ΠΑΣΟΚ – ΕΛΑΣ: Μπρα ντε φερ για τη συνεργασία με τη ΝΔ

Η πιθανότητα μη αυτοδυναμίας, που φαίνεται όλο και μεγαλύτερη όσο η χρονική απόσταση προς τις κάλπες μειώνεται και τα δημοσκοπικά ευρήματα δεν αλλάζουν, ενισχύει τα σενάρια για τις μετεκλογικές συνεργασίες, τα οποία έχουν ένα βασικό χαρακτηριστικό: ενώ τόσο στο ΠΑΣΟΚ όσο και στην ΕΛΑΣ τα ξορκίζουν, αυτά όλο και επανέρχονται στον δημόσιο διάλογο.

Η συζήτηση, αυτές τις μέρες, ξεκινάει κυρίως από το Μέγαρο Μαξίμου, καθώς είναι κυβερνητικά στελέχη αυτά που την επικαλούνται για να ενισχύσουν το αφήγημα της ανάγκης αυτοδυναμίας της ΝΔ.

Στη Χαριλάου Τρικούπη βρίσκονται ανάμεσα σε δύο αντικρουόμενες πλευρές. Από τη μια, γαλάζιοι υπουργοί και βουλευτές ρίχνουν στον Νίκο Ανδρουλάκη την ευθύνη για την πιθανότητα ακυβερνησίας – σημειώνοντας ξανά και ξανά πως το ΠΑΣΟΚ έχει πάρει συνεδριακή απόφαση εναντίον μιας ενδεχόμενης κυβέρνησης συνεργασίας με τη ΝΔ σε κάθε περίπτωση, δηλαδή με οποιονδήποτε πρωθυπουργό. Αρα, παρά το γεγονός πως για τη ΝΔ το ΠΑΣΟΚ θα ήταν ο πρώτος εν δυνάμει κυβερνητικός εταίρος, η δεσμευτική συνθήκη της απόφασης αυτής το βγάζει αυτομάτως από την εξίσωση – και αυτό τονίζεται από το γαλάζιο στρατόπεδο με το βλέμμα στραμμένο στο ενδιάμεσο ακροατήριο του προοδευτικού Κέντρου, στο οποίο οι μετρήσεις δείχνουν γαλάζιες διαρροές, είτε προς την πλευρά του ΠΑΣΟΚ είτε προς την γκρίζα ζώνη των αναποφάσιστων.

Από την άλλη, η πλευρά του Αλέξη Τσίπρα αξιοποιεί την πρότερη εμπειρία της συγκυβέρνησης ΝΔ – ΠΑΣΟΚ του 2012-2015, για να αμφισβητήσει τη θέληση και την αποφασιστικότητα της αξιωματικής αντιπολίτευσης να ακολουθήσει τη συνεδριακή απόφαση που έχει λάβει – να σπείρει δηλαδή τον σπόρο της αμφιβολίας σε προοδευτικούς πολίτες που σκέφτονται ή θα μπορούσαν δυνητικά να ψηφίσουν ΠΑΣΟΚ, αλλά δεν θα ήθελαν να το δουν κυβερνητικό εταίρο της ΝΔ.

Παρά όμως το γεγονός ότι μέχρι και πριν από λίγο καιρό φωνές ακόμα και μέσα στην αξιωματική αντιπολίτευση επεσήμαιναν πως η απόφαση του συνεδρίου πρέπει να γίνει αποδεκτή από όλους τους συντρόφους τους (υπονοώντας πως υπάρχουν δυνάμεις εντός του πασοκικού μηχανισμού που την αμφισβητούν), κάτι τέτοιο δεν υφίσταται πια: και ο Χάρης Δούκας ξεκαθάρισε (Action24) πως «έχουμε πάρει ομόφωνη απόφαση, το έχει πει ο πρόεδρος (…) Δεν υπάρχει ένα στέλεχος να έχει πει κάτι διαφορετικό, αυτό και θα γίνει». Την ίδια ώρα, για την Αμαλίας η πίεση δεν είναι τόσο μεγάλη, καθώς εκτιμάται πως κανείς, ούτε δεξιός ούτε αριστερός, θα πίστευε ποτέ πως ΝΔ και ΕΛΑΣ θα μπορούσαν να συνυπάρξουν σε κυβερνητικό σχήμα.

Οι πρόσφατες δηλώσεις του Δημήτρη Αβραμόπουλου ωστόσο («Ο κ. Τσίπρας συνεργάστηκε με τη Δεξιά. Θα δίσταζε να συνεργαστεί με την Κεντροδεξιά;») φέρνουν το νεοϊδρυθέν κόμμα αντιμέτωπο με μια ίσως μη αναμενόμενη πρόκληση: την κατηγορία, που εκπέμπεται τόσο από την πλευρά του ΠΑΣΟΚ όσο και από τα αριστερά (ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Αριστερά) για «ταύτιση απόψεων» με τη ΝΔ, αλλά και τη διαρκή υπενθύμιση της συνεργασίας που υπήρξε από το 2015 έως το 2018 με τον Πάνο Καμμένο και τους ΑΝΕΛ, που δεν αποδίδεται στο κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά στον ίδιο του Αλέξη Τσίπρα – καθώς εκείνος και τα στελέχη της ΕΛΑΣ αναφέρονται στη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ως «κυβέρνηση Αλέξη Τσίπρα». Στην πραγματικότητα, η πίεση για την Αμαλίας δεν προκύπτει από το ίδιο το ενδεχόμενο συγκυβέρνησης με τη ΝΔ, αλλά από την απόσταση που σχηματίζεται μεταξύ του αριστερού ακροατηρίου που παρέμεινε στον ΣΥΡΙΖΑ στις δύσκολες εκλογές του 2023 – αυτή η κουβέντα λειτουργεί, με βάση την κριτική που ακούγεται, ως επιβεβαίωση της πολιτικής μετατόπισης Τσίπρα από τις θέσεις της Αριστεράς που εκπροσωπούσε τα προηγούμενα χρόνια, αλλά και ως αδυναμία του να περιγράψει με μελανά χρώματα τη συνεργασία του με τον Καμμένο.