Ένα νέο μέτωπο ανοίγει στο ήδη εύθραυστο ευρωπαϊκό μεταναστευτικό σύστημα, καθώς επτά χώρες δηλώνουν έτοιμες να επιστρέψουν στην Ιταλία αιτούντες άσυλο οι οποίοι είχαν καταγραφεί ή είχαν υποβάλει την πρώτη αίτησή τους σε ιταλικό έδαφος, προτού μετακινηθούν προς την Κεντρική και τη Βόρεια Ευρώπη.
Μετά τη Γερμανία, την Ελβετία και την Αυστρία, στη διαδικασία προστέθηκαν η Φινλανδία, η Σουηδία, η Ολλανδία και η Ιρλανδία, ανεβάζοντας σε επτά τον αριθμό των κρατών που είτε έχουν ήδη πραγματοποιήσει είτε προετοιμάζουν μεταφορές προς την Ιταλία.
Πρόκειται για τους «Dublin asylum seekers»: όχι για αναγνωρισμένους πρόσφυγες που απελαύνονται, όπως συχνά παρουσιάζεται, αλλά κυρίως για ανθρώπους των οποίων η αίτηση διεθνούς προστασίας πρέπει να εξεταστεί από το κράτος που θεωρείται υπεύθυνο βάσει των ευρωπαϊκών κανόνων. Στις περισσότερες περιπτώσεις αυτό είναι η χώρα της πρώτης παράτυπης εισόδου ή της αρχικής καταγραφής. Για χιλιάδες ανθρώπους που έφθασαν μέσω της Μεσογείου, η χώρα αυτή είναι η Ιταλία.
Η πλήρης εφαρμογή, από τις 12 Ιουνίου 2026, του νέου ευρωπαϊκού Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο άλλαξε τους διαδικαστικούς συσχετισμούς. Ο Κανονισμός για τη Διαχείριση του Ασύλου και της Μετανάστευσης αντικατέστησε το Δουβλίνο III για τις νέες αιτήσεις, χωρίς όμως να καταργεί τη βασική αρχή της ευθύνης του κράτους πρώτης εισόδου. Αντίθετα, καθιστά ταχύτερη τη διαδικασία ανάληψης και επανεισδοχής, περιορίζει τις δυνατότητες άρνησης και ενισχύει τη χρήση της ευρωπαϊκής βάσης δακτυλικών αποτυπωμάτων Eurodac.
Η Ιταλία δεν μπορεί πλέον να μπλοκάρει μονομερώς μια επιστροφή επικαλούμενη απλώς την έλλειψη διαθέσιμων θέσεων υποδοχής. Μπορεί να διαπραγματεύεται τον χρόνο και τις πρακτικές λεπτομέρειες της μεταφοράς, όχι όμως να αγνοεί επ’ αόριστον την υποχρέωσή της. Για τις αιτήσεις που είχαν καταχωριστεί πριν από τις 12 Ιουνίου εξακολουθούν να ισχύουν οι παλαιότερες διατάξεις του Δουβλίνου III, γεγονός που δημιουργεί ένα σύνθετο μεταβατικό καθεστώς.
Η έκταση του προβλήματος αποτυπώνεται στους αριθμούς. Μόνο το 2025 η Ιταλία δέχθηκε περισσότερα από 24.000 αιτήματα μεταφοράς από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά αποδέχθηκε μόλις 85. Το 2024 τα αιτήματα είχαν πλησιάσει τις 43.000 και το 2023 τις 42.000, ενώ οι μεταφορές που πραγματοποιήθηκαν παρέμειναν ελάχιστες. Από τα τέλη του 2022, όταν το ιταλικό υπουργείο Εσωτερικών ανέστειλε ουσιαστικά την παραλαβή αιτούντων άσυλο επικαλούμενο την πίεση στις δομές φιλοξενίας, περίπου 80.000 αιτήματα δεν οδήγησαν σε επιστροφή.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι μπορούν πλέον να μεταφερθούν αυτομάτως στην Ιταλία, καθώς μεσολαβούν προθεσμίες, δικαστικές προσφυγές, οικογενειακοί δεσμοί και διαφορετικά νομικά καθεστώτα. Ωστόσο, το πολιτικό και διοικητικό βάρος για τη Ρώμη είναι πλέον πραγματικό.
