Ποιος θα ηγηθεί της προοδευτικής παράταξης; Το κρίσιμο ντέρμπι ΠΑΣΟΚ – ΕΛΑΣ και οι κεντροαριστερές ανησυχίες

Είναι ανομολόγητη παραδοχή: δεν μπορούν να υπάρχουν δύο ισοδύναμα προοδευτικά κόμματα στην Ελλάδα, τα οποία να εκπροσωπούν το ίδιο ακροατήριο, με στόχο να αποτελούν την βασική κυβερνητική εναλλακτική απέναντι στην κεντροδεξιά ΝΔ.

Στην πράξη αυτό σημαίνει πως ακόμα και αν δεν το ομολογούν, στο ΠΑΣΟΚ και την ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα ξέρουν πως η πρώτη μεγάλη μάχη, στην επόμενη κάλπη, είναι αυτή που θα δοθεί μεταξύ τους. Αν το αποτέλεσμα είναι «καθαρό» για κάποιον από τους δύο, τότε το ερώτημα το έχει λύσει «ο λαός». Αν δεν είναι, τότε υπάρχει επόμενος γύρος.

Αυτό το δεδομένο, που δεν έχει καθόλου να κάνει με το αν τα δύο κόμματα θεωρούν αλλήλους «όμορους χώρους» ή με το αν θεωρούν μοναδικό τους αντίπαλο τη σημερινή κυβέρνηση, κυριαρχεί και στα δύο στρατόπεδα.

Η διαφορά έχει να κάνει αποκλειστικά με την ψυχολογία των δημοσκοπήσεων: στην Αμαλίας θεωρούν πως έχουν την ευχέρεια να κινούνται λες και πρόκειται για ένα λυμένο θέμα (με νικητή τον πρώην πρωθυπουργό), ενώ στη Χαριλάου Τρικούπη τρέχουν να καλύψουν επικοινωνιακό και στρατηγικό χαμένο έδαφος από την περίοδο που έπαιζαν μόνοι τους στο γήπεδο.

Οι παράμετροι της μάχης, όμως, δείχνουν πως (τουλάχιστον ακόμα) το αποτέλεσμα είναι αμφίρροπο. Η διαχείριση της μεταξύ τους σχέσης είναι την ίδια στιγμή κρυφό ατού και μπανανόφλουδα.

Οταν ίδρυσε τη Συμπαράταξη, ο Τσίπρας χρησιμοποίησε συνειρμικές συνυποδηλώσεις που παρέπεμπαν στην ίδρυση του ΠΑΣΟΚ το 1974 – η χρήση του όρου «νέα Μεταπολίτευση», η επιμονή πως τα υφιστάμενα κόμματα έχουν «κλείσει τον ιστορικό τους κύκλο» και οι μεταγραφές στελεχών έδειχναν πως ο Τσίπρας έπιανε το νήμα από την απόπειρα «πράσινης» διεύρυνσης του ΣΥΡΙΖΑ μετά την ήττα του 2019, την αποτυχία της οποίας, στην «Ιθάκη», απέδωσε στις αγκυλώσεις των στελεχών του κόμματός του. Το «μπάσιμο» εκείνων των ημερών, συνοδευμένο με τις πρώτες θετικές μετρήσεις, επέδρασε στα στελέχη του ΠΑΣΟΚ, στις μεσαίες αλλά και στις υψηλές κλίμακες.

Χρειάστηκαν εβδομάδες για να αλλάξει η εικόνα που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται. Σαν μια επανάληψη των χρόνων της κρίσης, η πρώτη αντίδραση από τον πασοκικό μηχανισμό ήρθε μετά την εμφάνιση Τσίπρα στη Νίκαια, στην οποία ο πρώην πρωθυπουργός περιέγραψε την ΕΛΑΣ ως «αξιωματική αντιπολίτευση».

Η πραγματική αντεπίθεση ήρθε λίγο αργότερα, όταν η Αμαλίας αποφάσισε να «χτυπήσει» το ΠΑΣΟΚ για τα χρέη του στις τράπεζες – εκεί, για πρώτη φορά, οι επιτελείς της Χαριλάου Τρικούπη δεν είδαν απλώς θετική ανταπόκριση στην αντεπίθεση που εξαπέλυσαν («πείτε μας ποιος σας χρηματοδοτεί»), είδαν συσπείρωση όλων των φυλών του κόμματος προς την ίδια κατεύθυνση.

