροι πεθάναν.
– Δάγκωσε τη γλώσσα σου χριστιανέ μου, κι εγώ τα ’χω κάνει όλα και μια χαρά είμαι.
– Η εξαίρεση· η εξαίρεση που επιβεβαιώνει
τον κανόνα.
– Εσύ όπως πας θα μου πεις κι ότι η γη είναι επίπεδη.
– Δε μπα να ’ναι. Εγώ έτσι κι αλλιώς θα πάω στο Ντουμπάι.
– Ωραία, καλό ταξίδι. Φτάσαμε. Στην επόμενη γωνία θα έχω μετέβη στο σπίτι μου. Χαιρετώ.