Η Σουηδία έχει επιβεβαιώσει ότι έχει ήδη αρχίσει να πραγματοποιεί μεταφορές και ότι θα τις συνεχίσει, ενώ η Φινλανδία προετοιμάζει την επανέναρξη της διαδικασίας θεωρώντας ότι το νέο Σύμφωνο παρέχει πλέον επαρκή νομική βάση. Η Αυστρία έχει ήδη προχωρήσει στις πρώτες περιορισμένες επιστροφές μετά τις 12 Ιουνίου. Η Ολλανδία διευκρίνισε ότι θα εστιάσει αρχικά σε αιτούντες που εισήλθαν μετά την έναρξη εφαρμογής των νέων κανόνων, ενώ και η Ιρλανδία ανακοίνωσε ότι θα αξιοποιήσει το αναθεωρημένο πλαίσιο. Η Γερμανία, από την πλευρά της, έχει την ισχυρότερη πίεση να μειώσει τις λεγόμενες δευτερογενείς μετακινήσεις, καθώς αποτελεί έναν από τους βασικούς τελικούς προορισμούς των αιτούντων άσυλο στην Ευρώπη.
Η Γαλλία και η Ισπανία έχουν προς το παρόν επιλέξει διαφορετική στάση. Το Παρίσι δηλώνει ότι προτιμά να συνεχίσει τη συνεργασία με τη Ρώμη χωρίς δημόσια εξαγγελία μαζικών επιστροφών, ενώ η Μαδρίτη αποκλείει για την ώρα την ενεργοποίηση αντίστοιχης διαδικασίας. Η ισπανική στάση δεν μπορεί, ωστόσο, να αποσυνδεθεί από τη σοβαρή διπλωματική κρίση που ξέσπασε μετά τη μαζική είσοδο δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων στη Θέουτα από το Μαρόκο και την απόφαση της Ιταλίας να επαναφέρει ελέγχους στις αεροπορικές και θαλάσσιες συνδέσεις με την Ισπανία.
Η Ρώμη υποστήριξε ότι η προσωρινή αναστολή της ελεύθερης κυκλοφορίας ήταν απαραίτητη για την προστασία της εθνικής ασφάλειας και την αποτροπή της μετακίνησης μεταναστών από την Ισπανία προς την Ιταλία. Η Μαδρίτη αντέτεινε ότι η Θέουτα διαθέτει ειδικό καθεστώς και ότι όσοι εισέρχονται στον ισπανικό θύλακα δεν αποκτούν αυτομάτως πρόσβαση στο υπόλοιπο έδαφος της Σένγκεν.
Η ισπανική κυβέρνηση χαρακτήρισε δυσανάλογη την ιταλική αντίδραση και απάντησε με δικούς της ελέγχους σε ταξιδιώτες από την Ιταλία, μετατρέποντας μια μεταναστευτική κρίση στα σύνορα με το Μαρόκο σε διμερή ευρωπαϊκή σύγκρουση.
Στο εσωτερικό της Ιταλίας, η αντιπολίτευση μιλά πλέον για πολιτικό «μπούμερανγκ». Η γραμματέας του Δημοκρατικού Κόμματος, Έλι Σλάιν, κατηγορεί την Τζόρτζια Μελόνι ότι, αφού αμφισβήτησε την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη και συγκρούστηκε με την Ισπανία, βλέπει τώρα τις βόρειες χώρες να εφαρμόζουν αυστηρά εις βάρος της Ιταλίας την αρχή της ευθύνης του κράτους πρώτης εισόδου. Ανάλογες επικρίσεις διατυπώνονται και από άλλα κόμματα, τα οποία θεωρούν ότι η επιθετική πολιτική της κυβέρνησης απομόνωσε τη Ρώμη χωρίς να μειώσει τις υποχρεώσεις της.
