Η γρίπη αλλάζει ημισφαίριο, με το νότιο να κλείνει ακόμη έναν κύκλο εποχικής γρίπης και να δίνει ένα πρώτο στίγμα για όσα ενδέχεται να ακολουθήσουν τον φετινό χειμώνα στο βόρειο. Και σύμφωνα με όσα συνέβησαν 15.000 και πλέον χιλιόμετρα μακριά από τη χώρα μας (τόση υπολογίζεται η απόσταση Αθήνας – Σίδνεϊ) το στέλεχος H3N2 πρωταγωνίστησε, τροφοδοτώντας τους περασμένους μήνες στην Αυστραλία ένα παρατεταμένο κύμα γρίπης.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το Αυστραλιανό Κέντρο Ελέγχου Νοσημάτων, έως τα τέλη Σεπτεμβρίου είχαν επιβεβαιωθεί 171.400 κρούσματα. Η φετινή γρίπη, μάλιστα, εκδηλώθηκε πιο καθυστερημένα σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια και, παρά την είσοδο της χώρας στην άνοιξη, οι λοιμώξεις στην κοινότητα συνεχίστηκαν με αμείωτο ρυθμό.
Η αιτία; Η επικρατέστερη εξήγηση, σύμφωνα με την ιολόγο του Πανεπιστημίου του Κουίνσλαντ Kirsty Short, είναι ότι η εποχικότητα της γρίπης φαίνεται να επιστρέφει σταδιακά στην προπανδημική της συμπεριφορά, διατηρώντας χαμηλά επίπεδα έως τα μέσα Αυγούστου και φτάνοντας σε κορύφωση στα τέλη Σεπτεμβρίου.
Μετά την πανδημία
«Μετά τον COVID, παρατηρήσαμε μια μετατόπιση στην εποχικότητα της γρίπης, καθώς η κορύφωση της γρίπης εμφανιζόταν νωρίτερα, ενώ η παρούσα κατάσταση ανταποκρίνεται περισσότερο σε αυτό που βλέπαμε πριν από την πανδημία, με την κορύφωση της γρίπης να εμφανίζεται λίγο αργότερα», σημείωσε η ίδια. Και πρόσθεσε με νόημα ότι η απρόβλεπτη συμπεριφορά της γρίπης στη μεταπανδημική εποχή συνέβαλε πιθανώς σε πρώιμο εμβολιασμό.
«Σίγουρα δεν χάνεται εντελώς η ανοσία, αλλά μειώνεται κατά τη διάρκεια της περιόδου. Επομένως, είναι πραγματικά δύσκολο να βρεθεί η ισορροπία μεταξύ της βέλτιστης χρονικής στιγμής για τον εμβολιασμό, ώστε να προστατευτεί κανείς, αλλά και να διασφαλιστεί η μακροβιότητα της ανοσίας». Τα δεδομένα, εντούτοις, δείχνουν και σημαντικές ομοιότητες σε σχέση τουλάχιστον με πέρυσι. Η γενετική ομάδα «Κ» του H3N2 της γρίπης τύπου Α επικράτησε στο νότιο ημισφαίριο, έχοντας ενοχοποιηθεί το 2025 για αυξημένες μεταδόσεις. Παρ’ όλα αυτά, φέτος στην Αυστραλία καταγράφηκαν λιγότερες μολύνσεις, παρά την έντονη κορύφωση και τις αυξημένες νοσηλείες στο τέλος της σεζόν.
Από τα ίδια στοιχεία προκύπτει ότι το εμβόλιο αποτελεί βασικό παράγοντα προστασίας. Αναλυτικότερα, οι προκαταρκτικές εκτιμήσεις στην Αυστραλία έδειξαν ουσιαστική προστασία έναντι της γρίπης και των νοσηλειών, ενώ οι ιοί που κυκλοφόρησαν παρέμειναν σε σημαντικό βαθμό αντιγονικά συμβατοί με το εμβόλιο. Είναι ενδεικτικό ότι, σύμφωνα με το Αυστραλιανό Κέντρο Ελέγχου Νοσημάτων, τα δεδομένα δείχνουν «μείωση του κινδύνου επίσκεψης σε γενικό ιατρό λόγω γρίπης κατά 58% και του κινδύνου νοσηλείας λόγω γρίπης κατά 35%».
Εμβολιασμός
Εν τω μεταξύ, η είσοδος του Οκτωβρίου σηματοδότησε τη σταδιακή έναρξη της εμβολιαστικής περιόδου και στη χώρα μας, καθώς το νότιο ημισφαίριο δίνει τη σκυτάλη στο βόρειο. Η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα καταγράφουν ήδη άνοδο της γρίπης, ενώ ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) βλέπει αυξημένη δραστηριότητα σε αρκετές περιοχές της Ασίας. Σύμφωνα, όμως, με το Ευρωπαϊκό Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ECDC), η δραστηριότητα των ιών της γρίπης στην Ευρώπη κινείται ακόμη σε χαμηλά επίπεδα αυτή την περίοδο.
Στο πλαίσιο της προετοιμασίας, η χώρα μας αναμένεται να προμηθευτεί συνολικά 3,6 εκατ. δόσεις, με στόχο την κάλυψη του πληθυσμού. Οπως, άλλωστε, αναφέρεται σε εγκύκλιο που εξέδωσε το υπουργείο Υγείας μόλις την περασμένη εβδομάδα και φέρει την υπογραφή της αναπληρώτριας υπουργού Υγείας Ειρήνης Αγαπηδάκη, ο εμβολιασμός συνιστάται κατά προτίμηση από τα μέσα Οκτωβρίου έως το τέλος Νοεμβρίου, καθώς χρειάζονται περίπου δύο εβδομάδες για να αναπτυχθεί ανοσία.
«Οσοι δεν προλάβουν, μπορούν να εμβολιαστούν σε όλη τη διάρκεια της εποχικής έξαρσης», σημειώνουν οι ειδικοί, ενώ παράλληλα δίνουν προτεραιότητα σε συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού, όπως τα άτομα ηλικίας 60 ετών και άνω, τα βρέφη και παιδιά από 6 μηνών έως 5 ετών, οι ενήλικοι και τα παιδιά με χρόνια νοσήματα (αναπνευστικά, καρδιακά, σακχαρώδη διαβήτη, νεφροπάθειες, ανοσοκαταστολή κ.ά.), οι έγκυοι και τα άτομα με νοσηρή παχυσαρκία.
Στην ίδια, όμως, λίστα συμπεριλαμβάνονται και οι φροντιστές, καθώς και άτομα που ζουν με βρέφη κάτω των 6 μηνών ή με άτομα με υποκείμενα νοσήματα, όπως και το υγειονομικό προσωπικό και οι εργαζόμενοι σε χώρους παροχής υπηρεσιών υγείας.