Τον περασμένο Μάιο, ένας απεσταλμένος κρατώντας έναν φάκελο στο χέρι στάθηκε έξω από ένα αστυνομικό φυλάκιο στη Φλόριντα ζητώντας να επιδώσει μια κλήτευση.
Οι υπεύθυνοι αστυνομικοί του αρνήθηκαν την είσοδο και λίγο αργότερα, η Μυστική Υπηρεσία τον ενημέρωσε ότι δεν δέχεται τέτοια έγγραφα. Στη Νέα Υόρκη και πιο συγκεκριμένα στον πύργο Τραμπ, μια άλλη προσπάθεια να επιδοθεί κλήτευση στον Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ προσέκρουσε στο γεγονός ότι ο υπάλληλος που παραλαμβάνει τέτοια χαρτιά «ίσως έλειπε για μεσημεριανό». Και κάπως έτσι, το BBC, ένας θεσμός που κάποτε οι Βρετανοί αποκαλούσαν με στοργή «Auntie» («Θείτσα»), αναγκάζεται σήμερα να κυνηγά μέλη της οικογένειας του αμερικανού προέδρου από πόρτα σε πόρτα για να υπερασπιστεί τον εαυτό του στα δικαστήρια.
Πώς φτάσαμε εδώ; Τον Δεκέμβριο του 2025, ο Ντόναλντ Τραμπ κατέθεσε αγωγή δυσφήμησης εναντίον του BBC ζητώντας 10 δισεκατομμύρια δολάρια με αφορμή ένα επεισόδιο της τηλεοπτικής εκπομπής Panorama, κατηγορώντας τους παραγωγούς για συρραφή δύο διαφορετικών αποσπασμάτων της ομιλίας του πριν από την εισβολή στο Καπιτώλιο, στις 6 Ιανουαρίου 2021.
Το μοντάζ, που προβλήθηκε περίπου μία εβδομάδα πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2024, παρουσίαζε τον Τραμπ να λέει στο συγκεντρωμένο πλήθος ότι θα βάδιζε προς το Καπιτώλιο μαζί με τους υποστηρικτές του για να «παλέψουν σαν λιοντάρια». Το πρόβλημα για το BBC είναι ότι το ατόπημά τους ήταν υπαρκτό. Το δίκτυο ζήτησε επίσημα συγγνώμη, έκανε λόγο για «σφάλμα κρίσης» και δεσμεύτηκε να μην ξαναπροβάλει το επίμαχο υλικό σε αυτή τη μορφή. Η υπόθεση στοίχισε τις θέσεις του γενικού διευθυντή και της επικεφαλής ειδήσεων. Μια δημόσια συγγνώμη, όμως, δεν σημαίνει και παραδοχή νομικής ευθύνης – και εδώ αρχίζει το πραγματικά ενδιαφέρον κεφάλαιο της περίεργης αυτής ιστορίας.
Πίσω από το δημόσιο θέαμα κρύβεται μια βαθύτερη σύγκρουση δύο νομικών πολιτισμών στην αγγλόσφαιρα. Ο Τραμπ επέλεξε να καταθέσει την αγωγή του σε ομοσπονδιακό δικαστήριο της Φλόριντα, όχι στο Λονδίνο. Η επιλογή αυτή βεβαίως είναι έμπλεη ειρωνείας και τούτο διότι το αμερικανικό δίκαιο, μετά τη θεμελιώδη απόφαση New York Times v. Sullivan του 1964, απαιτεί από κάθε δημόσιο πρόσωπο που ενάγει για δυσφήμηση να αποδείξει «actual malice», με άλλα λόγια πως ο εκδότης γνώριζε πως το επίμαχο δημοσίευμα ήταν ψευδές ή έδειξε ασυγχώρητη αδιαφορία για την αλήθεια.
Αυτός είναι ίσως ο δυσκολότερος πήχης απόδειξης στον δυτικό κόσμο. Το αγγλικό δίκαιο, αντιθέτως, υπήρξε επί δεκαετίες τόσο ευνοϊκό για τον ενάγοντα ώστε γέννησε τον όρο «libel tourism»: πλούσιοι ξένοι κατέφευγαν στα λονδρέζικα δικαστήρια για να φιμώσουν τους επικριτές τους. Θα περίμενε κανείς, λοιπόν, ότι ο Τραμπ, ο οποίος κατά καιρούς έχει διακηρύξει την επιθυμία του να «μεταρρυθμίσει» τους αμερικανικούς νόμους περί δυσφήμησης, θα προτιμούσε το πιο φιλόξενο Λονδίνο. Τελικά επέλεξε τη Φλόριντα, ίσως διότι εκεί παίζει εντός έδρας. Ισως επειδή το μέγεθος του ποσού μιλά περισσότερο στο αμερικανικό κοινό παρά στους άγγλους δικαστές.