Τόσο στη μια όσο και στην άλλη πλευρά, η αντιμετώπιση των απέναντι δεν έχει βρει την τελική της απάντηση: υπάρχουν εκείνοι που προκρίνουν μια ενεργή σύγκρουση ανάμεσα στις δύο πλευρές, θεωρώντας την αναπόφευκτη στον δρόμο προς την κάλπη, και εκείνοι που θεωρούν πως αυτός ο τσακωμός βοηθάει μόνο τη ΝΔ – και δεν διευκολύνει μια πιθανή συνεννόηση μετεκλογικά.

Οχι πως κάτι τέτοιο είναι ενεργό αφήγημα: η πλευρά Τσίπρα λέει σε όλους τους τόνους πως «δεν ενδιαφέρεται για συνεργασίες», δείχνοντας προς την αυτοδυναμία, ενώ στο ΠΑΣΟΚ μιλούν για προγραμματικές συνεργασίες στην περίπτωση που το κόμμα έρθει πρώτο έστω και με μία ψήφο. Οι δημοσκοπήσεις δεν επιβεβαιώνουν ούτε τους μεν ούτε τους δε.

Ο παράγοντας ΣΥΡΙΖΑ

Ο δεύτερος παράγοντας έχει να κάνει με τη σχέση των δύο πλευρών με τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος σκοπεύει να κατέβει στις επόμενες εκλογές διεκδικώντας την είσοδό του στη Βουλή.

Κάποια στιγμή τους περασμένους μήνες, στην Αμαλίας το ερώτημα «τι θα κάνουμε με τον ΣΥΡΙΖΑ» είχε ταλαιπωρήσει πολύ τους μετέχοντες στις κλειστές συσκέψεις. Εκεί είχε πέσει η ιδέα της αυτοδιάλυσης – να χρησιμοποιήσει δηλαδή τις τότε δυνάμεις του εντός του κόμματος – για να μπει λουκέτο στην Κουμουνδούρου.

Ομως τότε εκτιμήθηκε πως μια καθαρή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα δύο κόμματα θα διευκόλυνε τον Τσίπρα στην «καθαρή αρχή» του νέου εγχειρήματος, που δεν θα εγγραφόταν ως ΣΥΡΙΖΑ 2.0 στη συνείδηση των ψηφοφόρων.

Η άλλη γραμμή, ωστόσο, έβλεπε πως, σε κυνικό επίπεδο, τα «κουκιά» των εκλογών που στερεί η Κουμουνδούρου από τον Τσίπρα είναι λίγα μεν, μπορεί να θεωρούνται τοξικά, ενδεχομένως όμως να είναι καθοριστικά για το τελικό αποτέλεσμα. Και σε αυτή τη φάση, η συλλογική ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν δείχνει καμία διάθεση να «αυτοδιαλυθεί» για χάρη του «νέου φορέα», όπως αποκαλούν την ΕΛΑΣ – παίζουν το χαρτί της χρησιμότητάς τους ένθεν κακείθεν, επιχειρώντας, σε «σκληρή γραμμή», να δημιουργήσουν αναχώματα στην επέλαση της ΕΛΑΣ στον συριζαϊκό μηχανισμό.

Για το ΠΑΣΟΚ, ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ είναι το μεγάλο ερώτημα: πόσο κοντά μπορεί να πλησιάσει χωρίς να λειτουργήσουν τα αντανακλαστικά ενός πιο κεντρογενούς ακροατηρίου; Η πιο αριστερή γραμμή στην αξιωματική αντιπολίτευση εκτιμά πως αυτή η κίνηση, τουλάχιστον σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, είναι καθοριστική για το τελικό αποτέλεσμα.

Ειδικά, δε, αν σε αυτό το σχήμα έρθουν να προστεθούν και πρόσωπα που έχουν ευρύτερο κεντροαριστερό παρελθόν ή ακόμα και στελέχη της Νέας Αριστεράς – όλοι αυτοί, που δεν θέλουν ή δεν βρήκαν ανοιχτές πόρτες με την Αμαλίας, φέρεται να έχουν ανοίξει δίαυλο επικοινωνίας με την Κουμουνδούρου.