Είναι τέλος Μαΐου και στη Λευκωσία θα περίμεναν υπό άλλες συνθήκες τα πρώτα σαραντάρια, όπως λέει ο οδηγός ταξί – θεσσαλονικιώτικης καταγωγής, παρεμπιπτόντως – που μεταφέρει την ομήγυρη από το αεροδρόμιο της Λάρνακας στην κυπριακή πρωτεύουσα. Η εμπειρία των προηγούμενων χρόνων εκεί τοποθετεί τον υδράργυρο. Αλλά προφανώς και αυτή η μεσογειακή πόλη υπόκειται στις κλιματικές αλλαγές που δεν επιτρέπουν πλέον καμία βεβαιότητα. Σίγουρα δεν επιτρέπουν το «φως ανελέητο», όπως το αποτυπώνει ο Οδυσσέας Ελύτης στο «Αξιον εστί». Η Λευκωσία, που υποδέχθηκε το Διεθνές Συνέδριο «Οδυσσέα Ελύτη» από τις 29 έως τις 31 Μαΐου, διοργανωμένο από το υφυπουργείο Πολιτισμού της Κύπρου, στο πλαίσιο της Κυπριακής Προεδρίας της ΕΕ, ήταν σαφώς μια ζεστή πόλη, αλλά το βραδινό αεράκι επέτρεπε την παράταση της περιήγησης. Επί τρεις ημέρες, μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας, μελετητές, συγγραφείς και ποιητές από την Ελλάδα και την Κύπρο συναντήθηκαν όχι απλώς για να διεκπεραιώσουν μια θεσμική αναγκαιότητα, αλλά για να εμβαθύνουν σε έναν δημιουργό που επαναπροσδιόρισε μαζί με άλλους την ελληνική ποιητική συνείδηση.
Κατά μία έννοια, οι εργασίες του Συνεδρίου, το οποίο στήριξε ο Ομιλος Λογοτεχνίας & Κριτικής, ήταν μοιρασμένες ανάμεσα στην Αίθουσα Τελετών του Πανεπιστημίου Κύπρου, τους διαδρόμους και την ίδια την πόλη: εκεί όπου συνεχίζονταν οι συζητήσεις μετά τις προγραμματισμένες ομιλίες. Η καλύτερη απόδειξη ότι ο λόγος ενός μεγάλου ποιητή παραμένει διαρκές ζητούμενο εντός και εκτός μιας πανεπιστημιακής αίθουσας – έστω και αν το ερώτημα που πλανιόταν παραμένει το ίδιο: κατά πόσο η «σύναξις των ειδικών» αφορά την «αγορά» της διόλου ευκαταφρόνητης καθημερινής τριβής. Η αλήθεια είναι ότι σε συνέδρια αυτού του είδους, όπου οι αναλύσεις ακολουθούν συχνά την αυστηρή δομή της φιλολογικής επιστήμης, ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος μιας προβλέψιμης ροής ή άνισων εισηγήσεων (δίνοντας τροφή για μυθοπλασία σε εξπέρ του είδους, όπως ο Ντέιβιντ Λοτζ).
Η πραγματική αξία του τριημέρου, λοιπόν, κρίθηκε στις «στιγμές-ρωγμές»· εκείνες που γεννιούνται μέσα από μια λεπτή παρατήρηση, μια αναπάντεχη σύνδεση ή μια παρεκβατική εξομολόγηση ενός εισηγητή. Η Ελένα Κουτριάνου (Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου) θύμισε, για παράδειγμα, την ανάγκη του ποιητή για «ιδιώτευση και άσκηση», αλλά και πόσο εύκολα γειώνεται το όραμά του να καθαγιαστούν τα ιδιωτικά στα άδυτα των κοινών («Παραμένω ένας ιδιώτης απαρηγόρητος, που δεν καταφέρνει ν’ ανήκει πουθενά, σε καμιά κοινότητα, ούτε καν των ποιητών αφού τα σκάφη μας μήτε που συναντιούνται θα ‘λεγες, για τη χαρά έστω να σφυρίξει το ένα για να χαιρετίσει το άλλο»). Η Μαρία Αθανασοπούλου (ΑΠΘ), από την άλλη, ανέλυσε τις μεταφραστικές επιλογές του Ελύτη στη «Δεύτερη γραφή» μέσα από τη βιογραφία των ξένων ποιητών, τους οποίους ένωνε ξαφνικά η νομαδική φύση, η τάση της αυτοεξορίας και η ιδέα της υπερευρωπαϊκής περιπλάνησης: Ρεμπό, Λοτρεαμόν, Ζουβ, Ελιάρ, Ουνγκαρέτι, Λόρκα, Μαγιακόφσκι.
