Ο Ν. 4830/2021 παρείχε στην Ελλάδα ένα ισχυρό πλαίσιο προστασίας των ζώων με αυστηρές ποινές, ψηφιακά εργαλεία, υποχρεώσεις στους δήμους και, κυρίως, έναν μηχανισμό για να κλείσει η «βρύση» που παράγει αδέσποτα. Πέντε χρόνια μετά, το μεγάλο στοίχημα παραμένει ακριβώς εκεί: στη στείρωση ή το DNA των δεσποζόμενων ζώων.
Στις 18 Σεπτεμβρίου συμπληρώνονται πέντε χρόνια από τη δημοσίευση του Ν. 4830/2021. Πέντε χρόνια από έναν νόμο που, ανεξαρτήτως των επιμέρους βελτιώσεων που χρειάστηκε και εξακολουθεί να χρειάζεται, άλλαξε τη φιλοσοφία με την οποία η ελληνική πολιτεία αντιμετωπίζει συνολικά τα ζώα.
Για πρώτη φορά το ζήτημα δεν αντιμετωπίστηκε απλώς ως «διαχείριση αδέσποτων». Ο νόμος έβαλε στο ίδιο θεσμικό πλαίσιο την ευζωία, την υπεύθυνη κηδεμονία, την ιχνηλασιμότητα, την αναπαραγωγή, την εγκατάλειψη, την υιοθεσία, τις υποχρεώσεις των δήμων και, κυρίως, την πρόληψη της δημιουργίας νέων αδέσποτων.
Από τις «καλές προθέσεις» στις υποχρεώσεις
Ο 4830/2021 είναι ένας αυστηρός νόμος. Υποχρεώνει τον κηδεμόνα να εξασφαλίζει στο ζώο τις πέντε ελευθερίες της ευζωίας, απαγορεύει το μόνιμο αλυσόδεμα – ο σκύλος δεν μπορεί να παραμένει δεμένος πάνω από δύο ώρες ημερησίως–, επιβάλλει κτηνιατρική φροντίδα, κατάλληλο κατάλυμα, ανθρώπινη επαφή και ηλεκτρονική σήμανση. Ρυθμίζει την αναπαραγωγή και την εμπορία και προβλέπει βαριές διοικητικές και ποινικές κυρώσεις για την κακοποίηση. Η θανάτωση ζώου – κάθε είδους κι όχι μόνο συντροφιάς – μπορεί να επισύρει κάθειρξη έως δέκα έτη και διοικητικό πρόστιμο 30.000 έως 50.000 ευρώ, ενώ η εγκατάλειψη νεογέννητων αντιμετωπίζεται επίσης ως κακούργημα.
Δεν είναι ένας τέλειος νόμος. Κανένας νόμος δεν είναι. Η εφαρμογή του χρειάστηκε δευτερογενή νομοθεσία, τροποποιήσεις και διορθώσεις και αρκετά από τα εργαλεία του άργησαν να ενεργοποιηθούν. Αυτό όμως δεν αναιρεί ότι αποτελεί θεσμική τομή.
Για πρώτη φορά μπορούμε να μάθουμε
Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι το Εθνικό Μητρώο Ζώων Συντροφιάς. Το ΕΜΖΣ τέθηκε σε παραγωγική λειτουργία στις 18 Δεκεμβρίου 2023 και δημιούργησε για πρώτη φορά μία ενιαία ψηφιακή βάση για δεσποζόμενα και αδέσποτα ζώα, υιοθεσίες, καταφύγια, φιλοζωικές οργανώσεις και σειρά άλλων πληροφοριών. Παράλληλα, το Μητρώο Παραβατών επιτρέπει να αποκλείονται καταδικασμένοι για συγκεκριμένα αδικήματα σε βάρος ζώων από την απόκτηση ή αναδοχή ζώου. Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα η πολιτεία έχει τη δυνατότητα όχι μόνο να υποθέτει, αλλά να μετρά. Και τα πρώτα δεδομένα είναι αποκαλυπτικά.
330.000 αδέσποτα καταγεγραμμένα
Στο τέλος Αυγούστου του 2025 στο ΕΜΖΣ ήταν καταγεγραμμένοι 172.408 αδέσποτοι σκύλοι και 158.319 αδέσποτες γάτες. Από τους σκύλους μόλις το 47% εμφανιζόταν στειρωμένο και από τις γάτες το 68%.
Πρόκειται συνολικά για 330.727 καταγεγραμμένα αδέσποτα, εκ των οποίων περίπου 142.000 δεν εμφανίζονταν στειρωμένα. Και αυτό δεν είναι καν το σύνολο του πραγματικού πληθυσμού: η ίδια η Ειδική Γραμματεία επισημαίνει ότι ειδικά οι καταγραφές των αδέσποτων γατών είναι ελλιπέστατες.