Η Μελόνι απορρίπτει τη σύνδεση των δύο υποθέσεων. Υποστηρίζει ότι η Σένγκεν αφορά τους ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα, ενώ οι επιστροφές των αιτούντων άσυλο ρυθμίζονται από το νέο Σύμφωνο και αποτελούν ξεχωριστή νομική διαδικασία. Δηλώνει μάλιστα ότι η μεταρρύθμιση αποτελεί επιτυχία για την Ιταλία, επειδή συνδυάζει την ευθύνη με έναν μόνιμο μηχανισμό αλληλεγγύης.
Το επιχείρημα της κυβέρνησης είναι ότι οι προηγούμενοι κανόνες άφηναν τα κράτη της Μεσογείου μόνα τους, ενώ το νέο σύστημα υποχρεώνει όλα τα μέλη να συνεισφέρουν.
Η αλληλεγγύη, όμως, είναι υποχρεωτική ως αρχή αλλά ευέλικτη ως προς τη μορφή της. Κάθε κράτος μπορεί να επιλέξει ανάμεσα στην υποδοχή αιτούντων άσυλο, στην οικονομική συνεισφορά ή στην παροχή επιχειρησιακής και τεχνικής βοήθειας. Το ευρωπαϊκό πλαίσιο προβλέπει ως κατώτατο ετήσιο επίπεδο 30.000 μετεγκαταστάσεις ή οικονομικές συνεισφορές συνολικού ύψους τουλάχιστον 600 εκατ. ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι χώρες που δεν επιθυμούν να δεχθούν ανθρώπους μπορούν να επιλέξουν την οικονομική οδό, αφήνοντας μεγάλο μέρος της πρακτικής ευθύνης στην Ιταλία, την Ελλάδα, την Ισπανία, τη Μάλτα και την Κύπρο.
Η μεγάλη δοκιμασία θα έρθει όταν εφαρμοστεί πλήρως ο ετήσιος μηχανισμός αλληλεγγύης και φανεί αν οι μετεγκαταστάσεις προς άλλες χώρες θα αντισταθμίσουν τις επιστροφές προς την Ιταλία.
Η Ρώμη κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με μια διπλή πίεση: νέες αφίξεις από τη Μεσόγειο και επιστροφές ανθρώπων που είχαν ήδη μετακινηθεί προς τον Βορρά. Αν, επιπλέον, δεν συνεργάζεται επαρκώς στις επανεισδοχές, μπορεί να χάσει μέρος της αλληλεγγύης που διεκδικεί.
Πίσω από τη σύγκρουση Μελόνι και Σλάιν βρίσκεται, επομένως, ένα βαθύτερο ευρωπαϊκό αδιέξοδο. Το νέο Σύμφωνο επιχειρεί να μοιράσει την ευθύνη χωρίς να καταργεί τη γεωγραφική ανισότητα που επιβαρύνει τις χώρες των εξωτερικών συνόρων. Οι κυβερνήσεις του Βορρά ζητούν αυστηρό έλεγχο των δευτερογενών μετακινήσεων, ενώ οι χώρες της Μεσογείου απαιτούν πραγματικές μετεγκαταστάσεις.
Η κρίση της Θέουτα και η επαναφορά συνοριακών ελέγχων δείχνουν, παράλληλα, πόσο εύκολα η μετανάστευση μπορεί να διαβρώσει τη Σένγκεν.
Οι πρώτες μεταφορές παραμένουν ακόμη περιορισμένες και απέχουν πολύ από τα δεκάδες χιλιάδες αιτήματα των προηγούμενων ετών. Η πολιτική τους σημασία, ωστόσο, είναι δυσανάλογα μεγάλη.
Για πρώτη φορά η κυβέρνηση Μελόνι, η οποία οικοδόμησε μεγάλο μέρος της ταυτότητάς της στην υπόσχεση περιορισμού των αφίξεων και επιστροφής μεταναστών σε τρίτες χώρες, καλείται να υποδεχθεί ανθρώπους που άλλοι Ευρωπαίοι εταίροι αποφάσισαν να επιστρέψουν. Και αυτό είναι το πραγματικό τεστ όχι μόνο για τη Ρώμη, αλλά για ολόκληρο το νέο ευρωπαϊκό μεταναστευτικό οικοδόμημα.