Το συμπέρασμα επανερχόταν αρκετές φορές: ότι δηλαδή πάντοτε υπάρχει ένας στίχος, που ακόμη κι αν έχει αναλυθεί εκατοντάδες φορές, ξαφνικά αποκτά πρωτόγνωρη διάσταση κάτω από ένα νέο ερμηνευτικό πρίσμα ή μια συγκριτική προσέγγιση. Και όταν η ποιήτρια Νάντια Στυλιανού, διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μονπελιέ, αναφέρθηκε στο «φανέρωμα» του αοράτου ως ορατού μέσα στην ποίηση του Ελύτη. Ή όταν ο επίσης ποιητής και διευθυντής του περιοδικού «Φρέαρ» Δημήτρης Αγγελής ξαναδιάβασε τη «Μαρία Νεφέλη» υπό τη σύζευξη πολιτικής και ποίησης («Ο αισθητικός τρόπος της ύπαρξης ταυτίζεται με την πολιτική. Η πολιτική σημασία της τέχνης έγκειται στην άρνησή της να πολιτικοποιηθεί»). Οταν ο συγγραφέας, διευθυντής του περιοδικού «Νέο Πλανόδιον» Κώστας Κουτσουρέλης επανέφερε τα θραύσματα του αποφθεγματολόγου Ελύτη πιστώνοντάς του και έναν «κριτικό ρεαλισμό» (διαγνωστική ακρίβεια) παράλληλα με τον επαναστατικό ρομαντισμό.
Ενας από τους κεντρικούς άξονες υπήρξε η επαναδιαπραγμάτευση της σχέσης του Ελύτη με τον υπερρεαλισμό. Οι εισηγήσεις – όπως των τριών ομότιμων καθηγητών Γιάννη Ιωάννου (Πανεπιστήμιο Κύπρου), Δημήτρη Αγγελάτου (ΕΚΠΑ) και Παντελή Βουτουρή (Κύπρου) – φώτισαν το γεγονός ότι ο ποιητής δεν υιοθέτησε ποτέ τον «κινηματικό» υπερρεαλισμό της Ευρώπης, με τις δογματικές κατηγοριοποιήσεις ή την απόλυτη αυτόματη γραφή. Αντίθετα, εδώ συναντούσαμε έναν Ελύτη που επιχείρησε κάτι πιο ριζοσπαστικό: να μεταφυτεύσει – αν επιτρέπεται το δάνειο από τις δικές του «φυτολογικές» εμπνεύσεις – τις απελευθερωτικές δυνάμεις του υπερρεαλισμού στο ελληνικό τοπίο και την ελληνική παράδοση. Χρησιμοποίησε την υπερρεαλιστική ελευθερία για να σπάσει τον ορθολογισμό και να φτάσει σε μια βαθύτερη αλήθεια των αισθήσεων, όπου το θαύμα και το καθημερινό συνυπάρχουν. Ειδικά ο Δ. Αγγελάτος έλεγε αργότερα, σε ένα από τα διαλείμματα, ότι η πρόταση του Ελύτη συμφωνεί με την καταγωγική αντίληψη της αρχαίας γραμματείας που ζητάει να ανοίξουμε κάποτε όλες τις αισθήσεις μήπως και συλλάβουμε το κρυμμένο θαύμα του κειμένου.
Για ορισμένους από τους συνέδρους, που παράλληλα γράφουν ποίηση, δεν μπορεί παρά ο Ελύτης να λειτουργεί σαν μακρινή «πατρική» φιγούρα πουτους έδειξε τον κόσμο, κάποτε τους εξάντλησε, μερικοί μπορεί και να αποστάτησαν ή να τον αρνήθηκαν, χωρίς πάντως να προβούν σε μια θεαματική πράξη πατροκτονίας. Ο Ελύτης, εκτός όλων των άλλων, έτσι όπως επιβεβαιώθηκε και στη συνάντηση της Λευκωσίας, ορίζει μια «μυθοποιητική, διαρκώς ενοποιητική διάθεση», κατά τον Βασίλη Αμανατίδη («ΤΑ ΝΕΑ», 5/10/2019). Συνιστά μια φυσική ροπή προς το «όλον» εκεί όπου οι νεότεροι ποιητές μιας επισφαλούς γενιάς αντικρίζουν ασυνέχειες, ρήξεις και ρωγμές.
ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΕΦΕΡΗΣ. Το συνέδριο ανέδειξε επίσης τις υπόγειες και φανερές γραμμές που συνδέουν τον δεύτερο χρονικά νομπελίστα ποιητή με τον μοντερνισμό και δύο κορυφαίες μορφές του ελληνικού λόγου: τον Γιώργο Σεφέρη και τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Ο Μαρίνος Πουργούρης, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, ανέπτυξε τον «Οδυσσέα Ελύτη του Γιώργου Σεφέρη» επισημαίνοντας τη σχέση αμοιβαίας εκτίμησης, αλλά και μιας σχετικής αποστασιοποίησης σε μεταγενέστερα στάδια (είναι γνωστό ότι με βάση την πρισματική θεωρία του πρώτου ο Σεφέρης διαθέτει κρυσταλλικούς πυρήνες έως τη «Στροφή» του 1931, ενώ για τον δεύτερο το «Αξιον εστί» παρέμενε μια πληθωριστική σύνθεση).
Ο Θανάσης Κούγκουλος, από την άλλη, επίκουρος καθηγητής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο, ανέλυσε την παρέμβαση του Οδυσσέα Ελύτη στη συζήτηση των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων για την ηθογραφία μέσα από το δοκίμιο «Η μαγεία του Παπαδιαμάντη». Αξίζει ίσως εδώ η υπόμνηση ότι μιλώντας για τον Σκιαθίτη, έναν δάσκαλό του στην αισθητική συγκίνηση, ο νομπελίστας γράφει πως «χωρίς υλικά αγαθά, ο χώρος ο ανθρώπινος ήταν τόσο αδειανός που το θαύμα χωρούσε πιο εύκολα».
Ιδιαίτερη πτυχή προφανώς αποτελούσε από μόνη της η σχέση του Ελύτη με την Κύπρο, για την οποία μάλιστα κατατέθηκε από τον Π. Βουτουρή η πρόταση να διερευνηθεί σε επόμενη επιστημονική συγκέντρωση μέσα από τις τρεις επισκέψεις του ποιητή στο νησί κατά τη διάρκεια της προσωπικής του διαδρομής (Ιούλιος 1970, Ιούλιος 1973, Αύγουστος 1980). Για τον Ελύτη – όπως αναμφίβολα και για τον Σεφέρη – η Κύπρος δεν υπήρξε ένας απλός γεωγραφικός προορισμός. Συνιστούσε μια «Ελλάδα έξω από την Ελλάδα», έναν παρθένο χώρο όπου η ελληνική γλώσσα διατηρούσε μια αρχέγονη δύναμη, μακριά από τις αλλοιώσεις του αθηναϊκού κέντρου.
Από αυτόν τον τόπο, ο ποιητής άντλησε μια άλλη, συμπληρωματική «ελληνικότητα», βασισμένη στην ιστορική συνέχεια και την πνευματικότητα. Ο βετεράνος ιστορικός και διπλωμάτης Γιώργος Γεωργής σταχυολόγησε τις πρώτες δημοσιεύσεις για την ποίηση του Ελύτη στην Κύπρο (εκτός άλλων, από τους Αντώνη Ιντιάνο, Αντη Περνάρη), αλλά και από τον κυπριακής καταγωγής Αιμίλιο Χουρμούζιο (το 1937). Η ομότιμη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου Λουίζα Χριστοδουλίδου, εξάλλου, ανέδειξε τη σχέση του ποιητή με την ποιήτρια της Κύπρου Πίτσα Γαλάζη.
Οπως πάντα, ο καθένας μπορεί να ανακαλύψει σε ένα λογοτεχνικό συνέδριο πράγματα που μπορεί να πάρει μαζί του και πράγματα που μπορεί να αφήσει. Το τριήμερο στη Λευκωσία πέτυχε πάντως να γεφυρώσει τη φιλολογική έρευνα με το άκουσμα των στίχων. Φεύγοντας από την Κύπρο, οι συμμετέχοντες δεν πήραν μαζί τους μόνο σημειώσεις, αλλά μια βαθιά ανανεωμένη επιθυμία να επιστρέψουν στα κείμενα.
