Ο μεγάλος θυμός

Η τραγωδία «Πέρσες» του Αισχύλου, η παλαιότερη και πλήρως σωζόμενη τραγωδία (τμήμα μιας χαμένης τετραλογίας που παρουσιάστηκε το 472 π.Χ.), αντλεί τη θεματολογία της από ένα πραγματικό ιστορικό γεγονός: τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας και την πλήρη καταστροφή του περσικού στρατού και στόλου.

Ωστόσο αντικείμενό της δεν είναι ούτε η βαρβαρότητα των Περσών ούτε η νίκη των Ελλήνων. Αυτό που πρωτίστως απασχολεί τον ποιητή είναι η αλαζονεία της εξουσίας που οδήγησε στον αποδεκατισμό και τη συντριπτική ήττα – γι’ αυτό και παρουσιάζει τα γεγονότα από την πλευρά των ηττημένων Περσών. Ωστε με τον τρόπο αυτόν να επισημάνει τους κινδύνους που ελλοχεύουν εντός της άμετρης αλαζονείας.

Με τον Χορό των Γερόντων σε ρόλο πρωταγωνιστή – είναι οι πιστοί σύντροφοι του νεκρού βασιλιά Δαρείου και της γενιάς του – να καθορίζει την πορεία της τραγωδίας, οι «Πέρσες» έρχονται αντιμέτωποι με το ένδοξο παρελθόν και το τέλος του.

Η σκηνοθετική ματιά του Χρήστου Θεοδωρίδη στους «Πέρσες» δηλώνεται ευθύς εξαρχής, με την είσοδο του 17μελούς Χορού στην άδεια ορχήστρα: νέοι και νέες, αγόρια και κορίτσια, ντυμένοι με ρούχα απλά, καθημερινά, σύγχρονα, κάποιοι με σακίδια στην πλάτη, ένας ένας στην αρχή, μικρές παρέες στη συνέχεια παίρνουν τις θέσεις τους. Ενα μείγμα ανθρώπων μέσα σε έναν έρημο τόπο, διαλυμένο – το απόλυτο κενό, το τίποτα που έρχεται μετά την καταστροφή, μια άδεια ζωή, σαν αυτή που βλέπουν να τους περιμένει.

Ιδωμένη μακριά από την αισχύλεια εκδοχή, η παράσταση του Θεοδωρίδη έχει αφαιρέσει το (χαμένο) μεγαλείο, αντικαθιστώντας το με ένα σύγχρονο αίτημα των λαών για ειρήνη, κόντρα σε κάθε μορφής πόλεμο – εξού και η προσθήκη ονομάτων αθώων θυμάτων από διάφορους, σύγχρονους πολέμους.

Μόνον που η διαχείριση αυτής της αντιπολεμικής ιδέας παρέμεινε μετέωρη, μπερδεμένη σε ιδέες, απόψεις, ήχους, κινησιολογίες και χορογραφίες που δεν κατάφεραν να αποκωδικοποιήσουν την ουσία, έστω, του δικού του «μηνύματος». Οι ηττημένοι είναι κυρίως θυμωμένοι, εξοργισμένοι, γιατί είναι αυτοί που έχουν να διαχειριστούν τα αποκαΐδια του πολέμου – τον θάνατο, την απώλεια, την απόγνωση. Με αυτόν τον μεγάλο θυμό να τους κυριεύει περιμένουν να μάθουν τα νέα της καταστροφής – και δεν θα αργήσουν να έρθουν.

Αφού ακούσουν το όνειρο της Ατοσσας, θα φτάσει ο Αγγελιαφόρος (που δεν έχει «νέα ευχάριστα να πει») για να ακολουθήσει το φάντασμα του νεκρού Δαρείου και οι αναφορές στην άκρατη αλαζονεία και τις παγίδες της. Τελευταία είναι η άφιξη του Ξέρξη, του μοναδικού επιζώντος, που καταφθάνει αγνώριστος, διαλυμένος, με ρούχα σκισμένα, διατηρώντας όμως την έπαρσή του, γεγονός που προκαλεί ακόμα μεγαλύτερο θυμό στον Χορό.

Οι ερμηνείες

Μπολιασμένη με έναν συναισθηματισμό που δεν χωράει σε αυτήν, τουλάχιστον, την τραγωδία, με μακρές σιωπές αλλά και ηχηρές σειρήνες, η παράσταση του Χρήστου Θεοδωρίδη μοιράστηκε ανάμεσα στην πρόθεση και το αποτέλεσμα. Οπως μοιράστηκε και στο επίπεδο των ερμηνειών: από τη μια ο Χορός – με ηθοποιούς θεατρικά γνώριμους στον σκηνοθέτη (ξεχώρισαν ο Βασίλης Τρυφουλτσάνης και ο Ντένης Μακρής) – και από την άλλη η τετράδα των ρόλων – με ηθοποιούς δοκιμασμένους και με αυτόνομη υποκριτική ταυτότητα και σφραγίδα (ξεχώρισε η Μαρία Ναυπλιώτου – Ατοσσα, αν και ιδιαίτερα φορτισμένη συναισθηματικά). Σ’ αυτούς τους «Πέρσες» οι δύο κόσμοι σαν παράλληλες γραμμές δεν κατάφεραν να συναντηθούν και παρέμειναν μετέωροι.