Το βρετανικό κοινοβούλιο, με τον νόμο περί δυσφήμησης του 2013, περιόρισε δραστικά αυτόν τον «τουρισμό λιβέλου», απαιτώντας απόδειξη «σοβαρής βλάβης». Η Βρετανία, δηλαδή, κινήθηκε τα τελευταία χρόνια προς μεγαλύτερη προστασία του Τύπου, τη στιγμή που ο αμερικανός πρόεδρος επιχειρεί να τη σύρει προς την αντίθετη κατεύθυνση, μετατρέποντας τη δικαστική αίθουσα σε όπλο εναντίον ενός δημοσιογραφικού οργανισμού.
Το BBC βεβαίως δεν είναι απλώς ένα ακόμη ειδησεογραφικό δίκτυο. Μαζί με το Στέμμα και το κοινοβούλιο, αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις θεσμούς της Βρετανίας, φορέα αρχών αμεροληψίας που, αν και αμφισβητούνται έντονα τα τελευταία χρόνια, παραμένουν ακόμη συστατικό της εθνικής αυτοσυνείδησης. Η πολιορκία του από ένα αμερικανικό δικόγραφο αποτελεί το επόμενο κεφάλαιο σε μία ιστορία που παρακολουθούμε εδώ και καιρό: την «αμερικανοποίηση» της βρετανικής δημόσιας ζωής.
Ενα από τα προηγούμενα «επεισόδια» ήταν η «αμερικανοποιημένη» δημόσια ρητορική του Νάιτζελ Φάρατζ, μετά τις επανειλημμένες συναντήσεις του με τον αμερικανό πρόεδρο στο Μαρ α Λάγκο. Τώρα, το επόμενο στάδιο λαμβάνει χώρα στις δικαστικές αίθουσες. Ο στοχαστής Εντμουντ Μπερκ, ψυχογραφώντας τους Αμερικανούς κατά τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας τη δεκαετία του 1770, τους χαρακτήρισε κάπως σαν τους αρχαίους Αθηναίους: δικομανείς. Τώρα βλέπουμε τη μετάσταση στη Βρετανία της ίδιας αμερικανικής συνήθειας να μετατρέπεται κάθε διαφωνία σε αγωγή, κάθε προσβολή σε αποζημίωση με πολλά μηδενικά.
Εν τέλει, αν κανείς εξετάσει ακριβοδίκαια την υπόθεση θα διαπιστώσει πως δεν υπάρχουν αθώοι σε καμία από τις δύο πλευρές. Το BBC παραβίασε τους κανόνες του, αλλοιώνοντας το νόημα των λόγων του αμερικανού προέδρου μία εβδομάδα πριν από τις εκλογές. Από την άλλη, το ύψος της αποζημίωσης και η πολιτική στόχευση του Τραμπ μάλλον καταδεικνύουν τη διάθεσή του να διεξάγει μία τιμωρητική εκστρατεία κατά του «woke» BBC.
Σε κάθε περίπτωση, το πιθανότερο είναι ότι ο Τραμπ θα δυσκολευτεί να πείσει ένα αμερικανικό δικαστήριο ότι πληρούνται τα αυστηρά κριτήρια του New York Times v. Sullivan. Το μήνυμα προς κάθε δημοσιογραφικό οργανισμό, εκατέρωθεν του Ατλαντικού, όμως, είναι ξεκάθαρο: η κριτική στον ισχυρό κοστίζει. Δυστυχώς, το ίδιο το BBC έδωσε στον πρόεδρο Τραμπ τα εργαλεία. Πόσο χαμηλά έχουν εκπέσει οι πάλαι ποτέ ολύμπιοι θεσμοί και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού…
Ο Ιωάννης Χουντής ντε Φάμπρι είναι ιστορικός των ιδεών, συγγραφέας και σύμβουλος στη Βουλή των Λόρδων