Χωρίς πραγματικές εκπλήξεις ως προς το αποτέλεσμα, αλλά με ιδιαίτερη πολιτική σημασία για το Κρεμλίνο, διεξάγονται από σήμερα μέχρι την Κυριακή οι πρώτες βουλευτικές εκλογές στη Ρωσία μετά την πλήρους κλίμακας εισβολή στην Ουκρανία. Η κυριαρχία της Ενωμένης Ρωσίας και η διατήρηση μιας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας που στηρίζει τον Βλαντίμιρ Πούτιν θεωρούνται ουσιαστικά προδιαγεγραμμένες, σε ένα αυστηρά ελεγχόμενο πολιτικό σύστημα όπου η πραγματική αντιπολίτευση έχει περιοριστεί δραστικά.
Η σημασία της κάλπης βρίσκεται, όπως σημειώνουν αναλυτές, αλλού: το Κρεμλίνο επιδιώκει να την αξιοποιήσει ως επίδειξη πολιτικής ενότητας γύρω από τον πρόεδρο και τον πόλεμο, αλλά και ως επιβεβαίωση της εικόνας μιας κοινωνίας που εξακολουθεί να στηρίζει την εξουσία. Την ίδια στιγμή, η αυξανόμενη κόπωση από τον πόλεμο, οι οικονομικές πιέσεις και οι επιθέσεις στο ρωσικό έδαφος δημιουργούν ένα υπόβαθρο δυσαρέσκειας, η οποία, ελλείψει ουσιαστικού πολιτικού ανταγωνισμού, δεν υπάρχει εύκολος τρόπος να αποτυπωθεί στην κάλπη.
Η Ρωσία οδηγείται έτσι σε μια εκλογική διαδικασία όπου το ζητούμενο για το Κρεμλίνο δεν είναι τόσο το ποιος θα κερδίσει όσο το πώς θα αποτυπωθεί η νίκη. Οι μισοί από τους 450 βουλευτές εκλέγονται με λίστες και οι άλλοι μισοί σε μονοεδρικές περιφέρειες. Η Ενωμένη Ρωσία διαθέτει σήμερα 310 πάνω από το όριο των 300 της αυξημένης πλειοψηφίας, ενώ οι δημοσκοπήσεις προεξοφλούν ότι θα παραμείνει η κυρίαρχη πολιτική δύναμη. Το ενδιαφέρον μετατοπίζεται επομένως στη συμμετοχή, στην έκταση της κοινοβουλευτικής επικράτησης του κυβερνώντος κόμματος και, κυρίως, στο μήνυμα που θα επιχειρήσει να εκπέμψει η ρωσική ηγεσία στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.
Ο ίδιος ο Πούτιν κάλεσε τους Ρώσους να ψηφίσουν, συνδέοντας την εκλογική συμμετοχή με την τύχη της χώρας και παρουσιάζοντας την κάλπη ως συλλογική ευθύνη. Παράλληλα, ανέδειξε τη συμμετοχή στις εκλογές των κατοίκων των περιοχών της Ουκρανίας που η Ρωσία έχει προσαρτήσει, παρουσιάζοντας τη διαδικασία ως μέρος της «επανένωσής» τους με τη Ρωσία. Η διεξαγωγή της ψηφοφορίας στις κατεχόμενες ουκρανικές περιοχές αποτελεί, ωστόσο, σημείο έντονης διεθνούς αμφισβήτησης, ενώ ο ΟΑΣΕ δεν έχει προσκληθεί να παρακολουθήσει τη διαδικασία.
Η σύνδεση της εκλογικής διαδικασίας με τον πόλεμο είναι κεντρική. Το Κρεμλίνο επιχειρεί να παρουσιάσει την κάλπη ως απόδειξη ότι η ρωσική κοινωνία παραμένει ενωμένη γύρω από την «ειδική στρατιωτική επιχείρηση», ενώ ιδιαίτερη θέση στην προεκλογική εκστρατεία έχουν οι στρατιώτες και οι βετεράνοι του πολέμου. Οπως επισημαίνει ανάλυση του BBC, σχεδόν 200 υποψήφιοι με πολεμική εμπειρία διεκδικούν έδρες, γεγονός που αποτυπώνει και την προσπάθεια να συνδεθεί η πολιτική εκπροσώπηση με το αφήγημα της πολεμικής προσπάθειας.
Πίσω όμως από αυτή την εικόνα υπάρχει και ένα διαφορετικό κοινωνικό υπόβαθρο. Οπως επισημαίνει η «Repubblica», οι εκλογές διεξάγονται 18, 19 και 20 Σεπτεμβρίου σ’ ένα δύσκολο κλίμα. Οι επιθέσεις της Ουκρανίας στο ρωσικό έδαφος, οι φόβοι για νέα επιστράτευση και η οικονομική πίεση τροφοδοτούν την κόπωση από τον πόλεμο. Οι πολίτες που διαμαρτύρονται για τις τιμές και την ακρίβεια ή ζητούν ειρήνη δεν διαθέτουν, ωστόσο, αντίστοιχη πολιτική έκφραση.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Γιάμπλοκο, του μοναδικού κόμματος που είχε ζητήσει άμεση κατάπαυση του πυρός. Το κόμμα αποκλείστηκε από την εκλογική διαδικασία με απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, ενώ αρκετοί υποψήφιοι της αντιπολίτευσης αποκλείστηκαν, διώχθηκαν ή κρατούνται.
«Οι εκλογές στη Δύση και οι εκλογές στη Ρωσία είναι εντελώς διαφορετικά πράγματα», σημειώνει ο Γκριγκόρι Γκρίσιν, υποψήφιος με το Γιάμπλοκο. «Οι εκλογές στη Δύση είναι ένας τρόπος σχηματισμού κυβέρνησης, η οποία αντικαθίσταται αργότερα αν οι ψηφοφόροι δεν είναι ικανοποιημένοι. Οι εκλογές στη Ρωσία δεν οδηγούν ποτέ σε αλλαγή κυβέρνησης. Στην καλύτερη περίπτωση, είναι ένας τρόπος να την επηρεάσεις, να στείλεις ένα μήνυμα».
Την ίδια στιγμή, τα λεγόμενα «συστημικά» κόμματα εξακολουθούν να διαφοροποιούνται σε ζητήματα κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής, αλλά στηρίζουν την κυβερνητική γραμμή ως προς τον πόλεμο στην Ουκρανία. Οπως επισημαίνει αναλυτής του BBC, ο ηγέτης του Κομμουνιστικού Κόμματος Γκενάντι Ζιουγκάνοφ τού είπε με υπερηφάνεια για το προηγούμενο κοινοβούλιο ότι «όλα τα κόμματα στη Δούμα ψήφισαν υπέρ 170 νόμων για τη στήριξη της “ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης”».