Νίκος Καλογερόπουλος: Έκθετος πάντα, ένθετος ποτέ

Συνεργαστήκαμε σε τέσσερις ταινίες. «Λούφα και παραλλαγή», «Εν πλω», «Eνας κι ένας», «Οι Ιππείς της Πύλου». Στην τελευταία με σκηνοθέτησε.

Ο Νίκος μεγάλωσε στα Φιλιατρά. Παιδί αγροτικής οικογένειας, έλεγε ότι ήξερε τα πάντα για ό,τι καλλιεργείται εκεί. Ενα δέντρο δεν πείθεται με τρόπους, ή θα πιάσει ή δεν θα πιάσει, και η απάντηση έρχεται σε χρόνο που δεν τον ορίζεις εσύ. Δουλεύεις, και ύστερα περιμένεις. Μαθαίνεις έτσι να μην αισθάνεσαι ταπεινωμένος όταν περιμένεις. Ο χρόνος που δεν σου ανήκει δεν σε μειώνει. Αυτό σημαίνει γήινος. Να δέχεσαι πως κάτι έξω από σένα έχει τον τελευταίο λόγο. Η σχέση του με τη γη δεν έγινε παρελθόν όταν έφυγε για την Αθήνα, ήταν η ζυγαριά με την οποία ζύγιζε ό,τι συναντούσε στην πόλη. Οποιος μπήκε στο θέατρο με αυτό το μέτρο, δύσκολα πείθεται αργότερα ότι κάτι είναι αληθινό επειδή το λένε πολλοί.

Ο Νίκος στεκόταν πάντα χωρίς κάλυψη, χωρίς θεσμό να τον στηρίζει, χωρίς δίχτυ να τον πιάνει όταν πέφτει. Η λαϊκότητα δεν πιστοποιείται από την καταγωγή, είναι θέση έκθεσης. Δεν χρειάστηκε ποτέ να την επικαλεστεί, όπως την επικαλούνται όσοι δεν την έχουν. Γι’ αυτό μπορούσε να την αναγνωρίσει σε άλλους από απόσταση. Οταν πρωτοδιάβασε το «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς», δεν άντεξε να μείνει εκεί που ήταν. Πήρε το αυτοκίνητο, πήγε στο Καπανδρίτι, ρώτησε από πόρτα σε πόρτα πού μένει ο Χρόνης Μίσσιος. Βρήκε το σπίτι και φώναξε από τον δρόμο. Ο Μίσσιος βγήκε και, πριν προλάβει ο Νίκος να συστηθεί, άνοιξε την αγκαλιά του και του είπε πως τον περίμενε καιρό. Δεν είχαν ξανασυναντηθεί. Η αναγνώριση προηγήθηκε της γνωριμίας.

Ο Μίσσιος είχε γράψει πως θα είναι πάντα με τις μειοψηφίες. Εκθετος πάντα, ένθετος ποτέ. Εκεί βρισκόταν η βαθιά τους συγγένεια. Εκθετος είναι αυτός που δεν τον σκέπασε κανείς, και το ξέρει από την αρχή. Δεν του χάρισαν τίποτε, άρα δεν έχει τι να χάσει. Δεν χρωστάει σε κανέναν αυτό που είναι. Ενθετος είναι αυτός που τον τοποθέτησαν άλλοι. Δέχτηκε τη θέση και πληρώνει με υποχωρήσεις για να τη διατηρήσει. Ο Νίκος έμεινε να ζει εκτεθειμένος. Αρνήθηκε να τον τοποθετούν.

Απαντούσε συχνά αρνητικά σε προτάσεις που άλλοι θα τις θεωρούσαν ευκαιρίες. Κάθε φορά το ερώτημα ήταν το ίδιο. Πόσο διατεθειμένος ήταν να υποχωρήσει για να μπει κάπου. Ηρθαν χρόνια που δεν τον ζητούσε κανείς. Ούτε τότε υποχώρησε. Εγραφε και τραγουδούσε. Αξιοπρέπεια σημαίνει να μην αλλάζεις τον τρόπο που ζεις για να σε δεχτούν. Το αντέχεις μόνο αν ξέρεις από πριν ότι η αποδοχή δεν εξαρτάται από σένα, όσο και αν αλλάξεις.