Το συνέδριο απέδειξε ότι όσο συνεχίζουμε να αναζητούμε την ποίηση που μονίμως μας διαφεύγει, ο Ελύτης θα παραμένει παρών, ανοιχτός σε νέες αναγνώσεις, έτοιμος να προσφέρει την επόμενη στιγμιαία έκπληξη. Ενας ποιητής που προσφέρει σε γενναιόδωρες δόσεις τη διαφανή αφέλεια, βαθιά σαν το βλέμμα ενός παιδιού στα χρόνια της αθωότητάς του, για να περάσει στο ρήμα το σκοτεινόν της ωριμότητας, όταν βλέπει γύρω του την ποίηση να φθίνει. Ηδη από το «Φωτόδεντρο» (1971), άλλωστε: «…τώρα […] που πια κανένας δεν πενθεί τ’ αηδόνια κι όλοι γράφουν ποιήματα».
Αν είχε ένα νόημα όλη αυτή η αναζήτηση είναι επειδή στο τέλος επιστρέφει κανείς στις προαναφερθείσες ρωγμές. Ο Ελύτης ήταν εξαρχής όλα όσα αναφέρθηκαν στο συνέδριο και όσα αναπόφευκτα διέφυγαν αποτελώντας το προοίμιο ενός μελλοντικού. Η πάμφωτη εκκίνησή του με τη Γενιά του ’30, οι μαίανδροι του υπερρεαλισμού, αλλά και η σκοτεινιά εκείνου του επινοημένου ρήματος «καταρκυθμεύω». Η ποιητική διαφάνεια της ελληνικότητας, αλλά και η υπονόμευση αυτού του τόσο περιοριστικού μοτίβου – όπως το κάνει στο «Εξι και μία τύψεις για τον ουρανό» ή στο υπέροχο «Δώρο ασημένιο ποίημα»: «Κι η πατρίδα μια τοιχογραφία μ’ επιστρώσεις διαδοχικές φράγκικες ή σλαβικές που αν τύχει και/ βαλθείς να την αποκαταστήσεις πας αμέσως φυλακή/ και δίνεις λόγο».
Από τον Πικάσο στην «Επιθεώρηση Τέχνης»
Η κεντρική ομιλία της πρώτης ημέρας ανήκε στον μεταφραστή Ντέιβιντ Κόνολι, τέως καθηγητή Μεταφρασεολογίας του ΑΠΘ, ο οποίος παρουσίασε τον Ελύτη ως μεταφρασεολόγο: «Παρά την απαισιοδοξία του ως προς τη δυνατότητα της μετάφρασης της ποίησης, συνέχιζε να μεταφράζει ο ίδιος και να προβληματίζεται για το ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να μεταφράζει κανείς. Πίστευε, σύμφωνα με τις δηλώσεις του, πως μόνο η ελεύθερη απόδοση μπορεί να εξασφαλίσει κάποιου βαθμού επιτυχία».
Στις άλλες εισηγήσεις, η διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας Σταυρούλα Μπίου ανέλυσε την πρόσληψη του Πάμπλο Πικάσο στο έργο του Ελύτη με την υποσημείωση: «Η έννοια της πραγματικότητας». Η νεοελληνίστρια και ποιήτρια Εύη Στυλιανού επιχείρησε μια λεπτομερή σημειολογική προσέγγιση στο «Ηλιος ο πρώτος», κατά την προσέγγιση του Ερατοσθένη Καψωμένου. Η διδάκτωρ Φιλολογίας (ΕΚΠΑ) Ανθούλα Δανιήλ κατέφυγε σε πεζά, ποιήματα, εικόνες και ήχους για να εντοπίσει την «αναζήτηση της ομορφιάς» στο ποιητικό έργο. Η φιλόλογος Χρυσόθεμις Χατζηπαναγή υπέδειξε θεματικές αναλογίες στην ποιητική και την ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη και του Γουίλιαμ Γουέρντσγουορθ.
Η Μαίρη Ρούσσου από το ειδικό εκπαιδευτικό προσωπικό του Πανεπιστημίου Κύπρου, το αποτύπωμα του Χέλντερλιν στο δοκιμιακό έργο του έλληνα νομπελίστα. Στο κλείσιμο του συνεδρίου, ο Γιώργος Ανδρειωμένος – ομολογουμένως, με πολλές εύστοχες και καίριες κριτικές επισημάνσεις για τις άλλες εισηγήσεις – φώτισε την πάντοτε ανοιχτή σχέση του Ελύτη με το περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης». Ο διδάσκων στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Κυριάκος Ιωάννου επιχείρησε μια ερμηνευτική ανάγνωση στο «Της Αγάπης αίματα», ενώ η διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου Γαβριέλλα Παναγή αναφέρθηκε στη μελοποιημένη ποίηση και τη συλλογική μνήμη. Τις εθνογραφικές αναγνώσεις, δηλαδή, των τραγουδιών του Ελύτη στην ελληνική κοινωνία.