Οι δήμοι απέκτησαν εργαλεία και χρήματα
Ο νόμος δεν άφησε την Τοπική Αυτοδιοίκηση μόνο με υποχρεώσεις. Κάθε δήμος οφείλει να διαθέτει ολοκληρωμένο ετήσιο επιχειρησιακό πρόγραμμα που περιλαμβάνει περισυλλογή, περίθαλψη, σήμανση, καταγραφή, στείρωση, αναδοχή, φιλοξενία και υιοθεσία.
Παράλληλα, το πρόγραμμα «Αργος» χρηματοδοτήθηκε με 40 εκατ. ευρώ, ενώ προβλέφθηκε και μόνιμη ενίσχυση των ΚΑΠ κατά περίπου 15 εκατ. ευρώ ετησίως για λειτουργικές δαπάνες που αφορούν, μεταξύ άλλων, στειρώσεις, σημάνσεις και κτηνιατρική περίθαλψη. Επομένως, πέντε χρόνια μετά, το ερώτημα δεν μπορεί να είναι μόνο «τι προβλέπει ο νόμος;». Πρέπει να είναι και «ποιος τον εφαρμόζει;». Ποτέ τα χρήματα δεν είναι αρκετά αλλά ποτέ δεν έχει γίνει και ο ανάλογος έλεγχος.
Γιατί πίσω από σχεδόν κάθε αδέσποτο υπάρχει μία προηγούμενη ιστορία: ένα δεσποζόμενο ζώο που εγκαταλείφθηκε, μία ανεξέλεγκτη γέννα, κουτάβια ή γατάκια που πετάχτηκαν, ένα ζώο χωρίς microchip που δεν μπορεί να συνδεθεί με κανέναν.
Ο νομοθέτης το αναγνώρισε. Και γι’ αυτό εισήγαγε μία από τις σημαντικότερες – και πιο συζητημένες – προβλέψεις του νόμου: ο ιδιοκτήτης σκύλου ή γάτας οφείλει είτε να στειρώσει το ζώο του είτε, εφόσον δεν επιθυμεί τη στείρωση, να αποστείλει δείγμα DNA. Η λογική του μέτρου είναι προληπτική. Το γενετικό υλικό μπορεί να χρησιμοποιηθεί ώστε να ταυτοποιείται ένα ζώο που εγκαταλείφθηκε ή ακόμη και να εντοπίζονται οι γεννήτορες εγκαταλελειμμένων ή θανατωμένων νεογέννητων και, μέσω αυτών, οι κηδεμόνες τους.
Στείρωση ή DNA: Το μεγάλο κενό
Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη εκκρεμότητα της πενταετίας. Το Εργαστήριο Φύλαξης και Ανάλυσης Γενετικού Υλικού της Ακαδημίας Αθηνών τέθηκε σε παραγωγική λειτουργία στα τέλη του 2023, ενώ η έναρξη επιβολής των προστίμων μετατέθηκε επανειλημμένα, για να οριστεί τελικά η 1η Ιανουαρίου 2026.
Η παράλειψη στείρωσης ή αποστολής DNA επισύρει πρόστιμο 1.000 ευρώ. Ωστόσο, τα ίδια τα επίσημα δεδομένα δείχνουν πόσο μακριά βρισκόμαστε ακόμη από τη γενικευμένη συμμόρφωση. Σε 22 δήμους της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, το 83,5% των καταγεγραμμένων δεσποζόμενων ζώων δεν εμφανιζόταν ούτε στειρωμένο ούτε με κατατεθειμένο DNA. Σε επιμέρους δήμους τα ποσοστά ξεπερνούσαν ακόμη και το 90%. Και όσο αυτό το κομμάτι δεν εφαρμόζεται συστηματικά, η χώρα θα συνεχίζει να πληρώνει για να περισυλλέγει, να περιθάλπει, να στειρώνει, να φιλοξενεί και να προσπαθεί να υιοθετήσει ζώα που δεν θα έπρεπε ποτέ να έχουν παραχθεί ως αδέσποτα.
Η επόμενη 5ετία να είναι της εφαρμογής
Ο Ν. 4830/2021 έδωσε στην Ελλάδα κάτι που για χρόνια έλειπε: ένα ενιαίο, αυστηρό και κατά βάση σύγχρονο πλαίσιο προστασίας των ζώων. Εδωσε δεδομένα, ιχνηλασιμότητα, χρηματοδότηση, ελεγκτικές δυνατότητες, ποινές και εργαλεία πρόληψης. Το μεγάλο στοίχημα τώρα δεν είναι να γράψουμε άλλον έναν νόμο. Είναι να εφαρμόσουμε αυτόν που ήδη έχουμε. Γιατί όσο η πολιτεία επιχειρεί να αδειάσει τη δεξαμενή των αδέσποτων χωρίς να κλείνει τη «βρύση» που τη γεμίζει, το αποτέλεσμα θα είναι πάντα το ίδιο: μία χώρα σε μόνιμη διαχείριση κρίσης.