Στη σειρά «Κάμπινγκ» έπαιξε τον Μάιμο, έναν άνθρωπο με νοητική και κινητική αναπηρία. Εβαλε τον όρο εξαρχής. Ο Μάιμος θα ήταν άνθρωπος, όχι εύρημα. Πήγε να τον βρει στη μνήμη του, σε ανθρώπους που είχε γνωρίσει στον τόπο του, εκείνους ακριβώς που κανείς δεν σκόπευε να τους κάνει ρόλους. Δεν αντέγραψε συμπεριφορά, και δεν επέλεξε τίποτε μόνο και μόνο επειδή θα έκανε εντύπωση. Αναζήτησε τον λόγο για τον οποίο κινείται έτσι ένας άνθρωπος, τι βλέπει, τι φοβάται, τι θέλει και δεν μπορεί να το ζητήσει. Και ύστερα το έκανε σώμα. Οι θεατές τον θυμούνται ακόμη.

Το 2013 άφησε την Αθήνα και πήγε στην Κυπαρισσία. Είχε δει εκεί, στον εγκαταλελειμμένο σιδηροδρομικό σταθμό, το παλιό μηχανοστάσιο του ΟΣΕ. Ηταν ένας σκουπιδότοπος. Αποφάσισε να το αναστήσει και να το κάνει χώρο τέχνης. Το ονόμασε «Τρενοτεχνείο». Ανοιξε με τη «Μήδεια» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Σπύρου Ευαγγελάτου. Επαιζα τη Μήδεια. Είχα φροντίσει να πάμε εκεί, γιατί ήθελα να είμαι δίπλα του. Του το όφειλα.

Δεν είναι μικρό πράγμα να διαλέγει κάποιος να ζήσει μέσα σε ένα αμαξοστάσιο, σ’ ένα υπόστεγο όπου μπαίνουν οι μηχανές όταν έχουν κουραστεί, και ξαναβγαίνουν στη γραμμή. Εκεί όπου όλοι περνούν για να φύγουν πάλι. Εκείνος έμεινε. Δημιούργησε μία στέγη διαφορετική από εκείνες που του πρόσφεραν. Χωρίς αντάλλαγμα και χωρίς να ζητήσει από κανέναν να γίνει άλλος για να χωρέσει μέσα. Εδωσε αυτό που δεν του είχαν δώσει ποτέ.

Την παραμονή των Χριστουγέννων του 2024 κάποιοι άγνωστοι μπήκαν μέσα. Βρήκε το τζάμι της κεντρικής πόρτας σπασμένο, τα όργανα διαλυμένα, καρέκλες, τραπέζια, κάδρα, αφίσες και δίσκους λεηλατημένα, τα αρχεία κατεστραμμένα. Μία αδιανόητη βία. Δεν μπορούσε να καταλάβει την αιτία. Δεν τον είχα δει ποτέ να κλαίει για τον εαυτό του. Γελούσε ακόμη και με τα πιο δύσκολα που του είχαν συμβεί. Εκείνη τη μέρα έκλαψε μπροστά σε όλους. Είχαν γκρεμίσει το μόνο μέρος που ένας έκθετος είχε φτιάξει για να μπορούν οι άλλοι να στέκονται όπως είναι.

Τώρα στο προαύλιο του «Τρενοτεχνείου» στέκουν κορμοί από καμένες ελιές. Τους είχε μαζέψει ο ίδιος από τα χωράφια που είχε κάψει η φωτιά της Κυπαρισσίας, τους έστησε όρθιους και έδωσε στον καθένα ξεχωριστό όνομα. Τους έλεγε γλυπτά της πυρκαγιάς. Ηξερε ότι η ρίζα της καμένης ελιάς ζει. Ελεγε ότι είχε φυτέψει ένα δέντρο και περίμενε να ανθίσει, έστω κι αν δεν προλάβει να το δει.

Αυτός ήταν ο φίλος μου, έκθετος πάντα, ένθετος ποτέ.

Ο Γιώργος Κιμούλης είναι ηθοποιός και σκηνοθέτης